Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Το Πάσχα των Ανθρώπων


Του Γιώργου Θεοδωρίδη

Άλλο ένα Πάσχα έφτασε, άλλη μία Εβδομάδα των Παθών ολοκληρώνεται και άλλη μία Ανάσταση θα έρθει. Τουλάχιστον έτσι προβλέπει το ημερολόγιο της Εκκλησίας. Είναι έτσι; Είναι το Πάσχα μια διεκπεραιωτική διαδικασία, ένα επαναλαμβανόμενο "έργο"; Η απάντηση είναι απλή: Για τις ψυχικά βολεμένες υπάρξεις, ναι είναι. Για τους ανθρώπους που ενδεχομένως να ανήκουν και στο σώμα της Εκκλησίας από προσωπικές φιλοδοξίες, από θεσιθηρία και από συμφεροντολογικές νοοτροπίες, το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη αφορμή υποκρισίας. Κανένα νόημα δεν ενυπάρχει στη νηστεία, την προσευχή, τον δήθεν ενάρετο βίο - ο οποίος σοκάρεται ακόμα και από "κακές" λέξεις ειπωμένες κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα - αν δεν υπάρχει η βίωση της ευθύνης απέναντι στον εαυτό μας.

Κατ' εμέ, το Πάσχα απευθύνεται σε τρεις κατηγορίες ανθρώπων: Στους ένθεους, τους άθεους και τους "αναζητητές" ή, επισήμως, αγνωστικιστές. Μην περιμένει κανείς, διαβάζοντας αυτό το κείμενο, να πάρω θέση υπέρ κάποιας από τις τρεις κατηγορίες. Είμαι και με τους τρεις, εφόσον πληρούν μία μοναδική προϋπόθεση: Εφόσον είναι Άνθρωποι. Άνθρωποι με πάθη, με αδυναμίες, με έρωτες, με κακές σκέψεις, με εξιδανικεύσεις και απογοητεύσεις, με σάρκα και οστά. Για αυτούς εορτάζεται ακόμα η πιο μακραίωνη ιστορία βασανισμού και λύτρωσης της ψυχής. Δεν εορτάζεται για τους βολεψάκηδες, τους ανθρώπους των διαδρόμων, τους ιεράρχες των λυκοφιλικών εναγκαλισμών με πολιτικάντηδες κάθε λογής. Ούτε φυσικά για τους ψευδεπίγραφους χριστιανούς που προβάλλουν διαρκώς προς τα έξω μια δήθεν πολιτική ορθότητα, μεστή υποκρισίας και ψέματος. Μια πολιτική ορθότητα που στη δύσκολη στιγμή της στήριξης ενός φίλου, της διατύπωσης μιας γνώμης ελεύθερης και χωρίς αυθυποδούλωση, κιοτεύει και χάνεται...

"Ἔστω. Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς." έγραψε κάποτε ο Μανόλης Αναγνωστάκης στον "Επίλογό" του. Αυτό είναι το νόημα του Πάσχα. Ο αγώνας, η μη παραίτηση, η μη προσυπογραφή οποιουδήποτε προδιαγεγραμμένου βίου.

Σήμερα "ο Δεσπότης πάντων καθοράται νεκρός"... Σε λίγα εικοσιτετράωρα "o Άδης στένων θα βοά" γιατί ο Χριστός θα έχει αναστηθεί.

Ο ίδιος Χριστός, ο μέχρι τότε ενανθρωπισμένος Θεός. Ο θεάνθρωπος, που πριν λίγες μέρες είχε πει: "Κύριε, απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο". Γιατί ποιος γνωρίζει οποιονδήποτε νέο άνθρωπο, 33 ετών, που να επιθυμεί να συλληφθεί και να θανατωθεί φρικτά αντί να χαρεί τη ζωή;

Τι είναι, λοιπόν, το Πάσχα; Μια ευκαιρία για όλους να παίξουν μπάλα στο γήπεδο της ζωής.

Αλίμονο σ' εκείνους που νομίζουν πως έχουν ήδη κλείσει θέση διαρκείας στα επίσημα...

Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα!

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Χορν: Ένας εραστής της ζωής



 

Του Γιώργου Θεοδωρίδη

Μετά από καιρό επανέρχομαι. Στο εξής ο Ιχνηλάτης θα φιλοξενεί και θεματολογία ευρύτερη των ιστορικών θεμάτων, αναγόμενος σε πτυχές, πρόσωπα και γεγονότα της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας της χώρας μας και του κόσμου. Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στον Δημήτρη Χορν. Δεν πρόκειται για ιστορικό δοκίμιο, ούτε φυσικά για κάποιου είδους πραγματεία ειδικού. Πρόκειται καθαρά για μια προσωπική αποτύπωση του τι σημαίνει για τον γράφοντα αυτός ο τεράστιος ηθοποιός.

 

Λίγα βιογραφικά...

Ο Δημήτρης Χορν γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου του 1921 στην Αθήνα. Γονείς του ήταν ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας και στρατιωτικός Παντελής Χορν και η Ευτέρπη Αποστολίδη. Η οικογένεια του Παντελή Χορν είχε τρία παιδιά, τον Γιάννη, τη Νανά (που πέθανε σε ηλικία 7 ετών) και τον Δημήτρη. Νονά του ήταν η διάσημη ηθοποιός Κυβέλη και καθώς μεγάλωσε σε θεατρικό περιβάλλον, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο όντας μωρό, στην αγκαλιά της Κυβέλης, στο έργο «Γειτόνισσες» του πατέρα του, ενώ για δεύτερη φορά εμφανίστηκε σε ηλικία 4 ετών, όταν έπαιξε και πάλι με τη νονά του, στη «Νόρα» του Ίψεν, υποδυόμενος ένα από τα μικρά παιδιά της ηρωίδας. Με τη νονά του θα ξαναπαίξει όντας ενήλικας πλέον, σε ηλικία 31 ετών, το 1954, στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Μια γυναίκα χωρίς σημασία». Την τρίτη του εμφάνισή του στο θέατρο την κάνει σε ηλικία 14 ετών, όταν εμφανίζεται με τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, στο θερινό θέατρο Παρκ, στο έργο «Μαμά Κολιμπρί» του Μπατάιγ. Το 1937 εισάγεται στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, δίνοντας εξετάσεις με το ποίημα του Βάρναλη «Οι μοιραίοι».

Το 1940 αποφοιτά από το Εθνικό και συμμετέχει για πρώτη φορά επαγγελματικά, στη «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους με τον θίασο του Εθνικού Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη. Το 1942, σε ηλικία 21 έτος, παντρεύεται τη Ρίτα Φιλίππου.

Τα επόμενα χρόνια θα συνεργαστεί με τους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κατερίνας. Το 1944 συγκρότησε δικό του θίασο με τη Μαίρη Αρώνη και αργότερα με τη Βάσω Μανωλίδου.

Το 1943 θα πάρει μέρος στην πρώτη του κινηματογραφική ταινία, «Η φωνή της καρδιάς», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ιωαννόπουλου. Πρόκειται για την πρώτη ταινία που γυρίστηκε μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα καθώς και για την πρώτη παραγωγή της «Φίνος Φιλμ». Τον αμέσως επόμενο χρόνο, το 1944, θα πάρει μέρος στην ταινία «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα.

