Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Μεγάλη Εβδομάδα: Η Εβδομάδα των Παθών

Ένα μικρό αφιέρωμα στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, την πιο κατανυκτική εβδομάδα της Ορθοδοξίας, που κορυφώνεται με τη Σταύρωση, την Ταφή και την Ανάσταση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.

 

Ο Μυστικός Δείπνος


Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με το τηρούμενο Μηναίο ή Μηνολόγιο, καθεμιά από τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας είναι αφιερωμένη και σε κάποιο ή κάποια επιμέρους περιστατικά των Παθών.
  • Η Μεγάλη Δευτέρα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Ιωσήφ, του γιου του Ιακώβ, που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη και στην άκαρπη συκιά, που την καταράστηκε ο Χριστός και ξεράθηκε με έναν του λόγο.
  • Η Μεγάλη Τρίτη είναι αφιερωμένη στην παραβολή των Δέκα Παρθένων. Η παραβολή αυτή συμβολίζει την πίστη και την προνοητικότητα. Ψάλλεται το τροπάριο που έγραψε η μοναχή Κασσιανή.
  • Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στη μνήμη της αμαρτωλής γυναίκας που μετανόησε, πίστεψε στον Χριστό και άλειψε τα πόδια του με μύρο.
  • Η Μεγάλη Πέμπτη είναι αφιερωμένη στον Μυστικό Δείπνο, στην προσευχή στη Γεσθημανή, στην προδοσία του Ιούδα, στη σύλληψη του Ιησού, στην ανάκριση από τον Άννα, στην Άρνηση του Πέτρου και στην καταδίκη του Χριστού από τον Καϊάφα.
  • Η Μεγάλη Παρασκευή είναι αφιερωμένη στα Άγια Πάθη και στη Σταύρωση. Λαμβάνει χώρα η περιφορά του Επιταφίου.
  • Το Μεγάλο Σάββατο είναι αφιερωμένο στην Ταφή του Χριστού και στην Εις Άδου Κάθοδό Του.
Την Κυριακή του Πάσχα εορτάζεται η Ανάσταση του Χριστού.

Το απόγευμα προς βράδυ της Κυριακής των Βαΐων, της Μεγάλης Δευτέρας και της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται η Ακολουθία του Νυμφίου, ο Όρθρος της επόμενης μέρας και το Μεγάλο Απόδειπνο λίγο νωρίτερα τις πρώτες απογευματινές ώρες, ενώ τα πρωινά η προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Τα τροπάρια που ψάλλονται είναι το του Νυμφίου Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται και το Τὸν Νυμφῶνὰ σου βλέπω, ενώ τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ ψάλλεται το τροπάριο της Κασσιανής, Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις.

Το πρωί της Μεγάλης Τετάρτης τελείται η προηγιασμένη Θεία Λειτουργία και το απόγευμα γίνεται η Ακολουθία του Ευχελαίου και η τελετή του Νιπτήρος, που είναι και ο Όρθρος της Μεγάλης Πέμπτης που αναφέρεται στον Μυστικό Δείπνο και ψάλλεται το Κοντάκιο Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταί.

Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης τελείται η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και στο τέλος οι πιστοί μεταλαμβάνουν της Αγίας Κοινωνίας, ενώ το απόγευμα προς βράδυ λαμβάνει χώρα η Ακολουθία των Αγίων και Αχράντων Παθών ή των Δώδεκα Ευαγγελίων, στην οποία αναγιγνώσκονται 12 περικοπές από τα 4 Ευαγγέλια, του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη σχετικά με τα Άγια Πάθη του Χριστού από τον Μυστικό Δείπνο μέχρι την Ταφή. Παράλληλα γίνεται και η έξοδος του Τιμίου Σταυρού με τον Εσταυρωμένο από την Αγία Τράπεζα και η περιφορά του σε όλο το χώρο του ναού, ενώ ψάλλεται το Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου.



Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής αποτελεί την κορύφωση του Θείου Δράματος με την Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και τον Εσπερινό της Αποκαθήλωσης, όπου ο ιερέας κατεβάζει τον Εσταυρωμένο από τον Σταυρό και τον τυλίγει σε καθαρό σεντόνι, ενώ από αργά το βράδυ έχει ετοιμαστεί ο Ιερός Επιτάφιος έτσι ώστε να τοποθετηθεί το Άγιο Σώμα του Κυρίου και το βράδυ οι πιστοί παρακολουθούν με κατάνυξη τον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου και την Ακολουθία του Επιταφίου και ψάλλονται τα Εγκώμια σε τρεις στάσεις: Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ Α΄ Στάση, Ἄξιόν ἐστί Β΄ Στάση, και Αἱ γενεαὶ πᾶσαι Γ΄ Στάση, μετά τα οποία πραγματοποιείται η περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους της πόλης ή του χωριού.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ψάλλεται ο Εσπερινός της Ανάστασης, η λεγόμενη και ως "Πρώτη Ανάσταση" και το τροπάριο Ἀνάστα, ὁ Θεός. Το μεσημέρι στον Πανάγιο Τάφο στην Ιερουσαλήμ πραγματοποιείται η αφή του Αγίου Φωτός το οποίο και διανέμεται σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Το βράδυ ακολουθεί η Τελετή της Αναστάσεως με το Δεῦτε λάβετε φῶς και το Χριστὸς Ἀνέστη που συνοδεύεται από τους χαρμόσυνους ήχους της καμπάνας, τους ασπασμούς της αγάπης και τη ρίψη πυροτεχνημάτων, βεγγαλικών και βαρελότων.

Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Ο Γκάι Φωκς και η Συνωμοσία της Πυρίτιδας, 1605

Στις 13 Απριλίου του 1570 ήρθε στον κόσμο στην Υόρκη της Αγγλίας ο Γκάι Φωκς. Το όνομα ενδεχομένως να μη λέει τίποτα στους περισσότερους. Όλοι όμως έχουν δει την περίφημη χαμογελαστή μάσκα που είναι και το σύμβολο των Anonymous. Πρόκειται για το πρόσωπο του Γκάι Φωκς, ενός Άγγλου συνωμότη που μαζί με άλλους καθολικούς οργάνωσε στις 5 Νοεμβρίου 1605 τη Συνωμοσία της Πυρίτιδας με σκοπό τη δολοφονία του Βασιλιά Ιακώβου Α΄ της Αγγλίας. Τελικά το εγχείρημα απέτυχε και οι συνωμότες συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν για προδοσία και απόπειρα δολοφονίας. Ωστόσο η πράξη τους εορτάζεται σήμερα από αρκετές χώρες στις 5 Νοεμβρίου, τη Νύχτα του Γκάι Φωκς.


Απεικόνιση του Γκάι Φωκς από βιβλίο του 1840

Η Συνωμοσία της Πυρίτιδας

Η Συνωμοσία της Πυρίτιδας περιλάμβανε την απόπειρα δολοφονίας του Βασιλιά Ιάκωβου Α΄ της Αγγλίας, της οικογένειάς του και των μελών της αριστοκρατίας, με την ανατίναξη του Παλατιού του Γουέστμινστερ, που στέγαζε το Βρετανικό Κοινοβούλιο, στις 5 Νοεμβρίου 1605, ημέρα κατά την οποία ο βασιλιάς θα μιλούσε σε μια διευρυμένη συνέλευση της Βουλής των Λόρδων και της Βουλής των Κοινοτήτων.

Η Συνωμοσία οργανώθηκε σαν αντίδραση στην τυραννική βασιλεία του Ιακώβου Α΄ και στα σκληρά μέτρα του προτεστάντη βασιλιά απέναντι στους Καθολικούς. Οι συνωμότες βρήκαν ένα κελάρι κάτω από το κτήριο της Βουλής των Λόρδων και μέχρι τον Μάρτιο του 1605 είχαν συγκεντρώσει εκεί 36 βαρέλια πυρίτιδας, τα οποία θα ανατίναζαν για να δολοφονήσουν τα μέλη του Κοινοβουλίου. Κάποιοι συνωμότες, ωστόσο, ανησυχούσαν για το γεγονός ότι στο κτήριο της Βουλής θα βρίσκονταν κι άλλοι Καθολικοί, σαν κι αυτούς, των οποίων η ζωή μπορεί να κινδύνευε. Έτσι στάλθηκε μια προειδοποιητική επιστολή στο Λόρδο Monteagle, στον οποίο δημιουργήθηκαν υποψίες, κι έτσι ξεκίνησαν οι έρευνες στις υπόγειες σήραγγες κάτω από τη Βουλή των Λόρδων. Ο Γκάι Φωκς ανακαλύφθηκε και συνελήφθη το πρωινό της 5ης Νοεμβρίου. Μετά από βασανιστήρια, αποκάλυψε τα ονόματα των υπόλοιπων συνωμοτών, που είτε ήταν ήδη γνωστοί είτε νεκροί. Οι συνωμότες καταδικάστηκαν και στις 31 Ιανουαρίου εκτελέστηκαν με αγχόνη και διαμελισμό.


Η περίφημη μάσκα με το πρόσωπο του Γκάι Φωκς

Γλώσσα

Από το όνομα του Γκάι Φωκς προέκυψε η λέξη "guy" στην αγγλική γλώσσα, ιδιαίτερα στα αγγλικά της Αμερικής. Στην επέτειο της 5ης Νοεμβρίου, το έθιμο απαιτούσε το κάψιμο στην πυρά ενός ομοιώματος του Φωκς, γνωστό ως "guy", με αποτέλεσμα η λέξη να χρησιμοποιείται σαν όρος για "κάποιο πρόσωπο με αλλόκοτη και εκκεντρική εμφάνιση", σύμφωνα με το Oxford English Dictionary. Με τον καιρό, η λέξη χρησιμοποιόταν για μια γενικότερη αναφορά σε κάποιον άνδρα, ενώ κατά τον 20ό αιώνα χρησιμοποιείται στον πληθυντικό για άτομα και των δυο φύλων.



Λογοτεχνία

Η απόπειρα του Γκάι Φωκς ενέπνευσε πολλά στιχάκια εκείνης της εποχής, όπως το εξής:
Remember, remember, the 5th of November;
The Gunpowder treason and plot!
For I see no reason why the gunpowder treason
Should ever be forgot.
Οι συνωμοσίες εναντίον της ζωής του Βασιλιά Ιακώβου αποτέλεσαν επίσης έμπνευση για το έργο Μάκβεθ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

Η ιστορία του Γκάι Φωκς αποτέλεσε έμπνευση για το κόμικς των Άλαν Μουρ και Ντέιβιντ Λόιντ V for Vendetta, κεντρικός ήρωας της οποίας είναι ο V, που φοράει μια μάσκα του Γκάι Φωκς. Αποτελεί πρότυπό του και σχεδιάζει να ανατινάξει το κτήριο του Κοινοβουλίου στις 5 Νοεμβρίου ενός μελλοντικού Λονδίνου, επιχειρώντας να θέσει τα θεμέλια για την ανατροπή του ολοκληρωτικού καθεστώτος φασισμού και τυραννίας που έχει επιβληθεί σε όλη τη χώρα. Χαλαρή διασκευή του κόμικ αυτού είναι και η ομώνυμη ταινία του 2006.