Το 1945 συνεργάστηκε με το θίασο της Μελίνας Μερκούρη και του Νίκου Χατζίσκου, στο έργο «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ». Τπ 1946 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, όπου παρέμεινε έως το 1950.

Το 1950 θα παίξει στην τρίτη του ταινία, τον «Μεθύστακα» του Γιώργου Τζαβέλλα, όπου πρωταγωνίστησε ο Ορέστης Μακρής
Το 1951 φεύγει με υποτροφία ενός έτους του Βρεττανικού Ινστιτούτου για την Αγγλία. Ακολούθως, πηγαίνει στην Αμερική, όπου ενημερώνεται για την παγκόσμια θεατρική κίνηση.

Γυρίζοντας, το 1952, στην Ελλάδα, συγκροτεί θίασο με τον Γιώργο Παππά και την Έλλη Λαμπέτη. Από τότε χρονολογείται ο έρωτας και η σχέση του με τη Λαμπέτη, που θα κρατήσει 7 χρόνια. Η επαγγελματική συνεργασία του με τη Λαμπέτη περιλαμβάνει τη δημιουργία δικού τους θιάσου αλλά και την κοινή τους εμφάνιση σε ταινίες που άφησαν εποχή: «Κυριακάτικο ξύπνημα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1954) «Η κάλπικη λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα (1955), «Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1956).

Δημοφιλής ήταν και η ραδιοφωνική εκπομπή του με τίτλο «Ο Ταχυδρόμος Έφτασε». Με μια σουρεαλιστική ειρωνεία στη φωνή του, διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών, σε κείμενα του Κώστα Πρετεντέρη. Συμμετείχε, επίσης, σε πολλά ραδιοφωνικά θεατρικά έργα.

Το 1958 γυρίζει την επόμενη μεγάλη επιτυχία του στον κινηματογράφο, την ταινία «Μια ζωή την έχουμε» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα. Το 1959 χωρίζει από την Έλλη Λαμπέτη και συνεχίζει τη θεατρική του πορεία μόνος. Το 1960 γυρίζει την ταινία «Μια του κλέφτη» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Ιωαννόπουλου και με συμπρωταγωνίστρια την Κάκια Αναλυτή. Με την ερμηνεία του στην ταινία αποσπά το βραβείο Α' ανδρικού ρόλου, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης την ίδια χρονιά. Το 1961 κερδίζει και το δεύτερο βραβείο του – Α' ανδρικου ρόλου - στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την ταινία «Αλίμονο στους νέους» του Αλέκου Σακελλάριου, ενώ το 1962 συμμετέχει στην ταινία-ντοκυμαντέρ «Η Αθήνα τη νύχτα».

Το 1967 παντρεύτηκε την Άννα Γουλανδρή (χήρα Παπάγου), η οποία είχε ήδη δύο παιδιά. Έζησαν μαζί μέχρι το θάνατό της, το 1988. Με τη σύζυγό του ίδρυσαν το «Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν», σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού.

Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής της ΕΡΤ την περίοδο 1974-1975. Υπήρξε στενότατος φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία με το μετάλειο του Χρυσού Σταυρού Γεωργίου Α'.

Ο Δημήτρης Χορν τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του (από το 1994) έπασχε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Τελικά, πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 1998, από καρκίνο. Κηδεύτηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 2000 καθιερώθηκε στη μνήμη του το Βραβείο Χορν, το οποίο απονέμεται στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους άνδρες ηθοποιούς κάθε χρονιάς.

Πάμε τώρα στις «προσωπικές εντυπώσεις»...

Ο Χορν υπήρξε ο κατ’ εξοχήν «στυλιζαρισμένος αντι-στάρ». Ο άνθρωπος που μπορούσε να αποδώσει την καλύτερη ερμηνεία ρόλων του Σαίξπηρ και στο αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο να δηλώσει ότι ήταν απαίσιος και χειρότερος από κάθε φορά. Ακόμα και μέχρι την τελευταία του συνέντευξη επέμεινε να μιλά για τον εαυτό του ως, στην καλύτερη περίπτωση, μια «χρυσή» μετριότητα(!) Γνώριζε ότι ήταν μεγάλος και ήθελε μονίμως να «το παίζει» μετριόφρων; Ήταν πράγματι τόσο αυτοκαταστροφικός; Μικρή σημασία έχει πλέον. Αυτό που κυρίως χαρακτήρισε τον Τάκη Χορν ήταν το ασίγαστο πάθος του να ζήσει πραγματικά κάθε ικμάδα του ρόλου τον οποίο υποδυόταν. Να τον ζήσει ο ίδιος, όχι να μπει απλά στα παπούτσια του ρόλου. Πέτυχε έτσι να βγάζει κάθε φορά τη δική του αλήθεια μέσα από το επί σκηνής προσωπείο. Πίστευε βαθιά στη «σφραγίδα» του ηθοποιού πάνω στο ρόλο και ίσως γι’ αυτό να υποτιμούσε πάντα τόσο πολύ τον εαυτό του, μπροστά στους μεγάλους ρόλους που έπαιξε.

Μεγαλώνοντας συνήθιζε να λέει: «Μη φοβάσαι το τρακ. Πηγαίνει πάντα εκεί, όπου υπάρχει ταλέντο»...

Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο μάστορας της υποκριτικής, στα πρώτα του χρόνια στερείτο προσανατολισμού και κατάφερε μπήκε στο Εθνικό Θέατρο κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή με «μέσο» το όνομα του πατέρα του, καθώς η προθεσμία των αιτήσεων συμμετοχής στις εισαγωγικές εξετάσεις είχε λήξει. Στη μετέπειτα προσωπική του ζωή υπήρξε άστατος, πολλάκις ερωτευμένος και εραστής της ζωής. Αν μπορούσε κανείς να πει με λίγα λόγια τι ήταν ο Χορν με βάση το σύνολο της εργογραφίας του, θα τον χαρακτήριζε με έναν εκρηκτικό συνδυασμό δύο ρόλων που ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία και καταλήγουν στον ίδιο σκοπό: Τη βίωση της ζωής στο έπακρό της.

Από τη μία ο μικροαστός υπαλληλάκος, ταμίας τράπεζας - στην ταινία "Μια ζωή την έχουμε" (σκηνοθεσία Γ. Τζαβέλλα, Φίνος Φιλμ, 1958) - που «σπάει τα δεσμά» της «φυλακής» του όταν αδυνατεί, ύστερα από ατελείωτους υπολογισμούς, να δικαιολογήσει το πλεονάζον ποσό του 1.101.101,10 δραχμών που βρέθηκε στα χαρτιά του και τελικά αποφασίζει να το καταχραστεί για να ζήσει τη μεγάλη ζωή που πάντα στερείτο και να καταλήξει στη φυλακή.