Λαϊκή κουλτούρα

Τη Νύχτα του Γκάι Φωκς, σε ανάμνηση της Συνωμοσίας της Πυρίτιδας, λέγονται οι παρακάτω στίχοι:
Remember, remember, the 5th of November
The Gunpowder Treason and plot;
I know of no reason why Gunpowder Treason
Should ever be forgot.
Guy Fawkes, Guy Fawkes,
'Twas his intent.
To blow up the King and the Parliament.
Three score barrels of powder below.
Poor old England to overthrow.
By God's providence he was catch'd,
With a dark lantern and burning match
Holloa boys, Holloa boys, let the bells ring
Holloa boys, Holloa boys, God save the King!
Hip hip Hoorah !
Hip hip Hoorah !
A penny loaf to feed ol'Pope,
A farthing cheese to choke him.
A pint of beer to rinse it down,
A faggot of sticks to burn him.
Burn him in a tub of tar,'
Burn him like a blazing star.
Burn his body from his head,
Then we'll say: ol'Pope is dead.
Ο Τζον Λένον στο άλμπουμ του John Lennon/Plastic Ono Band του 1970 χρησιμοποιεί ως τελευταίο στίχο το "Remember, remember, the 5th of November" στο τραγούδι με τίτλο "Remember" και αμέσως μετά τους στίχους αυτούς ακούγεται μια έκρηξη.

Στον δίσκο "Strangeways Here We Come" των The Smiths, υπάρχει χαραγμένη στο τέλος του βινυλίου η φράση "GUY FAWKES WAS A GENIUS". (μόνο στην αυθεντική έκδοση της Rough Trade.)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι



Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Σικελικοί Εσπερινοί, 1282

Στις 30 Μαρτίου του 1282 ο λαός της Σικελίας εξεγέρθηκε ενάντια στο καθεστώς του βασιλιά Καρόλου του Ανδεγαυού. Η εξέγερση είχε υποκινηθεί από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο με σκοπό να προκαλέσει πλήγμα στο εσωτερικό των συνασπισμένων αντιπάλων του που προετοιμάζονταν για επίθεση εναντίον της αυτοκρατορίας.

 

Ως Σικελικoί Εσπερινοί (ιταλ. Vespri Siciliani) ονομάστηκε η επανάσταση των Σικελών που έλαβε χώρα το 1282 εναντίον του καθεστώτος του Καρόλου του Ανδεγαυού, Γάλλου ευγενούς βασιλιά ο οποίος με την παπική συναίνεση είχε καταλάβει το Βασίλειο της Σικελίας από το 1268 και εμφανιζόταν ως ο επίδοξος κατακτητής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος σε συνεργασία με τον Πέτρο Γ΄ της Αραγονίας πιστεύεται ότι αναμείχθηκαν στη λαϊκή εξέγερση και τελικά η Σικελία πέρασε στον έλεγχο της Αραγονίας, ενώ σημαντική ήταν και η προδιάθεση των Σικελών να εκδιώξουν τους κυβερνήτες τους.

Η εξέγερση ονομάστηκε έτσι επειδή ξεκίνησε κατά τη διάρκεια των Εσπερινών της Δευτέρας του Πάσχα, στις 30 Μαρτίου 1282. Ήταν η απαρχή του Πολέμου των Εσπερινών που κράτησε για 20 χρόνια, μέχρι δηλαδή το 1302.

Η εξέγερση

Η ανταρσία, όπως προαναφέρθηκε, ξεκίνησε τη Δευτέρα του Πάσχα του έτους 1282 από την εκκλησία της Αγίας Τριάδος, που τότε βρισκόταν λίγο έξω από το Παλέρμο, και διαδόθηκε στο νησί. Επί έξι εβδομάδες σφαγιάζονταν Γάλλοι στρατιώτες και κάτοικοι.

Τα περιστατικά που οδήγησαν, ως αφορμές και όχι ως αίτια, στην ένοπλη αντι-ανδεγαυική εξέγερση δεν εξακριβώνονται πλήρως. Οι σχετικές βέβαια εισηγήσεις παρουσιάζουν κάποιες ομοιότητες. Μονάχα ένα χωριό με το όνομα Σπερλίγκα προστάτεψε Γάλλους στρατιώτες στο τοπικό κάστρο από ψαμμίτη.

Σύμφωνα με τον επιφανή βυζαντινολόγο Στήβεν Ράνσιμαν, οι ντόπιοι Σικελοί στο ναό της Αγ. Τριάδος γιόρταζαν την εορτή του Πάσχα, όταν Γάλλοι αξιωματούχοι πέρασαν από εκεί για να λάβουν μέρος και άρχισαν να πίνουν. Ένας λοχίας, ονόματι Ντρουέ, έσυρε μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα από το πλήθος, την οποία παρενόχλησε. Αμέσως ο σύζυγός της επιτέθηκε στον Ντρουέ, πληγώνοντάς τον θανάσιμα με ένα μαχαίρι. Μόλις οι υπόλοιποι Γάλλοι επιχείρησαν να εκδικηθούν τον σύντροφό τους, το σικελικό πλήθος κινήθηκε εναντίον τους, σκοτώνοντάς τους όλους. Εκείνη τη στιγμή στην πόλη άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες, σημαίνοντας τον Εσπερινό της Δευτέρας του Πάσχα. Ο Ράνσιμαν αποδίδει την ατμόσφαιρα εκείνης της νύχτας:

«Στον ήχο της καμπάνας αγγελιοφόροι διέτρεξαν την πόλη καλώντας τους άντρες του Παλέρμο να ξεσηκωθούν ενάντια στον καταπιεστή. Ευθύς οι δρόμοι γέμισαν με οργισμένους κατοίκους, που κραύγαζαν «Moranu li Francisi» (στα σικελικά σημαίνει "Θάνατος στους Γάλλους"). Κάθε παρευρισκόμενος Γάλλος χτυπήθηκε. Ξεχύθηκαν στα πανδοχεία όπου σύχναζαν Γάλλοι και στα σπίτια όπου κατοικούσαν, χωρίς να ξεχωρίζουν άντρες, γυναίκες ή παιδιά. Σικελές κοπέλες που είχαν νυμφευθεί Γάλλους πέθαναν μαζί με τους συζύγους τους. Οι διαδηλωτές διέρρηξαν τα μοναστήρια των Δομινικανών και των Φραγκισκανών· και όλες οι ξένες μοναχές σύρθηκαν έξω και τις διέταξαν να προφέρουν τη λέξη «ciciri», φθόγγους που οι Γαλλόφωνοι αδυνατούν να προφέρουν. Όσες αποτύγχαναν σ' αυτό το τεστ, σκοτώνονταν... Μέχρι το επόμενο πρωί σχεδόν δύο χιλιάδες Γάλλοι -άνδρες και γυναίκες- κείτονταν νεκροί και οι στασιαστές είχαν τον απόλυτο έλεγχο της πόλης».


 Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος

 

Επακόλουθα και Βυζάντιο

Αφού εξελέγησαν οι ηγέτες της επανάστασης, εστάλησαν αγγελιοφόροι κατά μήκος και πλάτος της νήσου για να καλέσουν τους στασιαστές σε άμεση δράση, προτού ο καταπιεστής οργανώσει επαρκή αντίσταση. Πέρασε σχεδόν ένα δεκαπενθήμερο μέχρι οι επαναστάτες να αποκτήσουν τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της Σικελίας, ενώ συνολικά χρειάστηκαν έξι εβδομάδες ώστε να ελέγξουν πλήρως το νησί. Αξιομνημόνευτη είναι η εξαίρεση της Μεσσήνης, δεδομένης της καλής της οχύρωσης και του ότι η δεσπόζουσα οικογένεια, οι Ρίζο, παρέμεινε πιστή στον Κάρολο. Όμως στις 28 Απριλίου και αυτή είχε υποκύψει σε ανοιχτή εξέγερση, την ώρα που η πρώτη ενέργεια των νησιωτών ήταν να κάψουν το στόλο του Καρόλου που βρισκόταν στο λιμάνι.

Η επανάσταση αυτή ήταν αποφασιστικής σημασίας για το Βυζάντιο, που διήνυε μια κρίσιμη περίοδο μετά την πρόσφατη ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261). Πλέον ο θανάσιμος δυτικός κίνδυνος από τους Ανδεγαυούς του Καρόλου εξανεμίστηκε. Ο Κάρολος σχεδίαζε την εκ νέου κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης με θρησκευτικές προφάσεις, διότι δεν είχε πραγματοποιηθεί η συνομολογημένη ένωση των Εκκλησιών από τη Σύνοδο της Λυόν (1274), διαπραγμάτευση του Μιχαήλ που συνάντησε σφοδρότατες αντιδράσεις στον ορθόδοξο πληθυσμό. Με τη σικελική όμως επανάσταση το βασίλειο του Καρόλου αποδυναμώθηκε, μετά και τον θάνατο του τελευταίου, το 1284.

Βιβλιογραφία

Στήβεν Ράνσιμαν, The Sicilian Vespers, Καίμπριτζ 1958. Ελληνική μετάφραση: Οι Σικελικοί Εσπερινοί, Εκδ. Γκοβόστη 2003.



Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

25η Μαρτίου 1821: Εθνεγερσία και Παλιγγενεσία

Η 25η Μαρτίου 1821 έχει καθιερωθεί ως η επίσημη ημέρα έναρξης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Στην ιστορική πραγματικότητα, η επανάσταση ξεκίνησε στις 23 Μαρτίου, με την απελευθέρωση της Καλαμάτας. Η απόφαση για την έναρξη του Αγώνα είχε ληφθεί στις 26 Ιανουαρίου του ίδιου έτους, σε μια μυστική συγκέντρωση προεστών και οπλαρχηγών στη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο) της Αχαΐας, στο αρχοντικό του Ανδρέα Λόντου. Εκεί ο Παπαφλέσσας, ως απεσταλμένος του πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη, είχε καταφέρει να πείσει τους δυστακτικούς έως δύσπιστους δημογέροντες για το κατάλληλο της ώρας για την έναρξη της επανάστασης, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε οργανωμένος στρατός ούτε φυσικά και "πολεμική πείρα" από τους Έλληνες, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε. Παρ' όλα αυτά, τα φλογερά λόγια του παθιασμένου αρχιμανδρίτη μίλησαν στις καρδιές όλων κι έτσι συμφώνησαν για την επίσημη έναρξη της εθνεγερσίας στις 25 Μαρτίου, την ημέρα του Ευαγγελισμού.



Το ελληνικό εθνικό κίνημα

Η αφετηρία του ελληνικού εθνικού κινήματος χρονολογείται στην τελευταία δεκαετία του 18ου και την πρώτη του 19ου αιώνα, όταν, υπό την επίδραση των ιδεολογικών και πολιτικών μηνυμάτων της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων Πολέμων, εμφανίστηκε το αίτημα για ίδρυση ανεξάρτητου αλλά και ευνομούμενου, κατά τα σύγχρονα πρότυπα, ελληνικού εθνικού κράτους. Πρόκειται για το πρώτο εθνικό κίνημα που εμφανίστηκε στην ανατολική Ευρώπη και σε μη χριστιανικό περιβάλλον, εκείνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ισχύς της οποίας την περίοδο αυτή μειωνόταν, καθώς δεν κατάφερνε να συμβαδίσει με τις προόδους άλλων κρατών. Οι σύγχρονοι Έλληνες προβλήθηκαν, αρχικά από έναν περιορισμένο κύκλο διανοουμένων του Διαφωτισμού, ως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Σε αυτό συνέτεινε ο θαυμασμός των Δυτικών για την αρχαία Ελλάδα και η εμφάνιση, τον καιρό εκείνο, ανάμεσα σε λόγιους και περιηγητές της Δύσης του πολιτισμικού και λογοτεχνικού κινήματος του Φιλελληνισμού, οι κλασικιστές και ρομαντικοί εκπρόσωποι του οποίου προσδοκούσαν στην αναγέννηση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με την απελευθέρωση των συγχρόνων Ελλήνων. Οι εκπρόσωποι του ελληνικού εθνικού κινήματος διαχώριζαν τους σύγχρονους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους αλλόθρησκους και αλλόγλωσσους κυριάρχους τους, την εξουσία των οποίων κατήγγελαν ως αυθαίρετη και παράνομη, και ταυτίζονταν με τους ετερόδοξους χριστιανούς της Ευρώπης. Αυτή η ταύτιση συνάντησε τη σφοδρή αντίθεση της Εκκλησίας. Υπερασπιζόμενη οικουμενικά και θεοκρατικά ιδεώδη, η ελλαδική Εκκλησία μεριμνούσε για τη διαφύλαξη της ορθόδοξης κοινότητας, την ενότητα της οποίας έθεταν σε κίνδυνο οι ριζοσπαστικές ιδέες περί αυτοδιάθεσης των λαών, και την προστασία της από τις πολιτισμικές και ιδεολογικές αλλαγές που επέφερε ο Διαφωτισμός. Γι' αυτό, είχε αντιταχθεί στην κοσμική και τοπικά περιορισμένη εθνική ιδεολογία και ακολουθούσε πολιτική νομιμοφροσύνης στην κοσμική εξουσία του Σουλτάνου, που προφύλασσε τους Ορθοδόξους από την αιρετική Δύση. Είναι επίσης γεγονός ότι με την έναρξη μιας γενικευμένης ελληνικής επανάστασης οι αρχιερείς θα έχαναν σχεδόν αμέσως τα προνόμια που τους αναγνώριζε επίσημα το οθωμανικό κράτος, ως επικεφαλής των ραγιάδων.


 

Η προετοιμασία της Επανάστασης

Το 1814 τρεις ριζοσπάστες έμποροι μεσαίας οικονομικής εμβέλειας, ο Νικόλαος Σκουφάς, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ίδρυσαν στην Οδησσό της Ρωσίας τη Φιλική Εταιρεία, μια μυστική και παράνομη οργάνωση που λειτουργούσε στα πρότυπα των μασονικών στοών και είχε ως στόχο τη συγκέντρωση πόρων και τη δημιουργία δομών για την κήρυξη επανάστασης για την ίδρυση ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Σε αντίθεση με τις πολλές εξεγέρσεις που είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας στον κατακτημένο ελληνικό χώρο, οι οποίες συνδέονταν με πολιτικά σχέδια μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, η επανάσταση που σχεδίαζαν οι Φιλικοί επρόκειτο να είναι αυτοδύναμη επανάσταση των Ελλήνων. Το εθνικοαπελευθερωτικό εγχείρημα είχε να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι η Εκκλησία και οι τοπικές ηγετικές ομάδες του ελληνικού κόσμου, οι Φαναριώτες, οι αρματολοί και οι προεστοί, ήταν ενταγμένες στο οθωμανικό σύστημα εξουσίας, ενώ οι μη εγγράμματες μάζες δε συμμερίζονταν τις εθνικές ιδέες των διανοούμενων της διασποράς. Τα πρώτα δύο χρόνια από την ίδρυσή της το έργο της Εταιρείας ήταν στάσιμο και λίγα μόνο μέλη προστέθηκαν στην οργάνωση, όπως ο λόγιος Άνθιμος Γαζής, που έγινε μέλος της Αόρατης Αρχής, δεκαμελούς οργάνου που διηύθυνε την οργάνωση.

Μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων, ωστόσο, και την ειρήνευση της Μεσογείου οι ευρωπαϊκοί στόλοι ανέκτησαν τη θέση τους στο εμπόριο και η κρίση της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, που είχε ξεκινήσει το 1812, προσέλαβε μεγάλες διαστάσεις. Η διακοπή των εμπορικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων που είχαν ανθίσει το προηγούμενο διάστημα επηρέασε τόσο τους Έλληνες των παροικιών όσο και της αυτοκρατορίας, καθώς η κρίση επεκτάθηκε στις οικονομικές δραστηριότητες που ήταν συνδεδεμένες με την εμπορική ναυτιλία, οδηγώντας ολόκληρες κοινωνικές ομάδες σε αδιέξοδο: Συσσωρευμένα εφοπλιστικά κεφάλαια παρέμειναν ανενεργά, ενώ ναυτικοί, τεχνίτες και βιοτέχνες έμειναν άνεργοι ή αναγκάστηκαν να αναζητήσουν εργασία στην αγροτική παραγωγή ως κολίγοι.
Το 1818 τα μέλη της Αρχής συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και ανέθεσαν σε απεσταλμένους τους, τους «Αποστόλους», περιοδείες για τη συλλογή πληροφοριών και τη μύηση νέων μελών. Από τη χρονιά εκείνη, πρώτη χρονιά της μεγάλης κρίσης στην εμπορική ναυτιλία, τα μέλη της Εταιρείας αυξήθηκαν αλματωδώς. Εκμεταλλευόμενοι μια μακραίωνη παράδοση χρησμολογιών και τη διάδοση των μεσσιανικών αντιλήψεων στις παραδοσιακές ορθόδοξες κοινότητες των ελληνικών χωρών, οι Φιλικοί άφηναν να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι διέθεταν τη στήριξη της Ρωσίας· οικειοποιήθηκαν τον μεσσιανικό λόγο και χρησιμοποίησαν εκκοσμικευμένη την έννοια της παλιγγενεσίας. Έτσι, διευκολύνθηκε η ανάπτυξη ενός απελευθερωτικού ήθους ανάμεσα στα παραδοσιακά ορθόδοξα στρώματα, όπως οι προεστοί, οι κλεφταρματολοί, οι κληρικοί και οι χωρικοί, και η υιοθέτηση από μέρους τους του κλασικιστικού μύθου περί καταγωγής από τους αρχαίους Έλληνες και του νεωτερικού επαναστατικού προγράμματος. Προσβλέποντας στη ρωσική βοήθεια, ανταποκρίθηκαν θετικά οι προεστοί της Πελοποννήσου και ο μπέης της Μάνης, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Η Φιλική Εταιρεία γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία στους κλεφταρματολούς που βρίσκονταν στα Επτάνησα και τη Ρωσία. Εκεί είχαν βρει καταφύγιο την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα κλέφτες κυνηγημένοι από την Πελοπόννησο, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, και αρματολοί εκδιωγμένοι από τον Αλή Πασά. Μη γνωρίζοντας άλλα επαγγέλματα από αυτά του πολεμιστή και του ποιμένα, είχαν στρατολογηθεί σε ευρωπαϊκούς στρατούς, απασχόληση που, ωστόσο, εξέλιπε με το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων. Την περίοδο αυτή ήλθαν σε επαφή με τους Φιλικούς, που προπαγάνδιζαν επαναστατικές ιδέες, οργανώθηκαν στην Εταιρεία και συνεισέφεραν σημαντικά στην παρασκευή της Επανάστασης, κάποιοι από αυτούς και ως «Απόστολοι».

Τον Σεπτέμβριο του 1818 η ηγεσία της Εταιρείας αποφάσισε να προτείνει στον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της οργάνωσης, αποστέλλοντας για τον λόγο αυτό τον Ξάνθο στην Αγία Πετρόπολη. Μετά την άρνηση του Καποδίστρια, τον Ιανουάριο του 1820, ο Ξάνθος στράφηκε στον Φαναριώτη πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη, ανώτατο αξιωματικό του ρωσικού στρατού, που τον Απρίλιο του 1820 δέχτηκε την πρόταση των Φιλικών και με τη συνθηματική ονομασία «Καλός» ανέλαβε «Γενικός Έφορος» (ή «Επίτροπος») της Αρχής.

Ο Υψηλάντης, κινούμενος με ταχύτητα και εκμεταλλευόμενος το κύρος που του έδινε η θέση του στον ρωσικό στρατό, κατάφερε να συγκεντρώσει πόρους και οπαδούς της ιδέας της επανάστασης. Μέσω του Παπαφλέσσα κατάφερε να πείσει τους προεστούς της Πελοποννήσου ότι η ώρα ήταν κατάλληλη για την έναρξη του Αγώνα και ότι αυτός έπρεπε να αρχίσει από τον Μοριά καθώς εκεί βρίσκονταν οι λιγότερες τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις διότι μεγάλα τμήματά τους βρίσκονταν στα Ιωάννινα επιχειρώντας να καταστείλουν την εξέγερση του Αλή Πασά.

Τον Φεβρουάριο του 1821, όμως, φόβοι ότι οι οθωμανικές αρχές είχαν έλθει σε γνώση των επαναστατικών σχεδίων, υποχρέωσαν τον Υψηλάντη να μη μεταβεί στη Μάνη, αλλά να αλλάξει το αρχικό σχέδιο και να ξεκινήσει ο ίδιος την επανάσταση στη Μολδοβλαχία.