Από την άλλη ο γέρος, πλούσιος μεν αλλά απόμαχος της ζωής - στην ταινία "Αλίμονο στους Νέους" (Αλ. Σακελλάριος, 1961) - που πουλάει την ψυχή του στο διάβολο για να ξαναγίνει νέος. Απένταρος, αλλά ΝΕΟΣ. Το καταφέρνει μόνο στον ύπνο του, όπου, ως άλλος Φάουστ, ονειρεύεται ότι παλεύει να κερδίσει τη ζωή ως νεανίας που «βράζει το αίμα του» έναντι του γηραιού φίλου του με τα πολλά λεφτά, τα οποία όμως τελικά κερδίζουν το παιχνίδι, καθώς η... περί ης ο λόγος Μάρω Κοντού προτιμά την αποκατάσταση από τον έρωτα, στη δύσκολη εποχή των αρχών του '60 (πάντα επίκαιρο το σενάριο φυσικά...)


Τελικά, από τους δύο αυτούς ρόλους, μπορεί ίσως κανείς να βγάλει συμπέρασμα για την ψυχοσύνθεση και τη ζωή του Χορν. Ο Χορν έκανε το μαγικό κυνήγι της ευτυχίας πράξη και κέρδισε... χάνοντας!

Η «αυλαία» «έπεσε» στις 16 Ιανουαρίου του 1998, λίγο καιρό πριν ο γράφων κλείσει τα 5 του χρόνια. Μα όποτε και να γεννιόμουν, το ίδιο μάθημα θα έπαιρνα από τον Τάκη Χορν: «Κανένα ελάττωμα δεν μπορεί να σου στερήσει την επιτυχία».*

*Ο ίδιος δεν έβλεπε τους συμπρωταγωνιστές του στη σκηνή, επειδή είχε μυωπία.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

"Ο Έλληνας Τούρκος": Από τη σκλαβιά στον παράδεισο

Μία απίστευτη ιστορία από τα χρόνια της ελληνικής επανάστασης φέρνει στο φως ένα νέο ιστορικό πόνημα. Πρόκειται για την ιστορία ενός παιδιού που σώθηκε από τη σφαγή της Χίου, το 1822, πουλήθηκε ως σκλάβος και κατέληξε να γίνει Μέγας Βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 




Ουδείς από τους κατοίκους της Χίου φανταζόταν τι θα ακολουθήσει βλέποντας την ανοιξιάτικη εκείνη ημέρα του 1822, Μεγάλη Εβδομάδα, στα ανοιχτά της θάλασσας την τεράστια τουρκική αρμάδα να κατευθύνεται στο εξεγερμένο νησί. Οι Τούρκοι δεν θα αποβιβαστούν τούτη τη φορά για μία από τις συνήθεις επιχειρήσεις καταστολής και παραδειγματισμού των επαναστατών, αλλά για να αφανίσουν το ευτυχισμένο νησί. Και δεν θ’ αφήσουν πέτρα πάνω στην πέτρα. Εσφαξαν, έκαψαν, ατίμασαν, άρπαξαν γυναικόπαιδα για να τα πουλήσουν δούλους και να «εμπλουτίσουν» τα χαρέμια.

Ο πολιτισμένος κόσμος θα φρίξει από τη βαρβαρότητα, ο Ντελακρουά θα αποτυπώσει τη σφαγή σ’ ένα από τα μεγαλειώδη έργα του, «...θάνατος πέρα ώς πέρα» θα γράψει στο ποίημά του «Το αγόρι της Χίου» ο Βίκτωρ Ουγκό, στη Δύση θα φουντώσει ο φιλελληνισμός που θα λειτουργήσει ως καύσιμο για τους επαναστατημένους Ελληνες.

Ο Ιμπραήμ Εντχεμ Πασάς ήταν τότε έξι ή οχτώ χρόνων. Δεν ήταν αυτό το όνομά του, και ούτε βεβαίως είχε το αξίωμα του πασά. Ο Ιμπραήμ ήταν Ελληνας, χριστιανός ορθόδοξος και κανείς δεν γνωρίζει το πραγματικό του όνομα. Το βέβαιο είναι ότι αυτό το «αγόρι της Χίου», που σώθηκε από τη σφαγή, πουλήθηκε ως σκλάβος, έφτασε να γίνει Μέγας Βεζίρης, πρωθυπουργός δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τη διαδρομή του μικρού Ελληνόπουλου από την «κόλαση της Χίου» το 1822 στον παράδεισο της Υψηλής Πύλης, όπως αποτυπώνεται στα υπάρχοντα αρχεία, περιγράφει ο συγγραφέας κ. Χρίστος Χριστοδούλου στο βιβλίο του με τίτλο «Ο Eλληνας Τούρκος» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη (Επίκεντρο).

Ο μικρός Ελληνας θα πουληθεί σκλάβος στον Τούρκο αρχιναύαρχο Χουσρέβ Πασά, που ήταν άτεκνος, και σύμφωνα με τα τότε έθιμα του πολέμου πρώτα θα προσηλυτιστεί στο Ισλάμ. Αντιλαμβανόμενος ότι είχε να κάνει με παιδί υψηλής ευφυΐας ο Οθωμανός αξιωματούχος έστειλε τον Ιμπραήμ στο Παρίσι για σπουδές απ’ όπου επέστρεψε με το πτυχίο του μεταλλειολόγου μηχανικού και εντάχθηκε στον στρατό. Θα ακολουθήσει μια ξέφρενη πορεία προς την κορυφή της πυραμίδας εξουσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τον «Ελληνα Τούρκο» να κατακτά σε διάστημα 50 χρόνων τις πιο υψηλές θέσεις του κράτους, όπως αξιωματικός του στρατού, υπασπιστής του σουλτάνου, υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Δημοσίων Εργων, υπουργός Υγιεινής, κυβερνήτης των Ιωαννίνων, υπουργός Εξωτερικών, πρεσβευτής, πρόεδρος του συμβουλίου επικρατείας, συντάκτης των κυριότερων εκσυγχρονιστικών και μεταρρυθμιστικών νομοθετημάτων της Αυτοκρατορίας, και τέλος Μέγας Βεζίρης.

«Η ελληνική καταγωγή του ήταν σε όλους γνωστή. Ο ίδιος όμως και το περιβάλλον του τροφοδοτούσαν την άποψη ότι ήταν μουσουλμάνος Κιρκασιανής καταγωγής, κάτι που δεν επικράτησε τελικά. Ο Ιμπραήμ Εντχέμ έζησε μια ζωή μουσουλμάνου ζηλωτή, προσεκτικά οργανωμένη ώστε να μην παρεξηγηθεί ως ψευδομουσουλμάνος ή αποστάτης. Γι’ αυτό αφιερώθηκε με ειλικρίνεια και εντιμότητα στην υπηρεσία της Αυτοκρατορίας που τον ανέδειξε παρότι του στέρησε την οικογένεια, τη θρησκεία και το νησί του», λέει στην «Κ» ο κ. Χριστοδούλου.

Καταγωγή


Το βιβλίο υιοθετεί τρεις βασικές εκδοχές ως προς την ελληνική του καταγωγή. «Κάποιοι Χιώτες ερευνητές αναφέρουν την οικογένεια Πυρρίκη από τη Βέσσα της Χίου. Ο μεγαλοτραπεζίτης Γεώργιος Ζαρίφης, στενός φίλος του Μεγάλου Βεζίρη και δανειστής του Οθωμανικού κράτους, ισχυρίζεται ότι ο Εντχέμ καταγόταν από τους Σκαραμαγκάδες, άποψη που μάλλον φαίνεται να προτιμούν οι σημερινοί απόγονοί του στην Τουρκία. Τέλος, υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή που την εμφάνισαν οι εφημερίδες της Αθήνας το 1877, την περίοδο που ο Εντχέμ έγινε Μέγας Βεζίρης: Οτι τάχα ο πασάς είχε στη μικρή τότε ελληνική πρωτεύουσα αδελφό καθηγητή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου από την οικογένεια Κόκκινου της Χίου».