 

 

Η έναρξη της Επανάστασης

Πρώτη πολεμική πράξη της επανάστασης ήταν η διάβαση του ποταμού Προύθου, στη Μολδαβία από τον Υψηλάντη στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και η είσοδός του στο Ιάσιο. Στις 24 Φεβρουαρίου ο Υψηλάντης εξέδωσε προκήρυξη -το ιδεολογικό μανιφέστο της επανάστασης- με την οποία βεβαίωνε τους Έλληνες ότι "μια κραταιά δύναμις" ήταν έτοιμη να βοηθήσει τον αγώνα τους και τους καλούσε να πάρουν τα όπλα υπέρ των Δικαιωμάτων και της ελευθερίας τους, μιμούμενοι τους άλλους Ευρωπαϊκούς λαούς. Την 1η Μαρτίου ξεκίνησε την πορεία του προς τη Βλαχία, αφού ενώθηκε με τα τμήματα του Γεωργάκη Ολύμπιου, του Ιωάννη Φαρμάκη και πολλών Ελλήνων εθελοντών. Μαζί με τον Ιερό Λόχο, που είχε συγκροτηθεί από 500 περίπου σπουδαστές των σχολών των πριγκιπάτων, η στρατιωτική δύναμη του Υψηλάντη έφτανε τους 7.000, μεταξύ των οποίων ήταν Βαλκάνιοι γείτονες (Σέρβοι, Βούλγαροι, Αρβανίτες).

Μολονότι στις αρχές του 1822 το επαναστατικό κίνημα στις παραδουνάβιες ηγεμονίες είχε κατασταλεί πλήρως, το μήνυμα είχε σταλεί με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Οι Έλληνες ήταν οργανωμένοι και έτοιμοι να διεκδικήσουν την ελευθερία τους με κάθε τίμημα, απέναντι σε έναν γίγαντα του ευρωμεσογειακού γεωπολιτικού χάρτη, την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στα μέσα Μαρτίου 1821 ο Παπαφλέσσας είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των περιοδειών του στην Πελοπόννησο και βρισκόταν μαζί με τον Αναγνωσταρά στη Μεσσηνία, περιοχή για την οποία είχε ταχθεί υπεύθυνος από τη Φιλική Εταιρεία. Ο Κολοκοτρώνης ήταν επίσης στο χώρο ευθύνης του, τη Μάνη. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν κρυμμένος στην Πάτρα, έτοιμος να αναλάβει δράση. Άλλοι Φιλικοί βρίσκονταν σε διάφορους χώρους ευθύνης ο καθένας. Παρά τις αμφιβολίες των προεστών, το κλίμα στην Πελοπόννησο ήταν έντονα επαναστατικό και ένας σπινθήρας έλειπε για τη μεγάλη έκρηξη.

Σύμφωνα με τον θρύλο της Αγίας Λαύρας, η επανάσταση ξεκίνησε από την Αγία Λαύρα Καλαβρύτων, όταν στις 25 Μαρτίου 1821 ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης και όρκισε σε αυτό τους αγωνιστές. Καταγράφηκε ως ιστορικό γεγονός σε μεταγενέστερες μελέτες και σχολικά εγχειρίδια, απεικονίστηκε σε διάσημο πίνακα του Θεόδωρου Βρυζάκη και απέκτησε σημαντική θέση στην επίσημη ελληνική εθνική αφήγηση, καθώς συσχέτιζε τη θρησκεία με την επανάσταση και ταύτιζε την εθνική και θρησκευτική ταυτότητα. Η αλήθειά του αμφισβητήθηκε από τον 19ο αιώνα και πλέον οι ιστορικοί το θεωρούν φανταστικό γεγονός. Ο ίδιος ο Γερμανός δεν αναφέρει τη σκηνή στα απομνημονεύματά του, που συνέγραφε σχεδόν συγχρόνως με τα γεγονότα ή το αργότερο μέχρι τον θανατό του, το 1826, και έμειναν ημιτελή.


 Ο όρκος, ελαιογραφία του Δ. Τσόκου (1849).


Στην έναρξη του Αγώνα το σύνολο των ενόπλων δυνάμεων προερχόταν από τους κλέφτες και τους αρματολούς της προεπαναστατικής περιόδου· αυτοί θα αποτελούσαν το κυριότερο τμήμα των επαναστατικών δυνάμεων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης.

Το πρώτο επαναστατατικό στρατόπεδο συγκροτήθηκε στη Βέρβαινα στις 25 Μαρτίου, από τον Αναγνώστη Κοντάκη, με πολεμιστές από τον Άγιο Πέτρο, τα Δολιανά, καμπίσιους Τριπολιτσιώτες, και από τον επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο και τον Π. Βαρβιτσιώτη. Εκεί σταδιακά συγκεντρώθηκαν οπλαρχηγοί και πολεμιστές από διάφορα μέρη και οργανώθηκε η πρώτη μονάδα εφοδιασμού ("φροντιστήριο" κατά τον Φωτάκο).

Στη Μάνη η επανάσταση κινητοποιήθηκε από τους Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα, Νικηταρά και Κεφάλα. Εκεί εξοπλίστηκαν 2.000 Μανιάτες και Μεσσήνιοι με πολεμοφόδια που είχαν σταλεί από τους Φιλικούς της Σμύρνης και του Αϊβαλίου και είχαν φτάσει εκεί με καράβια. Στις 23 Μαρτίου απελευθερώθηκε η Καλαμάτα. Στις 24 Μαρτίου συγκεντρώθηκαν στα περίχωρα της Καλαμάτας γύρω στους 5.000 Έλληνες για να πάρουν την ευλογία της Εκκλησίας και την ίδια μέρα ξεσηκώθηκε η Φωκίδα στη Ρούμελη.

Στην Καλαμάτα συστάθηκε η Μεσσηνιακή Γερουσία και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης τοποθετήθηκε επικεφαλής της. Πρώτη πράξη της νέας εξουσίας ήταν να στείλει έγγραφο προς τα χριστιανικά έθνη ζητώντας τη βοήθειά τους και αυτό το έγγραφο ήταν και η πρώτη πράξη διεθνούς δικαίου της επανάστασης. Στην Πάτρα ιδρύθηκε το Αχαϊκό Διευθυντήριο, από τους προεστούς Ανδρέα Λόντο και Χαραλάμπη, τον Παπαδιαμαντόπουλο και τον δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό, που στις 26 Μαρτίου επέδωσε στους ξένους διπλωμάτες που βρίσκονταν στην Πάτρα επαναστατική διακήρυξη.


 Η Επανάσταση είχε μόλις ξεκινήσει. Έμελλαν να γίνουν πολλά ακόμα, να χυθεί πολύ ελληνικό αίμα, να κυριαρχήσει η διχόνοια και η επανάσταση να τεθεί σε νέα βάση, μέχρι την ημέρα που θα έπεφτε η τελευταία σφαίρα, στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 στην Πέτρα της Βοιωτίας, εκεί που ο Δημήτριος Υψηλάντης νίκησε τους Τούρκους και έκλεισε νικηφόρα την Επανάσταση. Σε λίγο τα όπλα θα σιγούσαν και τη θέση τους θα έπαιρνε ένας νέος Αγώνας, ο Αγώνας της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου, σύγχρονου, ευρωπαϊκού κράτους για το οποίο είχαν χύσει το αίμα τους γενεές επί γενεών Ελλήνων.


Βιβλιογραφία

  • Βακαλόπουλος, Απόστολος Ε., (1980) Ιστορία του νέου ελληνισμού, , τ. Ε', Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829) Οι προϋποθέσεις και οι βάσεις της 1813 - 1822, εκδόσεις Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη ISBN 960-8353-31-9,
  • Βακαλόπουλος, Απόστολος Ε., (1982) Ιστορία του νέου ελληνισμού, τ. Στ', Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829) Η εσωτερική κρίση (1822-1825), εκδόσεις Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 1982 ISBN 9789608353312
  • Βαρβαρήγος, Ποθητός (2011). Θρησκεία και θρησκευτική ζωή κατά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας (Μεταπτυχιακή εργασία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης). Θεσσαλονίκη. http://invenio.lib.auth.gr/record/128996/files/GRI-2012-8471.pdf.</ref>
  • Βόγλη, Ελπίδα (1999). ""Πολίτευμα ευρωπαϊκόν": Απόψεις για το πολίτευμα των Ελλήνων κατά τον Αγώνα (1821-1828)". Ελληνικά (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών) 49 (2): 347-365.
  • Βουρνάς, Τάσος (1999). Σύντομη ιστορία της ελληνικής επανάστασης. Αθήνα: Πατάκη. ISBN 960-600-951-3.
  • Erdem, Hakan (2005). 'Do not think of the Greeks as agricultural labourers': Ottoman responses to the Greek War of Independence. Dragonas, Thalia; Birtek, Faruk. Citizenship and the nation-state in Greece and Turkey. London: Routledge. σελ. 67-84.
  • Κακριδής, Ιωάννης (1978). Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση. Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ..
  • Kakridis, John Th. (1963). "The Ancient Greeks and the Greeks of the War of Independence". Balkan Studies 4 (2): 251-264.
  • Kitromilides, Paschalis M. (1989). "'Imagined Communities' and the Origins of the National Question in the Balkans". East European Quarterly 19 (2): 149-92.
  • Clogg, Richard (2013). A Concise History of Greece. Cambridge Concise Histories (3η έκδοση). Cambridge: Cambridge University Press.
  • Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ. (2000). Ιστορία της Ελλάδος από το 1800. Τεύχος Α': Το έθνος, η πολιτεία και η κοινωνία των Ελλήνων. Βάνιας. ISBN 9602880724.
  • Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος Κ. (1846). Τερτσέτης, Γεώργιος. επιμ. Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836. Αθήνα: Χ. Νικολαΐδης Φιλαδελφεύς.
  • Γιάνης Κορδάτος, Η επανάσταση της Θεσσαλομαγνησίας το 1821, σημείωμα Θ. Χ. Παπαδόπουλου, εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1983
  • Ιωάννης Κουμουρλής, «Η Επανάσταση του 1821 και η δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους στις πρώτες μεγάλες αφηγήσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας: από την πολυπαραγοντική ανάλυση στο σχήμα της εθνικής τελεολογίας», στο: Η ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός, εισαγωγή-επιμέλεια Πέτρος Πιζάνιας, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2009, σελ. 351-374
  • Κρεμμυδάς, Βασίλης (1976-1977). "Η οικονομική κρίση στον ελλαδικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα και οι επιπτώσεις της στην Επανάσταση του 1821". Μνήμων (6): 16-33.
  • Κρεμμυδάς, Βασίλης (1996). "Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων.Σχετικά με μια ομιλία του Παλαιών Πατρών Γερμανού". Μνήμων 18: 9-21.
  • Κρεμμυδάς, Βασίλης (2002). "Προεπαναστατικές πραγματικότητες. Η οικονομική κρίση και η πορεία προς το Εικοσιένα". Μνήμων (24): 71-84.
  • Ντέιβιντ Μπριούερ, Η φλόγα της ελευθερίας Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, μετάφραση Τιτίνας Σπερελάκη, επιμέλεια Ελένης Κεκροπούλου, εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα 2004, ISBN 960-536-165-5
  • Ντάγκλας Ντέκιν, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, μετάφραση Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου, εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ., 3η έκδοση, Αθήνα 1999, ISBN 960-250-172-3
  • Ντάγκλας Ντέκιν, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, μετάφραση Α. Ξανθόπουλου, εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ., 3η έκδοση, Αθήνα 1989
  • Παναγιωτόπουλος, Βασίλης (2003). Η Φιλική Εταιρεία: Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης. Παναγιωτόπουλος, Βασίλης. Η Ελληνική Επανάσταση, 1821-1832: Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας και η ίδρυση του ελληνικού κράτους. Τόμος 3ος. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000. Ελληνικά γράμματα. σελ. 9-32. ISBN 9604065408.
  • Παπαγεωργίου, Στέφανος Π. (2005). Από το γένος στο έθνος: Η θεμελίωση του Ελληνικού κράτους 1821-1862 (2η έκδοση). Αθήνα: Παπαζήση. ISBN 960-02-1769-6.
  • Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της οθωμανικής αυτοκρατορίας 1821-1832, εκδ.Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996
  • Βάλτερ Πούχνερ,«Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στο ευρωπαϊκό θέατρο », στο: Ανιχνεύοντας τη θεατρική παράδοση-Δέκα μελετήματα, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1995, σελ.256-301
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΒ, 1975
  • Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης 24 Φεβρουαρίου - 23 Μαΐου 1825, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012
  • Νίκος Γ. Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, μετάφραση Αικατερίνη Ασδραχά, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1999, ISBN 960-7293-21-5
  • Stathis, Panagiotis (2007). From Klephts and Armatoloi to revolutionaries. Anastasopoulos, Antonis; Kolovos, Elias. Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850: Conflict, Transformation, Adaptation. Proceedings of an international conference held in Rethymno, Greece, 13-14 December 2003. Rethymno: University of Crete – Department of History and Archaeology. σελ. 167-179.
  • Σταματόπουλος, Τάκης (1958). Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς θρύλο. Αθήνα.
  • Σάμουελ Γκρίντλεϋ Χάου, Ιστορική σκιαγραφία της ελληνικής επανάστασης, μετάφραση Ι. Χατζηεμανουήλ, επιμέλεια-πρόλογος-σχόλια Νίκος Κολόμβας, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1997, ISBN 960-7437-43-8
  • Hatzopoulos, Marios (2009). From resurrection to insurrection: ‘sacred’ myths, motifs, and symbols in the Greek War of Independence. The making of Modern Greece: Nationalism, Romanticism, and the Uses of the Past (1797–1896). Ashgate. σελ. 81-93.
  • Hobsbawm, Eric (1990). Nations and Nationalism since 1780: Programme, Myth, Reality. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Hobsbawm, Eric (1997). Η εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848. ΜΙΕΤ.
Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Επτάνησος Πολιτεία: Το πρώτο ελληνικό κρατίδιο (1800)