Ο Ιμπραήμ Εντχέμ Πασάς πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1893 και τάφηκε στο Τέμενος της Μιχριμάχ Σουλτάνας στο Σκούταρι, που έχτισε ο κατά πολλούς ελληνικής επίσης καταγωγής, μεγαλοφυής αρχιτέκτονας Σινάν. Η είδηση του θανάτου του και το ελληνικό βιογραφικό του έτυχαν τότε παγκόσμιας προβολής.

Ο μεγάλος γιος του, ο Οσμάν Χαμντί Μπέης, θεωρείται σήμερα ο μεγαλύτερος ζωγράφος της Τουρκίας και ήταν ο μόνος που δήλωνε ότι η καταγωγή τους ήταν ελληνική.

Πηγή: "Η Καθημερινή" (βλ. http://www.kathimerini.gr/884265/article/epikairothta/ellada/agori-ths-xioy-apo-sklavos-vezirhs

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Ισοκράτης: Συμβουλές για μια χρηστή διακυβέρνηση


Η σημερινή ανάρτηση δεν αποτελεί ένα ακόμη αφιέρωμα. Περισσότερο πρόκειται για έναν ιστορικό σηματοδότη για όλους τους πολιτικούς άρχοντες Ο πάντα επίκαιρος Ισοκράτης, όσο αγοραφοβικός ήταν, τόσο πάθος και ευθυκρισεία τον χαρακτήριζαν, τα οποία και αποτύπωνε στα γραπτά του. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο μεγάλος ρητοροδιδάσκαλος αναλύει την έννοια της χρηστής διακυβέρνησης. Οι συμβουλές προς τον εκάστοτε ηγεμόνα όσον αφορά τον τρόπο επιλογής των ανθρώπων του στενού του περιβάλλοντος πρέπει να χαρακτηρίζονται, κατά τον Ισοκράτη, από τις αρετές της εγκράτειας, της σωφροσύνης και της τήρησης του ορθού μέτρου.

 [27] Φίλους κτῶ μὴ πάντας τοὺς βουλομένους, ἀλλὰ
τοὺς τῆς σῆς φύσεως ἀξίους ὄντας, μηδὲ μεθ’ ὧν ἥδιστα
συνδιατρίψεις, ἀλλὰ μεθ’ ὧν ἄριστα τὴν πόλιν διοικήσεις.
ἀκριβεῖς ποιοῦ τὰς δοκιμασίας τῶν συνόντων, εἰδὼς ὅτι
πάντες οἱ μή σοι πλησιάσαντες ὅμοιόν σε τοῖς χρωμένοις
εἶναι νομιοῦσιν. τοιούτους ἐφίστη τοῖς πράγμασιν τοῖς μὴ
διὰ σοῦ γιγνομένοις, ὡς αὐτὸς τὰς αἰτίας ἕξων ὧν ἂν ἐκεῖνοι
πράξωσιν. [28] πιστοὺς ἡγοῦ μὴ τοὺς ἅπαν ὅ τι ἂν λέγῃς ἢ
ποιῇς ἐπαινοῦντας, ἀλλὰ τοὺς τοῖς ἁμαρτανομένοις ἐπιτι-
μῶντας. δίδου παρρησίαν τοῖς εὖ φρονοῦσιν, ἵνα περὶ ὧν
ἂν ἀμφιγνοῇς, ἔχῃς τοὺς συνδοκιμάσοντας. διόρα καὶ τοὺς
τέχνῃ κολακεύοντας καὶ τοὺς μετ’ εὐνοίας θεραπεύοντας,
ἵνα μὴ πλέον οἱ πονηροὶ τῶν χρηστῶν ἔχωσιν. ἄκουε τοὺς
λόγους τοὺς περὶ ἀλλήλων, καὶ πειρῶ γνωρίζειν ἅμα τούς
τε λέγοντας, ὁποῖοί τινές εἰσι, καὶ περὶ ὧν ἂν λέγωσιν.
[29] ταῖς αὐταῖς κόλαζε ζημίαις τοὺς ψευδῶς διαβάλλοντας,
αἷσπερ τοὺς ἐξαμαρτάνοντας.

    Ἄρχε σαυτοῦ μηδὲν ἧττον ἢ τῶν ἄλλων, καὶ τοῦθ’
ἡγοῦ βασιλικώτατον, ἂν μηδεμιᾷ δουλεύῃς τῶν ἡδονῶν,
ἀλλὰ κρατῇς τῶν ἐπιθυμιῶν μᾶλλον ἢ τῶν πολιτῶν. μηδε-
μίαν συνουσίαν εἰκῇ προσδέχου μηδ’ ἀλογίστως, ἀλλ’ ἐπ’
ἐκείναις ταῖς διατριβαῖς ἔθιζε σαυτὸν χαίρειν, ἐξ ὧν αὐτός
τ’ ἐπιδώσεις καὶ τοῖς ἄλλοις βελτίων εἶναι δόξεις. [30] μὴ
φαίνου φιλοτιμούμενος ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἃ καὶ τοῖς κακοῖς
διαπράξασθαι δυνατόν ἐστιν, ἀλλ’ ἐπ’ ἀρετῇ μέγα φρονῶν,
ἧς οὐδὲν μέρος τοῖς πονηροῖς μέτεστιν. νόμιζε τῶν τιμῶν
ἀληθεστάτας εἶναι μὴ τὰς ἐν τῷ φανερῷ μετὰ δέους γιγνο-
μένας, ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ παρ’ αὑτοῖς ὄντες μᾶλλόν σου τὴν
γνώμην ἢ τὴν τύχην θαυμάζωσιν. λάνθανε μέν, ἢν ἐπί τῴ
σοι συμβῇ τῶν φαύλων χαίρειν, ἐνδείκνυσο δὲ περὶ τὰ
μέγιστα σπουδάζων.

    [31] Μὴ τοὺς μὲν ἄλλους ἀξίου κοσμίως ζῆν τοὺς δὲ
βασιλεῖς ἀτάκτως, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ σωφροσύνην παρά-
δειγμα τοῖς ἄλλοις καθίστη, γιγνώσκων ὅτι τὸ τῆς πόλεως
ὅλης ἦθος ὁμοιοῦται τοῖς ἄρχουσιν. σημεῖον ἔστω σοι τοῦ
καλῶς βασιλεύειν, ἂν τοὺς ἀρχομένους ὁρᾷς εὐπορωτέρους
καὶ σωφρονεστέρους γιγνομένους διὰ τὴν σὴν ἐπιμέλειαν.
[32] περὶ πλείονος ποιοῦ δόξαν καλὴν ἢ πλοῦτον μέγαν τοῖς
παισὶν καταλιπεῖν· ὁ μὲν γὰρ θνητός, ἡ δ’ ἀθάνατος, καὶ
δόξῃ μὲν χρήματα κτητά, δόξα δὲ χρημάτων οὐκ ὠνητή, καὶ
τὰ μὲν καὶ φαύλοις παραγίγνεται, τὴν δ’ οὐχ οἷόν τε ἀλλ’ ἢ
τοὺς διενεγκόντας κτήσασθαι. τρύφα μὲν ἐν ταῖς ἐσθῆσι καὶ
τοῖς περὶ τὸ σῶμα κόσμοις, καρτέρει δ’ ὡς χρὴ τοὺς βασιλεύ-
οντας ἐν τοῖς ἄλλοις ἐπιτηδεύμασιν, ἵν’ οἱ μὲν ὁρῶντες διὰ
τὴν ὄψιν ἄξιόν σε τῆς ἀρχῆς εἶναι νομίζωσιν, οἱ δὲ συνόντες
διὰ τὴν τῆς ψυχῆς ῥώμην τὴν αὐτὴν ἐκείνοις γνώμην ἔχωσιν.