Στις 21 Μαρτίου του 1800 υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την οποία τα ελληνικά Επτάνησα θα γίνονταν αυτόνομα υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης και την εγγύηση της προστασίας των θρησκευτικών δικαιωμάτων από τον Τσάρο της Ρωσίας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε το πρώτο ημιαυτόνομο ελληνικό κρατίδιο, 350 περίπου χρόνια μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Επτάνησος Πολιτεία.

Ο βίος του νεοσύστατου κρατιδίου έμελλε να είναι εξαιρετικά σύντομος καθώς ιδρύθηκε στις 21 Μαρτίου 1800 για να διαλυθεί στις 8 Ιουλίου 1807 με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους, συνεπεία των νικών του Ναπολέοντα στη μάχη του Άουστερλιτς.

Με κόκκινο χρώμα η Επτάνησος Πολιτεία

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία της Επτανήσου Πολιτείας

Με την Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο στις 17 Οκτωβρίου 1797 και τη διάλυση της Δημοκρατίας της Βενετίας από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στη Γαλλία, τερματίζοντας έτσι τη μακραίωνη κατοχή τους από την Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας. Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης διαδόθηκαν στα νησιά του Ιονίου, η αριστοκρατική διοίκηση παύθηκε και σχηματίστηκαν κοινοτικά συμβούλια από ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων για τη διοίκηση των νησιών. Όμως μετά την καταστροφή του γαλλικού στόλου στο Αμπουκίρ της Αιγύπτου, η Ρωσία και η Τουρκία, με τη συγκατάθεση της Αγγλίας, αποφάσισαν να συστήσουν ρωσοτουρκική συμμαχία εναντίον των επεκτατικών βλέψεων του Ναπολέοντα στην Ανατολή. Εκμεταλλευόμενες την υποκινούμενη από την αριστοκρατία δυσαρέσκεια των κατοίκων των Ιονίων Νήσων για τους Γάλλους, ο ρωσοτουρκικός στόλος ξεκίνησε από τα Κύθηρα, τον Σεπτέμβριο του 1798, την κατάληψη των Επτανήσων, που ολοκλήρωσε στις 20 Φεβρουαρίου 1799. Έτσι αφαίρεσαν από τη Γαλλία τη σημαντικότατη αυτή ναυτική βάση στην ανατολική Μεσόγειο. Μετά από μακρόχρονες προτάσεις, συζητήσεις και αντιρρήσεις των Αυλών Ρωσίας και Τουρκίας, υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη, στις 21 Μαρτίου 1800, Συνθήκη με την οποία αποφασίστηκε η αυτονόμηση της Επτανήσου Πολιτείας, υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης και η ανάθεση της προστασίας των θρησκευτικών δικαιωμάτων των κατοίκων της στον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε το πρώτο ημιαυτόνομο ελληνικό κρατίδιο, 350 περίπου χρόνια μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Επτάνησος Πολιτεία.

Την Επτάνησο Πολιτεία αποτελούσαν τα νησιά του Ιονίου Πελάγους: Κέρκυρα, Παξοί, Λευκάδα, Ιθάκη, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος και Κύθηρα καθώς και τα μικρότερα νησιά γύρω τους  και τα προσαρτήματά τους.

Το Βυζαντινό Σύνταγμα και η σημαία

Το Σύνταγμα που καταρτίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε αποδεκτό από τον Σουλτάνο ονομάστηκε Βυζαντινό και ήταν ολιγαρχικό, παραχωρώντας όλη την εξουσία στις κληρονομικές αρχοντικές οικογένειες των νησιών, αυτές που ήταν καταχωρημένες στην Χρυσόβιβλο (Libro d’oro) τα τελευταία χρόνια της Βενετοκρατίας, αλλά και σε όσους από τους αστούς ήθελαν και μπορούσαν να γραφτούν. Το σύνταγμα αυτό, που αποτελείτο από 212 άρθρα, συνέδεε τα Επτάνησα με ένα είδος ομοσπονδίας. Σε κάθε νησί προέβλεπε την ύπαρξη ανεξάρτητης εγχώριας κυβέρνησης, το Γενικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τους εκ κληρονομίας ευγενείς. Το συμβούλιο αυτό θα συνεδρίαζε μία φορά τον χρόνο και θα εξέλεγε από τα μέλη του ή θα διόριζε όλες τις υπόλοιπες αρχές και εξουσίες, όπως ήταν οι Σύνδικοι για την τοπική διοίκηση, οι Πρυτάνεις για την τοπική εκτελεστική εξουσία, οι Υπουργοί και οι Γερουσιαστές που θα αποτελούσαν την ανώτατη κεντρική κυβέρνηση. Γερουσιαστές εκλέγονταν τρεις από κάθε ένα από τά νησιά Κερκύρας, Κεφαλλονιάς και Ζακύνθου, δύο από την Λευκάδα, ένας από τα Κύθηρα και ένας εκ περιτροπής από την Ιθάκη και τους Παξούς, συνολικά δεκατρείς. Η Γερουσία, η οποία θα εξέλεγε από τα μέλη της τον Πρόεδρο ή Πρωθυπουργό με τον τίτλο του Πρίγκιπα, θα είχε έδρα της την Κέρκυρα.

Ως σημαία της Επτανήσου Πολιτείας ορίστηκε να τεθεί πάνω σε κυανό ύφασμα το κίτρινο φτερωτό λιοντάρι της Βενετίας, κρατώντας όμως το Ευαγγέλιο κλειστό με έναν σταυρό, τη χρονολογία 1800 και επτά λόγχες που θα συμβόλιζαν τα Επτάνησα και τη συνέχεια της εξουσίας της αριστοκρατίας. Η παρουσίαση της σημαίας έγινε με κάθε μεγαλοπρέπεια στην Κωνσταντινούπολη όπου έγινε δοξολογία στο Πατριαρχείο για την στερέωση της νέας Πολιτείας. 


Η σημαία της Επτανήσου Πολιτείας

Τα πρώτα βήματα του νέου κρατιδίου

Το νέο Σύνταγμα που αυθαίρετα συντάχτηκε στην Κωνσταντινούπολη από τους εκεί πρεσβευτές της Επτανήσου Πολιτείας, προκάλεσε την γενική δυσαρέσκεια. Το νέο κράτος θα ήταν υποτελές στον Σουλτάνο, οι ευγενείς έβλεπαν με δυσαρέσκεια την μερική έστω εκχώρηση προνομίων τους στους αστούς και ο λαός οργίστηκε με την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων που του είχαν παραχωρηθεί από τους Γάλλους δημοκρατικούς. Ταραχές και στάσεις ξέσπασαν στα νησιά. Εκδικήσεις και υποκινούμενοι φόνοι διατάρασσαν την ασφάλεια και την τάξη. Στη Ζάκυνθο ο Μαρτινέγκος αφαίρεσε την εξουσία από τους ευγενείς κα διοικούσε το νησί κατά βούληση, κηρύσσοντάς το ανεξάρτητο. Όταν η Γερουσία έστειλε τούρκικα πλοία για να επιβάλουν την τάξη ο Μαρτινέγκος ανάθεσε την στρατιωτική διοίκηση στον αξιωματικό του βρετανικού στρατού Κάλλεντερ, ενώ άνθρωποί του ύψωσαν στο κάστρο τη βρετανική σημαία στις 24 Φεβρουαρίου 1801. Στην Κεφαλονιά ξέσπασε εμφύλιος, ενώ στις 27 Μαίου 1801 ολέθρια στάση ξέσπασε στην Κέρκυρα ανάμεσα σε κατοίκους και στρατιώτες της τούρκικης φρουράς, εξαναγκάζοντας τον Πρίγκιπα Θεοτόκη να αναθέσει προσωρινά την στρατιωτική διοίκηση του νησιού στον Ρώσο συνταγματάρχη Αστφέρ.