     [33] Ἐπισκόπει τοὺς λόγους ἀεὶ τοὺς σαυτοῦ καὶ τὰς
πράξεις, ἵν’ ὡς ἐλαχίστοις ἁμαρτήμασιν περιπίπτῃς. κράτι-
στον μὲν τῆς ἀκμῆς τῶν καιρῶν τυγχάνειν, ἐπειδὴ δὲ δυσ-
καταμαθήτως ἔχουσιν, ἐλλείπειν αἱροῦ καὶ μὴ πλεονάζειν·
αἱ γὰρ μετριότητες μᾶλλον ἐν ταῖς ἐνδείαις ἢ ταῖς ὑπερβο-
λαῖς ἔνεισιν. [34] ἀστεῖος εἶναι πειρῶ καὶ σεμνός· τὸ μὲν
γὰρ τῇ τυραννίδι πρέπει, τὸ δὲ πρὸς τὰς συνουσίας ἁρμότ-
τει. χαλεπώτατον δὲ τοῦτο πάντων ἐστὶ τῶν προσταγμά-
των· εὑρήσεις γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τοὺς μὲν σεμνυνομένους
ψυχροὺς ὄντας, τοὺς δὲ βουλομένους ἀστείους εἶναι ταπει-
νοὺς φαινομένους. δεῖ δὲ χρῆσθαι μὲν ἀμφοτέραις ταῖς ἰδέαις
ταύταις, τὴν δὲ συμφορὰν τὴν ἑκατέρᾳ προσοῦσαν διαφεύ-
γειν. [35] ὅ τι ἂν ἀκριβῶσαι βουληθῇς ὧν ἐπίστασθαι προσή-
κει τοὺς βασιλεῖς, ἐμπειρίᾳ μέτιθι καὶ φιλοσοφίᾳ· τὸ μὲν γὰρ
φιλοσοφεῖν τὰς ὁδούς σοι δείξει, τὸ δ’ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἔργων
γυμνάζεσθαι δύνασθαί σε χρῆσθαι τοῖς πράγμασι ποιήσει.

Ισοκράτης προς Νικοκλέα (2.27-35)


Μετάφραση Κ.Θ. Αραπόπουλος. 1950. Ισοκράτους Προς Δημόνικον, Προς Νικοκλέα, Νικοκλής ή Κύπριοι. Αρχαίον κείμενον, εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις. Αθήνα: Πάπυρος.

[27] Να αποκτάς φίλους όχι όλους όσοι θέλουν την φιλίαν σου, αλλ' εκείνους που προσαρμόζονται εις τον χαρακτήρα σου, ούτε εκείνους με τους οποίους θα περάσης ευχάριστα τον χρόνον, αλλά εκείνους μετά των οποίων θα διοικήσης άριστα την πόλιν. Να ελέγχης με ακρίβειαν εκείνους που σε συναναστρέφονται με την πεποίθησιν, ότι όλοι όσοι δεν δύνανται να σε πλησιάσουν, θα πιστεύσουν ότι είσαι όμοιος με εκείνους που απολαύουν την φιλίαν σου. Εις τας υποθέσεις, που δεν διεξάγονται υπό σού, να διορίζης προς διαχείρισίν των άλλους με την ιδέαν ότι συ ο ίδιος θα ευθύνεσαι δι' όσα εκείνοι θα πράξουν. [28] Να νομίζης ως τους πλέον πιστούς σου φίλους όχι εκείνους που επαινούν παν ό,τι ήθελες είπει ή πράξει, αλλ' εκείνους που σε επικρίνουν διά τα σφάλματά σου. Να παρέχης ελευθερίαν λόγου εις τους ορθώς σκεπτομένους, διά να έχης εκείνους με τους οποίους μαζί θα εξετάσης τα ζητήματα διά τα οποία αμφιβάλλεις. Να διακρίνης τους επιτηδείους κόλακας από εκείνους, οι οποίοι προσφέρουν τας υπηρεσίας των κινούμενοι από ευμενή διάθεσιν, διά να μη ευρίσκωνται πλησίον σου εις ανωτέραν μοίραν οι κακοί από τους εναρέτους. Άκουε τους λόγους τους οποίους λέγουν οι άνθρωποι περί αλλήλων και προσπάθει να διαφωτίζεσαι συγχρόνως και δι' εκείνους που ομιλούν ποίοι είναι και δι' εκείνους διά τους οποίους ούτοι ομιλούν. [29] Με τας ιδίας τιμωρίας να τιμωρής τους συκοφάντας με τας οποίας τιμωρείς τους εγκληματούντας.
Να κυριαρχής του εαυτού σου εξ ίσου όπως εξουσιάζεις τους άλλους, και τούτο να νομίζης ότι είναι το κατ' εξοχήν προτέρημα του βασιλέως, δηλαδή να μη εξουσιάζεσαι από καμμίαν ηδονήν, αλλά περισσότερον να είσαι κυρίαρχος των παθών σου, παρά των πολιτών. Να μη συνάπτης κανένα σύνδεσμον άνευ λόγου και απερισκέπτως, αλλά να συνηθίζης τον εαυτόν σου να ευχαριστήται με εκείνας εκ των ενασχολήσεων, εκ των οποίων και συ ο ίδιος θα προοδεύσης και εις τους άλλους θα φανής ότι είσαι καλύτερος.
[30] Να μη στηρίζης την φήμην σου εις τας τοιαύτας πράξεις τας οποίας και οι κακοί δύνανται να πράξουν, αλλά να φαίνεσαι ότι είσαι υπερήφανος διά την αρετήν σου, της οποίας ουδόλως μετέχουν οι κακοί. Να νομίζης ότι αληθέσταται εκ των τιμών είναι όχι εκείναι αι οποίαι αποδίδονται εις το φανερόν και εμπνέονται από φόβον, αλλ' αι τιμαί, αι οποίαι προέρχονται από ανθρώπους, οι οποίοι ευρισκόμενοι μόνοι των θαυμάζουν μάλλον τον χαρακτήρα σου παρά την περιουσίαν σου. Να προσπαθής να μη γίνεσαι αντιληπτός, αν σου συμβή να ευχαριστηθής διά κάτι ανάξιον λόγου, να φαίνεσαι δε ότι ασχολείσαι με τα ευγενή και μεγάλα. [31] Να μη έχεις την αξίωσιν οι μεν άλλοι να ζουν κοσμίως, οι δε βασιλείς χωρίς ευπρέπειαν, αλλά την ιδικήν σου σωφροσύνην να παρέχης παράδειγμα εις τους άλλους, έχων υπ' όψιν σου ότι ο χαρακτήρ ολοκλήρου της πόλεως διαμορφούται κατά τρόπον όμοιον προς τον χαρακτήρα των αρχόντων. Ας είναι εις σε ως σημείον ότι κυβερνάς με σωφροσύνην το ότι βλέπεις τους υπηκόους σου να γίνωνται ευπορώτεροι και χρηστότεροι το ήθος διά των φροντίδων σου. [32] Να θέτης εις ανωτέραν μοίραν το να αφήσης εις τα παιδιά σου καλόν όνομα παρά μεγάλην περιουσίαν· διότι ο μεν πλούτος είναι θνητός η δε καλή φήμη αθάνατος, και διά της καλής μεν φήμης δύνανται να αποκτηθούν τα χρήματα, αλλά η καλή φήμη δεν δύναται να εξαγορασθή διά των χρημάτων· και τα μεν χρήματα έρχονται εις τας χείρας και των κακών, την δε καλήν φήμην δεν είναι δυνατόν να αποκτήσουν παρά μόνον όσοι διεκρίθησαν. Να ενδύεσαι με μεγαλοπρέπειαν και να καλλωπίζεσαι, τουναντίον δε να τηρής το μέτρον εις τας άλλας συνηθείας της ζωής, όπως αρμόζει εις τους βασιλείς, ίνα εκείνοι μεν που σε βλέπουν σε νομίζουν άξιον της αρχής κρίνοντες από την καθόλου εξωτερικήν εμφάνισιν, όσοι δε σε συναναστρέφονται, βλέποντες την δύναμιν της ψυχής σου, να έχουν την ιδίαν γνώμην περί σού με όσους κρίνουν από την εξωτερικήν σου όψιν. [33] Να εξετάζης μετά προσοχής πάντοτε τους λόγους σου και τας πράξεις σου, διά να περιπίπτης όσον το δυνατόν εις ολιγώτερα σφάλματα. Διότι άριστον μεν είναι να επιτυγχάνη κανείς το προσήκον μέτρον, αλλ' επειδή δυσκόλως γίνεται τούτο αντιληπτόν, να προτιμάς να έχης ολιγώτερα του δέοντος και όχι περισσότερα· διότι το προσήκον μέτρον (το ορθόν) ενυπάρχει μάλλον εις την έλλειψιν παρά εις την υπερβολήν.
[34] Να είσαι ευγενής εις τους τρόπους σου και σοβαρός· διότι η μεν σοβαρότης αρμόζει εις την άσκησιν της απολύτου εξουσίας, η δε ευγένεια είναι το στόλισμα της εν τη κοινωνία αναστροφής· η συμβουλή αύτη είναι η δυσκολωτάτη από όλας τας συμβουλάς· διότι θα εύρης ως επί το πολύ εκείνους μεν που είναι σοβαροί να είναι ψυχροί, εκείνοι δε που θέλουν να είναι ευγενείς, να φαίνωνται ταπεινοί· πρέπει λοιπόν να μεταχειρίζεσαι μεν και τας δύο ταύτας ιδιότητας, να αποφεύγης δε το μειονέκτημα που υπάρχει εις εκάστην εκ τούτων. [35] Ό,τι θελήσης να εξακριβώσης εξ εκείνων τα οποία πρέπει να γνωρίζουν οι βασιλείς, να το επιδιώκης συνενώνων την πείραν με την θεωρίαν· διότι η μεν θεωρία θα σου δείξη την μέθοδον της ερεύνης, το να γυμνάζεσαι δε επάνω εις αυτά τα έργα (η εμπειρία) θα σε κάμη να δύνασαι να μεταχειρίζεσαι αυτά τα πράγματα.

Πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα - Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Θίοντορ Ρούζβελτ: Ο ακούραστος καταθλιπτικός πρόεδρος



Ο Θίοντορ Ρούζβελτ ήταν ένας πραγματικά ακούραστος άνθρωπος. Αντιπρόεδρος επί Γουίλιαμ ΜακΚίνλι, τον διαδέχθηκε στην προεδρία των ΗΠΑ όταν εκείνος δολοφονήθηκε, στις 14 Σεπτεμβρίου 1901. Ο Ρούζβελτ ήταν τότε μόλις 43 ετών. Επανεξελέγη το 1904 και παραιτήθηκε το 1909, στα 51 του χρόνια. Σήμερα, ο Ρούζβελτ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς προέδρους όλων των εποχών, αντάξιος του Λίνκολν και του Ουάσινγκτον. Για να περιγράψει τον φρενήρη χαρακτήρα του, ο τιμημένος με Πούλιτζερ βιογράφος του, Έντμουντ Μόρις, δανείστηκε μια φράση από ένα σύντομο αλλά διεισδυτικό δοκίμιο του Γάλλου συγγραφέα Λεόν Μπαζαλζέτ: "Αυτά τα ξεχειλίσματα φαινομενικής επιθετικότητας, βίαια και παιχνιώδη ταυτόχρονα, ήταν περισσότερο ενδεικτικά ενεργητικότητας, παρά σοβαρής σκέψης. Το φράγμα έπρεπε να ξεχειλίζει διαρκώς, για να παραμείνει καθαρό και γαλήνιο το νερό στον πυθμένα".

Εκτός από την παροιμιώδη ενεργητικότητά του, ο Αμερικανός πρόεδρος υπέφερε από περιοδικές κρίσεις κατάθλιψης. Η πολιτική του ανέλιξη ήταν σχεδόν μυθιστορηματική.

Ύστερα από αρκετές πιέσεις, ο Ρούζβελτ κατάφερε να διοριστεί βοηθός υπουργός Ναυτικών, στις 19 Απριλίου 1887. Δεν άργησε να αφήσει τη σφραγίδα του στο υπουργείο, θέτοντάς το ουσιαστικά σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση. Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, το Κογκρέσο ψήφισε υπέρ της κουβανικής ανεξαρτησίας. Την επόμενη μέρα, ο πρόεδρος ΜακΚίνλι υπέγραψε το ψήφισμα και δεσμεύτηκε για παραχωρήσει τη διακυβέρνηση της χώρας στον κουβανικό λαό μετά την απελευθέρωση. Στις 23 Απριλίου, ο ΜακΚίνλι έκανε έκκληση για την κατάταξη 125.000 εθελοντών στον τακτικό αμερικανικό στρατό, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αριθμούσε 28.000 άνδρες. Ο Ρούζβελτ ανέλαβε δράση. Μέσα σε λίγες μέρες, η πρώτη ίλη ιππικού, οι περίφημοι "Θυελλώδεις Ιππείς", ήταν γεγονός και ο Τίθαντορ (Teethadore), όπως τον αποκαλούσε η New York Press για τα πεταχτά του δόντια, ετοιμαζόταν να γράψει ιστορία. Ως συνταγματάρχης, οδήγησε τους άνδρες του στη νίκη στη μάχη του Λόφου του Σαν Χουάν, την 1η Ιουλίου 1888, στον ισπανοαμερικανικό πόλεμο. Κατόπιν, εξελέγη κυβερνήτης της Νέας Υόρκης με άνετη πλειοψηφία και στη συνέχεια υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση του αντιπροέδρου με τους Ρεπουμπλικανούς.