Νέο Σύνταγμα και σταθεροποίηση της Πολιτείας

Στις 10 Οκτωβρίου 1801, με μυστική συμφωνία στο Παρίσι μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας, αποφασίστηκε η αποστρατικοποίηση της Επτανήσου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χειροτερέψει η εσωτερική κατάσταση και να κινδυνεύσει η Επτάνησος να περιέλθει στην κατοχή της Τουρκίας. Για να σώσει την Πολιτεία, ο Πρίγκιπας Θεοτόκης αναγκάστηκε να φέρει σε συνεννόηση τους ευγενείς με τους δημοκρατικούς και τους αστούς και να ζητήσει εκ νέου τη μεσολάβηση της Ρωσίας. Ο Τσάρος τότε έστειλε στην Κέρκυρα πληρεξούσιο, τον Ζακυνθινό κόμη Γεώργιο Μοτσενίγο, έμπειρο διπλωμάτη της Ρωσίας στην Τοσκάνη, ο πατέρας του οποίου, κόμης Δημήτριος Μοτσενίγος, είχε διακριθεί στον αγώνα κατά της Τουρκίας στην περίοδο των Ορλωφικών. Ο Μοτσενίγος έφτασε στην Κέρκυρα τον Αύγουστο του 1802 και συγκάλεσε συντακτική συνέλευση με νέους Γερουσιαστές για την κατάρτιση νέου συντάγματος, το οποίο ψηφίστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1803. Το νέο σύνταγμα καταργούσε το διαδοχικό δικαίωμα ευγενείας και έδιδε το δικαίωμα σε κάθε άτομο που διακρινόταν για την αρετή του, την μόρφωσή του και που παρουσίαζε τα εχέγγυα ικανού πολίτη, να μπορεί να εκλέγεται σε ηγετικές θέσεις και να μετέχει στη Γερουσία. Έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη και την πρόοδο της Παιδείας, των Τεχνών, του Εμπορίου και της Βιομηχανίας. Προέβλεπε την ακεραιότητα της ιδιοκτησίας, τον σεβασμό του οικογενειακού ασύλου, την ισονομία και θεμελίωνε τις τρεις μεγάλες εξουσίες του κράτους, νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Ήταν το πρώτο Νεοελληνικό Σύνταγμα με εξαιρετικά φιλελεύθερες, για την εποχή του, διατάξεις. Δυστυχώς η ισχύς του δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ.


 Το έμβλημα της Επτανήσου Πολιτείας

Η διάλυση της Επτανήσου Πολιτείας

Αν και το μικρό ελληνικό κρατίδιο κατόρθωσε να ορθοποδήσει και να εξασφαλίσει μια ομαλή σχετικά πορεία προς το μέλλον, έπεσε τελικά θύμα των διενέξεων των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες εξάλλου και το είχαν δημιουργήσει. Μετά τη νίκη του Ναπολέοντα στο Αούστερλιτς και τη σύναψη της Συνθήκης του Τιλσίτ, στις 8 Ιουλίου 1807, τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν και πάλι στη Γαλλία και η Επτάνησος Πολιτεία έπαψε να υφίσταται. Οι Γάλλοι αυτοκρατορικοί άρχισαν να χάνουν τα Επτάνησα σταδιακά από το 1809 με την κατάληψη της Ζακύνθου από τον αγγλικό στόλο. Στη συνέχεια -το 1810- οι Άγγλοι κατέκτησαν την Κεφαλονιά, την Ιθάκη, τη Λευκάδα τα Κύθηρα και τέλος την Κέρκυρα το 1814. Με τη Συνθήκη των Παρισίων στις 5 Νοεμβρίου 1815 και την αποκατάσταση της ειρήνης στην Ευρώπη, τα Επτάνησα αποτέλεσαν το αυτόνομο ιονικό κράτος, κάτω από την αποκλειστική προστασία της Μεγάλης Βρετανίας και μετονομάστηκαν σε Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων.

Πηγές

 «Ιστορία της Ζακύνθου», Λεωνίδας Χ. Ζώης, Αθήνα 1955

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

  • Ελένη Καλλιγά, Το Σύνταγμα του Maitland για τα Επτάνησα (1817). Ιόνιες καταβολές και βρετανικοί στόχοι, Ίστωρ 3 (1991), σελ.3-120
  • Ιωάννης Κονιδάρης, Η θέση των θρησκευτικών κοινοτήτων στα συντάγματα της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807), «Επτάνησος Πολιτεία (1800-1807)», Πρακτικά Συνεδρίου, Αργοστόλι 28-31 Οκτωβρίου 2000, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2003, σσ. 47-56
  • Π. Λάμπρου, «Νομίσματα και μετάλλια της Επτανήσου πολιτείας και της προσωρινής των Ιονίων νήσων παρά των Άγγλων κατοχής», Δελτίον της Ιστορικής κι Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Τόμος Α΄ , σσ. 185-208

Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

"Κι εσύ, τέκνον Βρούτε;" - Η δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα (44 π.Χ.)

Στις 15 Μαρτίου του 44 π.Χ. έλαβε χώρα μια από τις πιο διάσημες πολιτικές δολοφονίες στην ιστορία, αυτή του αυτοκράτορα της Ρώμης Ιουλίου Καίσαρα.


Η δολοφονία

Λίγες μέρες νωρίτερα ο οιωνοσκόπος Σπουρίννας είχε πει στον Καίσαρα να φυλάγεται από τις Ειδούς του Μαρτίου. Το βράδυ της 14ης Μαρτίου σε συγκέντρωση φίλων στο σπίτι του, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το ποιος θάνατος είναι ο καλύτερος. «Ο απροσδόκητος», ήταν η γνώμη του Καίσαρα. Το πρωί της 15ης η σύζυγός του η Καλπουρνία τον παρακάλεσε να μην πάει στη Σύγκλητο εκείνη την ημέρα γιατί είχε δει στον ύπνο της ότι τον κρατούσε στην αγκαλιά της σφαγμένο. Οι ιερείς ήρθαν και είπαν ότι οι οιωνοί ήταν απαίσιοι. Αλλά ο εκ των συνωμοτών Δέκιμος Βρούτος περιγέλασε γυναίκες και ιερείς και έπεισε τον Καίσαρα να μεταβεί στη Σύγκλητο, έστω για να αναβάλει τη συνεδρίαση.

Ενώ προχωρούσαν, είδε ο Καίσαρ τον οιωνοσκόπο και τον ειρωνεύτηκε: «Οι Ειδοί του Μαρτίου ήρθαν». Ο Σπουρίννας απάντησε: «Ναι, ήρθαν, αλλά δεν πέρασαν». Στην πορεία τους το πλήθος που συνωστιζόταν γύρω από τον Καίσαρα ήταν μεγάλο. Πολλοί του έδιναν αιτήσεις και αναφορές που ύστερα τις παραλάμβαναν οι ακόλουθοί του. Ο Έλληνας σοφιστής Αρτεμίδωρος ο Κνίδιος, που είχε σχέσεις με ανθρώπους του περιβάλλοντος του Βρούτου και είχε μάθει για τη συνωμοσία, πλησίασε πολύ κοντά και του έδωσε ένα σημείωμα λέγοντάς του: «Διάβασέ το αυτό, Καίσαρ, ο ίδιος και γρήγορα. Λέει για σπουδαία πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν». Ο Καίσαρ προσπάθησε να το διαβάσει αλλά οι εκδηλώσεις του πλήθους ήταν τόσες που δεν μπόρεσε. Τότε φέρεται να είπε και τη γνωστή φράση "Ες αύριον τα σπουδαία". Μπήκε στη Σύγκλητο κρατώντας το σημείωμα, ενώ ο Δέκιμος Βρούτος συγκράτησε τον Μάρκο Αντώνιο στην είσοδο σε μια παρατεινόμενη συζήτηση για σοβαρό, δήθεν, θέμα.
 
 Όταν ο Καίσαρ κάθισε στο έδρανό του, οι συνωμότες τον περικύκλωσαν προφασιζόμενοι ικεσίες για την ανάκληση του εξόριστου αδελφού του Τίλλιου Κίμβρου. Ο Καίσαρ αρνούταν σε έντονο ύφος και τότε ο Κίμβρος του τράβηξε προς τα κάτω την τήβεννο. Ήταν το σύνθημα. Πρώτος ένας από τους Κάσκες τον κτύπησε στον αυχένα, αλλά η πληγή δεν ήταν σοβαρή. Ο Καίσαρ προσπάθησε ν’ αντισταθεί αλλά όπου κι αν στρεφόταν έβλεπε τα γυμνά σπαθιά των συνωμοτών, ενώ οι άλλοι συγκλητικοί παρακολουθούσαν με βουβή φρίκη. Τον χτύπησαν όλοι για να έχουν όλοι συμμετοχή στον φόνο και όταν είδε και τον Βρούτο να ορμά εναντίον του είπε στα ελληνικά: «Και συ, τέκνον Βρούτε;» και σκέπασε το κεφάλι του με την τήβεννο. Δέχτηκε είκοσι τρία χτυπήματα και κατέρρευσε στη βάση του αγάλματος του Πομπήιου.
 

Τα μετέπειτα

Ο λαός της Ρώμης εξεγέρθηκε κατά των δολοφόνων, αλλά ο Αντώνιος, κύριος πλέον της κατάστασης, φάνηκε συγκρατημένος, δέχθηκε την πρόταση του Κικέρωνα για χορήγηση γενικής αμνηστίας και συμφώνησε να δοθούν στον Βρούτο και τον Κάσσιο διοικήσεις επαρχιών. Η Σύγκλητος συγκατατέθηκε σε όλα, αλλά κάλεσε επιπροσθέτως τον Οκταβιανό (Γάιος Οκτάβιος, ο μετέπειτα Αύγουστος), μικρανεψιό, θετό γιο και κληρονόμο του Καίσαρα, σύμφωνα με τη διαθήκη του.

Ο Αντώνιος, ο Οκταβιανός και ο Λέπιδος συγκρότησαν τη Δεύτερη Τριανδρία, η οποία συγκρούστηκε με τους δολοφόνους του Καίσαρα, που είχαν εν τω μεταξύ ισχυροποιηθεί στην Ανατολή. Στους Φιλίππους (42 π.Χ.) Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν, με τα ίδια εκείνα ξίφη με τα οποία είχαν σκοτώσει τον Καίσαρα.
 
Ακολούθησε διανομή του κράτους. Ο Αντώνιος πήρε την Αίγυπτο, ταύτισε την τύχη του μ’ αυτήν της Κλεοπάτρας, και τελικά ήρθε σε ρήξη με τον Οκταβιανό. Στη ναυμαχία του Ακτίου ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα νικήθηκαν (31 π.Χ.) και αυτοκτόνησαν τον επόμενο χρόνο και ο Οκταβιανός έγινε μονοκράτορας.
 

Πηγές

  • Καίσαρ : Commentarii de Bello Gallico (Απομνημονεύματα περί του Γαλατικού Πολέμου)
  • Καίσαρ : Commentarii de Bello Civili (Απομνημονεύματα περί του Εμφυλίου Πολέμου)
  • Πλούταρχος : «Καίσαρ», «Βρούτος», «Κράσσος», «Πομπήιος», «Κάτων ο νεώτερος», «Κικέρων», «Αντώνιος».
  • Σουητώνιος (Gaius Suetonius Tranquillus) : «De Vita Caesarum – Divus Iulius» (Περί του βίου των Καισάρων – Ο θείος Ιούλιος). Ελληνική μετάφραση Περικλή Ροδάκη, ‘’Παρασκήνιο’’ 1990.
  • Αππιανός : «Ρωμαϊκά» (Ρωμαϊκών Εμφυλίων Β΄επ.)
  • Δίων Κάσσιος : «Ρωμαϊκή ιστορία»
 
 
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878)

Μέσα στο 1878 υπογράφτηκαν δύο μεγάλες συνθήκες, η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και η Συνθήκη του Βερολίνου. Κατά ένα μέρος, η δεύτερη ανέτρεψε την πρώτη, κυρίως ως προς τα κέρδη της Βουλγαρίας. Στο σημερινό μας αφιέρωμα θα παρουσιάσουμε τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που συνομολογήθηκε στις 3 Μαρτίου 1878 μεταξύ της Ρωσικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

 

Η Συνθήκη Αγίου Στεφάνου Κωνσταντινούπολης ήταν μια διμερής συνθήκη που συνομολογήθηκε μεταξύ της Ρωσικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θέτοντας τέρμα στον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο (Απρίλιος 1877 - Ιανουάριος 1878), η ένοπλη φάση του οποίου είχε λήξει με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (συνθήκη ανακωχής) (30 Ιανουαρίου 1878).
Η παρούσα συνθήκη υπογράφτηκε στις 3 Μαρτίου 1878 (ν,ημερ.[1]) στο προάστιο Άγιος Στέφανος της Κωνσταντινούπολης, εξ ου και το όνομά της, από τους πληρεξούσιους των Αυτοκρατόρων, του [[Τσάρος|Τσάρου Αλεξάνδρου Β΄ και του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, πρέσβη Νικόλαο Ιγνάντιεφ και Αλεξάντερ Νελίντοφ εκ μέρους της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και Υπουργό Εξωτερικών Σαφβέτ Πασά και Πρέσβη στη Γερμανία Σαντουλάχ Μπέη εκ μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι σημαντικότεροι όροι

Με τη συνθήκη αυτή ανατρέπονταν οριστικά οι συνέπειες της συνθήκης των Παρισίων (1856) σε μια προσπάθεια λύσης του Ανατολικού Ζητήματος κατά τα ρωσικά συμφέροντα της εποχής εκείνης[2]. Συγκεκριμένα:
  • Η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε σε μεγάλη αυτόνομη Ηγεμονία συνολικής έκτασης 163.000 τ. χλμ. περιλαμβάνοντας την περιοχή από τον Δούναβη μέχρι το Αιγαίο, κατά Β.-Ν, και από Μαύρη Θάλασσα μέχρι τον Δρίνο ποταμό, κατά Α.-Δ., δηλαδή, εκτός από τη σημερινή Βουλγαρία, τμήμα της Ανατολικής Θράκης, την περιοχή της Ξάνθης, τη μετέπειτα Ελληνική Μακεδονία ),πλην Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής, Πιερίας, Ημαθίας, Γρεβενών και Κοζάνης, ολόκληρη τη σημερινή Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τις λίμνες Πρέσπες και Αχρίδα, , μέχρι και εδάφη της σημερινής Αλβανίας (όπως η Κορυτσά).
  • Η Ρουμανία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο μετά την απαλλαγή τους από την οθωμανική επικυριαρχία καθίσταντο ανεξάρτητα κράτη με δικαίωμα διεύρυνσης συνόρων με προσάρτηση γειτονικών περιοχών. Συγκεκριμένα, η Ρουμανία προσαρτούσε τη Δοβρουτσά αλλά εκχωρούσε στη Ρωσία τη Βεσσαραβία. Η Σερβία επεκτεινόταν νότια και προσαρτούσε τις πόλεις Νις, Λέσκοβατς και Νόβι Παζάρ. Το Μαυροβούνιο τριπλασίαζε την έκτασή του και αποκτούσε διέξοδο στην Αδριατική.
  • Η Ερζεγοβίνη και η Βοσνία καθίσταντο επίσης αυτόνομες, αποσπώμενες μεν οριστικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά υπό την κηδεμονία της Αυστρίας (ως αντάλλαγμα για τη μη συμμετοχή της στον πόλεμο κατά της Ρωσίας).
  • Για δε την μεγαλόνησο Κρήτη η συνθήκη αυτή προέβλεπε την εφαρμογή του Οργανικού Χάρτη του 1868. Ανάλογη διοργάνωση προβλεπόταν να εισαχθεί για την Ήπειρο, την Θεσσαλία και λοιπά ελλαδικά διαμερίσματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφού οριζόταν ειδική επιτροπή που θα μελετούσε τις λεπτομέρειες του Οργανισμού αυτού που όμως (κατά το κείμενο της συνθήκης) οριζόταν «Προ της εφαρμογής αυτών η Τουρκία θέλει συμβουλευθεί την Ρωσίαν».
  • Επίσης η Ρωσία εξασφάλιζε την απόδοση σε αυτήν όσων εδαφών έχασε με τον Κριμαϊκό πόλεμο καθώς επίσης εδάφη στην Καυκασία και την Αρμενία, όπου και επαναπροσαρτούσε μεγάλες εκτάσεις με τις πόλεις Βατούμ, Βαγιαζήτ, Καρς και Αρνταχάν.

 

Ιδιαίτερες συνέπειες

Η σημαντικότερη όμως συνέπεια της συνθήκης ήταν η αναγνώριση αυτόνομης Βουλγαρικής Ηγεμονίας, στην οποία περιέρχονταν όλα τα εδάφη μεταξύ Δούναβη και Ροδόπης, το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και ολόκληρη η κοιλάδα του Αξιού. Στην ουσία με τη συνθήκη αυτή η Τουρκία έχανε το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών της εδαφών. Τέλος υποχρεωνόταν να αφήσει πλήρως ανοιχτά τα στενά για τα σκάφη όλων των κρατών, με την εξαίρεση όσων είναι σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Ρωσία.

Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ανέτρεπε πλήρως την ισορροπία δυνάμεων που είχε επιβληθεί στην Ανατολή κατά τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, προκαλώντας την αντίδραση των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων. Τελικά η Ρωσία αναγκάστηκε να δεχτεί τη σύγκληση συνεδρίου στο Βερολίνο με σκοπό την αναθεώρηση της συνθήκης. Η Συνθήκη αυτή ενώ αρχικά αποτέλεσε θρίαμβο του Πανσλαβισμού στη Βαλκανική χερσόνησο, τελικά στη συνέχεια κατέληξε στην καταστροφή της ίδιας της Ηγεμονίας της Βουλγαρίας, όπως αποδείχθηκε, (Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος, Α' Π.Π. μέχρι και τον Β' Π.Π.).

Αποκαλύψεις κατά του Ελληνισμού

Η Συνθήκη αυτή με την δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας εκτός του ότι στράφηκε εδαφικά κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιούργησε τεράστια προβλήματα στον Ελληνισμό της περιοχής για τον οποίο τίποτε δεν προέβλεψε με επικείμενο την έναρξη διωγμών, υποχρεωτικό εκβουλγαρισμό χιλιάδων Ελλήνων της Βαλκανικής με απώτερο σκοπό τον ολοκληρωτικό ξεριζωμό του από την περιοχή.

Κατά την ελληνική αλλά και ξένη σχετική ιστοριογραφία η συνθήκη αυτή αποτέλεσε έργο του Πανσλαβιστικού κομιτάτου του οποίου προΐστατο ο Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Νικόλαος Ιγνάντιεφ, ο οποίος και αποκλήθηκε από διπλωμάτες της εποχής "πατέρας του ψεύδους και νεκροθάφτης του Ελληνισμού".[4]
 
 Με τις ψευδείς αναφορές του και διαβάλλοντας τους Έλληνες γενικά είχε παρασύρει και αυτόν ακόμα τον Τσάρο ώστε να του τηλεγραφεί προσωπικά σε μορφή διαταγής «ουδεμίαν σπιθαμήν (γης) υπέρ του Βασιλείου της Ελλάδος».α[›] Ο ίδιος δε ο Ιγνάντιεφ, κατά την υπογραφή της συνθήκης, φέρεται να δήλωσε σε Βουλγάρους «...και τώρα οι Έλληνες ας έρθουν κολυμπώντας στην Κωνσταντινούπολη». Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα του Λονδίνου "Ημερήσια Νέα" τον Μάιο του 1878 σε ερώτηση δημοσιογράφου γιατί παραγκωνίζεται τόσο πολύ το ελληνικό στοιχείο της περιοχής απάντησε με χαρακτηριστική δόση κυνισμού και ιταμότητας: «Επιχειρήσαμεν τον πόλεμον ουχί υπέρ των Ελλήνων, αλλά υπέρ των Βουλγάρων. Δεν είναι δυνατόν να χάνω πολύτιμον χρόνον εργαζόμενος υπέρ των Ελλήνων».[5]

Ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄: "ουδεμίαν σπθαμήν στο Βασίλειο της Ελλάδος" (1878)

Στη διαμορφούμενη τότε ρωσική πολιτική με την έξαρση του Πανσλαβισμού, η τυχόν επέκταση του Βασιλείου της Ελλάδος, που τότε εκτεινόταν από το Ταίναρο μέχρι τον Σπερχειό ποταμό, φάνταζε ως ο επαπειλούμενος βρόχος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπως αυτό διαφάνηκε από τους λόγους του Τσάρου Αλέξανδρου Β΄ προς τον Άγγλο πρέσβη Σεϋμόρ στην Αγία Πετρούπολη το 1878 όπου δήλωνε μεταξύ άλλων:
«Δεν συμφέρει εις την Αυτοκρατορίαν (Ρωσία) να γίνει η Ελλάς ισχυρό κράτος. Ελληνικό Βασίλειο ισχυρό θα αποτελούσε σιδηρούν μοχλόν επί των μεσημβρινών πυλών της Ρωσίας. Η προέκτασις των ελληνικών ορίων, αν όχι μέχρι του Ευξείνου τουλάχιστον μέχρι του Ελλησπόντου, αφαιρεί από την Ρωσίαν την ναυτικήν επικράτησιν και επ' αυτού ακόμη του Ευξείνου, και κατακλείει εντός της Μαύρης Θαλάσσης πάσαν προς την μεσημβρίαν τάσιν της Ρωσίας».[6]
Έτσι, με τις παραπάνω δηλώσεις του, ο Τσάρος, ανεξάρτητα κατά πόσο αυτές ευσταθούσαν ή ήταν δικαιολογημένες, (δείτε σημειώσεις), το μόνο που κατάφερε ήταν ν΄ αποκαλύψει τις μέλλουσες προθέσεις του και να θορυβήσει όχι βέβαια την Ελλάδα, αλλά την Αγγλία στον έλεγχο του Αιγαίου και της Α. Μεσογείου, η οποία και συνέγειρε τις άλλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Συνέπεια αυτών ήταν η Συμφωνία Λονδίνου (1878), η σύγκλιση του Συνεδρίου του Βερολίνου (1878), η Συνθήκη Κωνσταντινούπολης (1878) και βέβαια η Συνθήκη του Βερολίνου (1878) που ακολούθησαν. Σημειώνεται ότι μετά τη συνομολόγηση της τελευταίας ο Τσάρος έθεσε υπό δυσμένεια τον Ν. Ιγνάντιεφ.