Από τα παιδικά του χρόνια ο Ρούζβελτ υπέφερε από κρίσεις άσθματος και διάρροιες, αλλά αγνοούσε τους γιατρούς του που του συνιστούσαν να προσέχει. Στις 14 Φεβρουαρίου 1884 η μητέρα του πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Έντεκα ώρες αργότερα, την ίδια μέρα, πέθανε και η σύζυγός του, η Άλις Λη, από τη νόσο του Μπράιτ, κάποια μορφή εντερίτιδας, λίγο μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Ο Ρούζβελτ έγινε ράκος. Η καταχώριση στο ημερολόγιό του εκείνη την ημέρα αποτελείται από μία μόνο φράση: "Έσβησε το φως της ζωής μου". Ήταν μόλις 25 ετών. Κατέφυγε στο αγρόκτημά του και άρχισε να γυμνάζεται και να κάνει ιππασία εντατικά, για να ξεχάσει τη θλίψη του. Αργότερα, ταλαιπωρήθηκε και από άλλες κρίσεις άσθματος, απόρροια του υπερβολικού άγχους του. Πολλοί ψυχολόγοι και βιογράφοι θεωρούν πλέον ότι ο Ρούζβελτ έπασχε από διπολική διαταραχή.

Ο Ρούζβελτ έκανε ορειβασία στην ψηλότερη κορυφή της οροσειράς Αντιροντάκ, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όταν πληροφορήθηκε ότι ο ΜακΚίνλι είχε δολοφονηθεί. Ευθύς αμέσως ανέλαβε τα προεδρικά καθήκοντα, διατηρώντας τα για επτά χρόνια. Στο διάστημα της προεδρίας του οι κρίσεις άγχους και άσθματος πέρασαν στο περιθώριο και δεν στάθηκαν εμπόδιο στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι ιστορικοί: "Η έμφυτη επιθετικότητά του κυριαρχούσε στα νεανικά του χρόνια, αλλά στην ωριμότητά του είχε πλέον σμιλέψει τον χαρακτήρα του και κατάφερνε να δείξει αυτοσυγκράτηση, σαν ηφαίστειο σκεπασμένο με στερεοποιημένη λάβα. Δεν υπήρξαν σοβαρές ρωγμές για τρία χρόνια - πριν από την ανάληψη της προεδρίας". Ως πρόεδρος, ο Ρούζβελτ επιδιδόταν με πάθος στο μποξ, προφανώς για να εκτονώσει την επιθετικότητά του. Κατά τη διάρκεια φιλικού πυγμαχικού αγώνα τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα να χάσει οριστικά την όραση από το αριστερό του μάτι, γεγονός που αποσιωπήθηκε τότε από την κοινή γνώμη.

Παρά τις επιθετικές του τάσεις, ο Ρούζβελτ διέγραψε μία άκρως επιτυχημένη πορεία στο "οβάλ γραφείο". Διασφάλισε τη διάνοιξη της Διώρυγας του Παναμά, αναγνωρίζοντας τη στραγητική αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας διόδου ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Δίνοντας μία διαφορετική ερμηνεία στο περίφημο "Δόγμα Μονρόε", απέκλεισε την ίδρυση ξένων βάσεων στην Καραϊβική, εξασφαλίζοντας έτσι για τις Ηνωμένες Πολιτείες το αποκλειστικό δικαίωμα παρέμβασης στη Λατινική Αμερική. Η Κούβα απελευθερώθηκε και οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ενισχύθηκαν.

Το 1905 ο Ρούζβελτ πέτυχε την υπογραφή ειρηνευτικής συνθήκης ανάμεσα στην Ιαπωνία και τη Ρωσία, για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Επίσης, επιδόθηκε σε μια επιχείρηση εκκαθάρισης της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα περιστατικά δημόσιου ξυλοδαρμού. Ακόμα, έθεσε το θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, επαναφέροντας τον νόμο κατά των τραστ.

Το 1906 χειρίστηκε με υπερβολική αυστηρότητα την απειθαρχία κάποιων μαύρων στρατιωτών στο Μπράουνσβιλ του Τέξας, κάτι που παραδέχθηκε αργότερα και ο ίδιος. Επίσης, ο Ρούζβελτ ήταν από τους πρώτους πολιτικούς που ασχολήθηκαν με την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ίδρυσε πέντε εθνικά πάρκα και δεκαοκτώ εθνικά μνημεία. Ήταν ευερέθιστος, κυριαρχικός, ανυπόμονος, συχνά εριστικός, αλλά και τρομερά αγαπητός σε μεγάλες μερίδες του κόσμου.

Όταν ο Ρούζβελτ παραιτήθηκε από την προεδρία, όρισε διάδοχό του τον Χάουαρντ Ταφτ. Εκτός από ανεπαρκής, ο Ταφτ υπέφερε από αποφρακτική υπνική άπνοια, μια διαταραχή του ύπνου, που, σε συνδυασμό με την παχυσαρκία του, τον έκανε ληθαργικό και ακατάλληλο για το προεδρικό αξίωμα. Στις εκλογές του 1912 ο Ρούζβελτ έκανε το λάθος να έρθει σε απευθείας σύγκρουση τόσο με τον Ταφτ όσο και με τον Δημοκρατικό υποψήφιο Γούντροου Γουίλσον, καθώς έβαλε υποψηφιότητα με το Κόμμα των Προοδευτικών, που είχε πρόσφατα συστήσει. Κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας, δέχθηκε έναν πυροβολισμό, αλλά σώθηκε χάρη στη μεταλλική θήκη των γυαλιών που είχε στην τσέπη του σακακιού του. Παρά το ματωμένο πουκάμισό του και τη σφαίρα στο στήθος του, ο Ρούζβελτ συνέχισε να μιλάει και διακήρυξε: "Δεν αρκεί αυτό για να σκοτώσετε την αλκή!". Τελικά, ο Γουίλσον νίκησε εύκολα το διασπασμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ο Ρούζβελτ κέρδισε περισσότερες ψήφους από τον Ταφτ, αλλά έχασε την πολυπόθητη προεδρία. Μετά από αυτή την ήττα δεν ήταν πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Κλείστηκε στον εαυτό του και δήλωνε: "Είμαι ανείπωτα μόνος. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο μόνος νιώθει ο άνθρωπος που έχει βιώσει την απόρριψη από τους δικούς του".

Για να καταπολεμήσει τη μοναξιά και την κατάθλιψη, ο Ρούζβελτ στράφηκε και πάλι στη σωματική άσκηση και τις περιπέτειες, λαμβάνοντας μέρος σε επιχείρηση χαρτογράφησης του ποταμού Ντούβιντα, που σήμερα φέρει το όνομά του. Αργότερα, υπέβαλε αίτηση για να υπηρετήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Γαλλία, αλλά ο πρόεδρος Γουίλσον την απέρριψε.

Ο Θίοντορ Ρούζβελτ πέθανε στις 6 Ιανουαρίου 1919, στα 60 του χρόνια, εξουθενωμένος από τη διπολική διαταραχή με την οποία έζησε για όλη του τη ζωή. Μια ζωή γεμάτη δράση, ρίσκο και..."λαβωμένο πνεύμα".