Επτά χρόνια αργότερα, το 1885 ο κατ΄ εξοχήν υπέρμαχος της Μεγάλης Βουλγαρίας της συνθήκης αυτής Βούλγαρος προπαγανδιστής Σούπωφ που διατελούσε γραμματέας της Εξαρχίας στην Κωνσταντινούπολη ομολογούσε:

«Το μεγαλύτερο μέρος της Βουλγαρικής Μακεδονίας δεν έχει ακόμα αποκρυσταλλωμένη εθνική συνείδηση, και αν η Ευρώπη επέτρεπε στον Μακεδονικό λαό να εκλέξει εθνότητα, είμαι βέβαιος ότι η πλειονότης αυτών θα ξέφευγε εκ των χειρών μας. Εξαιρουμένων των βορείων διαμερισμάτων, οι πληθυσμοί των άλλων περιφερειών είναι έτοιμοι, ίνα ενδίδοντες και στην ελαχίστη πίεση δηλώσουν ότι δεν είναι Βούλγαροι, ότι αναγνωρίζουν το Πατριαρχείο και προτιμούν τα ελληνικά σχολεία και τους Έλληνες καθηγητές. Η ύπαιθρος χώρα είναι βουλγαρική,β[›] οι πόλεις όμως με εξαίρεση των βορείων περιοχών είναι ελληνικές, η ύπαιθρος δε χώρα εμπνέεται και καθοδηγείται παρά των πόλεων».[7]
 

Η αντίδραση της Ευρώπης

Μόλις έγινε γνωστή ως είδηση το περιεχόμενο της συνθήκης, φυσικό επόμενο ήταν να προκληθεί έντονη και άμεση αντίδραση τόσο των Ελλήνων όσο και των άλλων εθνοτήτων της περιοχής όπως Σέρβων, Αλβανών και Ρουμάνων.[8] Οι δε τελευταίοι που συμμετείχαν στο ρωσοτουρκικό πόλεμο φέρονταν περισσότερο προδομένοι. Στην αντίδραση αυτή δεν άργησαν τόσο η Αγγλία όσο και η Αυστροουγγαρία ν΄ αντιληφθούν ότι η Βουλγαρία πλέον καθίστατο ένας πολιτικός αλλά και πολεμικός ρωσικός προμαχώνας που έθιγε άμεσα καίρια συμφέροντά τους στη περιοχή.[9]

Ο Λόρδος Ρομπερτ Σέσιλ

Έτσι μόλις ένα μήνα μετά την υπογραφή της συνθήκης επί κυβερνήσεως Β. Ντισραέλι, ο Άγγλος υπουργός εξωτερικών Λόρδος Ρόμπερτ Σέσιλ, Μαρκήσιος Σόλσμπερυ, (που μόλις είχε αντικαταστήσει τον Δέρβυ), στις 1 Απριλίου του 1878 απευθύνει εγκύκλιο προς τις άλλες Δυνάμεις επικρίνοντας με δριμύτητα την Συνθήκη αυτή, ιδιαίτερα με το επιχείρημα ότι προσαρτώνται στο νέο βουλγαρικό κράτος χώρες κατοικούμενες από Έλληνες και ότι οι μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται να εισαχθούν στις άλλες επαρχίες (Ήπειρο, Θεσσαλία, Κρήτη) θα υπόκεινται στο ρωσικό έλεγχο.
Εκτός όμως του Άγγλου υπουργού των Εξωτερικών και άλλοι εξέχοντες πολιτικοί, ιστορικοί και διπλωμάτες κατήγγειλαν την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Συγκεκριμένα ο W. Miller την χαρακτήρισε "αυτόφορη παραβίαση της δικαιοσύνης και της Εθνολογίας", ο πολύς δε σλαβόφιλος Άγγλος ιστορικός και πολιτικός Σέτον-Γουάτσον (R. W. Seton-Watson) τη χαρακτήρισε "έντονα ως πολύ σλαβική".[10] Αλλά και ο Άγγλος διπλωμάτης Σερ Ουίλιαμ Γουάιτ (Sir W. A. White) που βρισκόταν τότε στο Βουκουρέστι σημείωνε: «Οι Βούλγαροι εδημιουργήθησαν,(εννοώντας το κράτος), αν όχι δια να κρατήσουν τα Στενά των Δαρδανελίων, δια λογαριασμόν της Ρωσίας, πάντως δια να εμποδίσουν τους Έλληνας να θέσουν πόδα επ΄ αυτών"».[11]
 
 Τέλος πολλοί διπλωμάτες ομολογούσαν ότι η Βουλγαρία πριν ακόμα γεννηθεί προωρίσθη από μερικές Μεγάλες Δυνάμεις για την ηγεμονία της Βαλκανικής χερσονήσου, εξ απαλών δε ονύχων γαλουχήθηκε στην ιδέα της κυριαρχίας στα Βαλκάνια υποστηριζόμενη στις παράλογες αξιώσεις της από ισχυρούς προστάτες.[12]

Συνέπεια αυτών ήταν ν' ακολουθήσει η Αγγλορωσική Συμφωνία Λονδίνου (1878) με την οποία αποφασίζεται η τροποποίηση της συνθήκης, ενώ και υπό την πίεση της Αυστρίας, η Ρωσία δέχθηκε τελικά αφενός τον χαρακτηρισμό της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου ως "μη τελεσίδικη", αλλά ως "συνθήκη προκαταρκτικών όρων ειρήνης"[13] και αφετέρου τη σύγκληση του Συνεδρίου του Βερολίνου (1878) για την τελική απόφαση.

 

Σημειώσεις


α:  Πολλοί Ρωσόφιλοι Έλληνες της εποχής προσπαθώντας να δικαιολογήσουν εν μέρει την ανθελληνική στάση του Τσάρου Αλέξανδρου Β΄ απέδιδαν αυτή στην άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης σε προηγούμενη πρόσκλησή του για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ρωσο-τουρκικό πόλεμο (1877-1878), έστω για δυτικό αντιπερισπασμό οθωμανικών δυνάμεων. Πράγματι η πρόσκληση αυτή είχε γίνει με έγγραφο προς τον Βασιλέα Γεώργιο, που εκ των πραγμάτων όμως δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί.
 
 Κατ' αρχήν η Ελλάδα τότε δεν είχε ακόμα πλήρη στρατιωτική οργάνωση που να διαθέτει και εκστρατευτικό σώμα, η δε οργάνωση αυτού απατούσε πολύ χρόνο. Το ελληνικό ναυτικό συγκροτούνταν από παλαιά πολεμικά πλοία. Ο δε ρωσοτουρκικός πόλεμος διεξαγόταν σε κατά ξηρά αναμετρήσεις. Έτσι ο οθωμανικός στόλος είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων. Αλλά και ο Σουλτάνος όταν πληροφορήθηκε για τη σχετική πρόσκληση απείλησε την Ελλάδα με ναυτικό αποκλεισμό. Στις αρχές του 1878 εκδηλώθηκε και η κρητική επανάσταση. Συνέπεια αυτών ήταν η παραίτηση της κυβέρνησης και η ανάληψη από οικουμενική κυβέρνηση, (η 1η επί Βασιλείας Γεωργίου Α΄), η οποία και ακολούθησε φιλοαγγλική στάση.[14]
 
 Από τους λόγους όμως του Τσάρου διαφαίνεται σαφέστατα ότι ο ανθελληνισμός του δεν οφειλόταν τόσο σε μία εκδικητική αντίληψη της στιγμής, όσο σε πάγια γενικότερη πολιτική θεώρηση των ρωσικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή.

^ β:  Τον Μάρτιο του 1903, με τη συμπλήρωση 25ετηρίδας από την υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες εορτές σ΄ όλες τις κύριες πόλεις, τόσο της Ρωσίας, όσο κυρίως της Βουλγαρίας. Επίσημο επίκεντρο των εκδηλώσεων αυτών ήταν η πόλη Σίπκα της κεντρικής Βουλγαρίας όπου και σε ομώνυμη παρακείμενη βουνοκορφή (ονομάζεται Πέρασμα της Σίπκα) ανεγέρθηκε τετράπλευρο πυργωτό μνημείο ύψους 30 μ. περίπου των ηρώων της Βουλγαρικής αναγέννησης.[15] Η ημερομηνία της υπογραφής της συνθήκης 3 Μαρτίου 1878 καθιερώθηκε εθνική εορτή ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας.

Πηγές

  • Κ. Παπαρρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τομ.9, - Αθήναι 1925, τομ.8ος, σελ.410.
  • Π. Πιπινέλης "Ιστορία της Εξωτερικής Πολιτικής της Ελλάδος 1923-1941" Αθήναι 1948, σελ.92
  • Χρ. Νάλτσας "Τα Ελληνοσλαυϊκά σύνορα" Θεσσαλονίκη 1946 σελ.29
  • Χρ. Νάλτσας "Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και ο Ελληνισμός" Θεσσαλονίκη 1954, σελ.60.
  • Ν. Βλάχος "Το Μακεδονικόν ως Φάσις του Ανατολικού Ζητήματος 1878-1908" Αθήναι 1954, σελ.93.
  • Γ. Ασπρέας "Πολιτική Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδος", τόμοι 2, Αθήναι 1963, τομ.1ος, σελ.98-101.
  • Γ. Λεβέντης "Η κατά της Μακεδονίας Επιβουλή" Αθήναι 1966, σελ.60
  • Χαρ. Νικολάου "Διεθνείς Συνθήκες" Αθήνα 1996, σελ.131-135.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.1ος, σελ.465.

Διαβάστε περισσότερα »