ΠΗΓΗ: David Owen, "Ασθενείς ηγέτες στην εξουσία" (σελ. 39-44)

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Στηλιτικά 1875


Με την ονομασία στηλιτικά, φέρονται διάφορα πολιτικά επεισόδια που συνέβησαν στην Αθήνα το 1875, με προπηλακισμούς βουλευτών, λόγω παρατεινόμενων συνταγματικών παραβάσεων κατά τη λήψη αποφάσεων στη Βουλή, χωρίς δηλαδή την απαιτούμενη απαρτία. Οι δε κυβερνητικοί βουλευτές που συμμετείχαν σε αυτές τις συνεδριάσεις αποκαλούνταν στηλίτες.

Συγκεκριμένα κατά την ΣΤ΄ Βουλευτική Περίοδο και ειδικότερα στις 4 Φεβρουαρίου του 1874 μετά την παραίτηση της κυβέρνησης του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη που είχε μετρήσει μόλις 20 ημέρες βίου, κλήθηκε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας ο κομματάρχης Δημήτριος Βούλγαρης, ο επιλεγόμενος "τζουμπές", που είχε πλειοψηφήσει, ο οποίος και σχημάτισε κυβέρνηση στις 9 Φεβρουαρίου. Επελθούσης διαφωνίας μεταξύ αυτού και των άλλων αρχηγών κομμάτων, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί. Επειδή όμως δεν κατέστη τότε δυνατόν να σχηματιστεί κυβέρνηση, παρέμεινε ο ίδιος στην εξουσία και διέλυσε τη Βουλή. Στις 25 Ιουλίου συνήλθε η νέα Βουλή όπου η μεν πλειοψηφία αποτελούταν από οπαδούς του Βούλγαρη, πλην όμως δεν συγκροτούσαν την απαραίτητη απαρτία για νομοθετικό έργο. Κατά το άρθρο 56 του τότε Συντάγματος, επί συνόλου 190 βουλευτών απαρτία λογιζόταν η παρουσία τουλάχιστον 96 βουλευτών. Οι δε προσκείμενοι βουλευτές στον Βούλγαρη ήταν μόνο 85.

Παρά ταύτα, στις 30 Νοεμβρίου του 1874 η κυβέρνηση με παρουσία 85 βουλευτών προχώρησε στην ψήφιση του προϋπολογισμού του έτους. Οι αντιπολιτευόμενοι τότε θεώρησαν την απόφαση αυτή αντισυνταγματική και αποχώρησαν, ενώ η κυβέρνηση κήρυξε τη λήξη της συνόδου. Στις 5 Μαρτίου του 1875 συγκλήθηκε η Βουλή σε έκτακτη σύνοδο. Επειδή όμως και τότε η κυβερνώσα παράταξη δεν ευρέθηκε σε απαρτία, παρισταμένων μόνο 81 βουλευτών, η κυβέρνηση, δίνοντας άλλη ερμηνεία στο σχετικό άρθρο του συντάγματος, συνέχισε το νομοθετικό της έργο. Τότε όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί συνασπίστηκαν σε κοινό αγώνα κατά της κυβέρνησης, δημιουργώντας πορείες και έκτροπα, προπηλακίζοντας τους κυβερνητικούς βουλευτές όπου βρίσκονταν ή εμφανίζονταν. Όλος ο αντιπολιτευόμενος τότε τύπος ξεσήκωσε την κοινή γνώμη, απαιτώντας να γράφονται καθημερινά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τα ονόματα των βουλευτών αυτών, προκειμένου έτσι ο λαός να γνωρίζει με ποιους και χωρίς απαρτία η Βουλή ψήφιζε σοβαρά νομοσχέδια, κατά το πρότυπο που εφαρμοζόταν στην Αρχαία Αθήνα, με τις ατιμωτικές στήλες στις οποίες αναγράφονταν τα ονόματα των προδοτών της πόλης. Εξ αυτού τα γεγονότα αυτά έμειναν στη νεότερη ιστορία με το όνομα στηλιτικά.

Τελικά, τα έκτροπα, μετά και από παρέμβαση του Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ ανάγκασαν τον Βούλγαρη σε παραίτηση. Στις 27 Απριλίου του 1875 ο Χαρίλαος Τρικούπης σχημάτισε κυβέρνηση και διέλυσε τη Βουλή, αποκαθιστώντας την τάξη.

Ο Γεώργιος Σουρής, καυτηριάζοντας τα στηλιτικά, έγραψε, μεταξύ άλλων:
"Και άρχισε να γίνεται των νόμων λειτουργία
και ανεβοκατέβαιναν τα τότε Υπουργεία.
Και ήλθαν τα Στηλιτικά και οι Μαραθωνομάχοι
εις τον Μεγαλειότατον εγύρισαν τη ράχη
και όλοι εμελέτησαν κι΄ εσκέφθησαν καινά,
κι΄ εσείσθησαν κι΄ ετράνταξαν κοιλάδες και βουνά".
"Υπουργεία": Έτσι λέγονταν τότε οι κυβερνήσεις,
"Μαραθωνομάχοι": Έτσι αποκαλεί ο Σουρής τους βουλευτές, από τους μαραθώνιους λόγους τους,
"εσκέφθησαν καινά": Είτε με νέες ερμηνείες, είτε χωρίς απαρτία.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Πρώτη μέρα στο σχολείο...



Την πρώτη ημέρα του σχολείου, η μικρή μαθήτρια δεν συνοδεύτηκε από τους γονείς της, παρά μόνο από τέσσερις οπλισμένους αστυνομικούς.

Την διαδρομή από το σπίτι της έως το σχολείο την έκανε ανάμεσα σε πλήθος που ήταν παρατεταγμένο στις δύο πλευρές του δρόμου, ανάμεσα σε ουρλιαχτά και σε αντικείμενα που της πετούσαν για να την χτυπήσουν.

Όταν μπήκε στην αίθουσα της τάξης της, αντιλήφθηκε ότι ήταν η μοναδική μαθήτρια παρούσα: Όλοι οι άλλοι μαθητές είχαν αποτραβηχτεί από τους γονείς τους. Και όχι μόνο. Και οι δάσκαλοι αρνήθηκαν να κάνουν το μάθημά τους: Όλοι εκτός μιας, που για ένα έτος ήταν η μοναδική της δασκάλα.

Για όλο έτος η μικρή μαθήτρια έπαιρνε μαζί της φαγητό από το σπίτι της για να αποφύγει απόπειρες δηλητηρίασης. Και η οικογένειά της υπέστη εκβιασμούς: Ο πατέρας της έχασε την εργασία του, στη μητέρα της απαγορεύτηκε να πραγματοποιεί τα ψώνια της στο γειτονικό μπακάλικο, οι παππούδες της εκδιώχθηκαν από τους αγρούς που καλλιεργούσαν, όπου κατείχαν μονάχα το μισό της παραγωγής τους.

Το μοναδικό φταίξιμο της Ruby Bridges ήταν το μαύρο χρώμα του δέρματός της. Ήταν η πρώτη έγχρωμη μαθήτρια που μπήκε σε ένα σχολείο, κάτι που έως εκείνη την στιγμή ήταν προνόμιο των λευκών.

Ήταν το 1960, στη Νέα Ορλεάνη.