Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Θίοντορ Ρούζβελτ: Ο καταθλιπτικός ακούραστος πρόεδρος



Ο Θίοντορ Ρούζβελτ ήταν ένας πραγματικά ακούραστος άνθρωπος. Αντιπρόεδρος επί Γουίλιαμ ΜακΚίνλι, τον διαδέχθηκε στην προεδρία των ΗΠΑ όταν εκείνος δολοφονήθηκε, στις 14 Σεπτεμβρίου 1901. Ο Ρούζβελτ ήταν τότε μόλις 43 ετών. Επανεξελέγη το 1904 και παραιτήθηκε το 1909, στα 51 του χρόνια. Σήμερα, ο Ρούζβελτ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς προέδρους όλων των εποχών, αντάξιος του Λίνκολν και του Ουάσινγκτον. Για να περιγράψει τον φρενήρη χαρακτήρα του, ο τιμημένος με Πούλιτζερ βιογράφος του, Έντμουντ Μόρις, δανείστηκε μια φράση από ένα σύντομο αλλά διεισδυτικό δοκίμιο του Γάλλου συγγραφέα Λεόν Μπαζαλζέτ: "Αυτά τα ξεχειλίσματα φαινομενικής επιθετικότητας, βίαια και παιχνιώδη ταυτόχρονα, ήταν περισσότερο ενδεικτικά ενεργητικότητας, παρά σοβαρής σκέψης. Το φράγμα έπρεπε να ξεχειλίζει διαρκώς, για να παραμείνει καθαρό και γαλήνιο το νερό στον πυθμένα".

Εκτός από την παροιμιώδη ενεργητικότητά του, ο Αμερικανός πρόεδρος υπέφερε από περιοδικές κρίσεις κατάθλιψης. Η πολιτική του ανέλιξη ήταν σχεδόν μυθιστορηματική.

Ύστερα από αρκετές πιέσεις, ο Ρούζβελτ κατάφερε να διοριστεί βοηθός υπουργός Ναυτικών, στις 19 Απριλίου 1887. Δεν άργησε να αφήσει τη σφραγίδα του στο υπουργείο, θέτοντάς το ουσιαστικά σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση. Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, το Κογκρέσο ψήφισε υπέρ της κουβανικής ανεξαρτησίας. Την επόμενη μέρα, ο πρόεδρος ΜακΚίνλι υπέγραψε το ψήφισμα και δεσμεύτηκε για παραχωρήσει τη διακυβέρνηση της χώρας στον κουβανικό λαό μετά την απελευθέρωση. Στις 23 Απριλίου, ο ΜακΚίνλι έκανε έκκληση για την κατάταξη 125.000 εθελοντών στον τακτικό αμερικανικό στρατό, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αριθμούσε 28.000 άνδρες. Ο Ρούζβελτ ανέλαβε δράση. Μέσα σε λίγες μέρες, η πρώτη ίλη ιππικού, οι περίφημοι "Θυελλώδεις Ιππείς", ήταν γεγονός και ο Τίθαντορ (Teethadore), όπως τον αποκαλούσε η New York Press για τα πεταχτά του δόντια, ετοιμαζόταν να γράψει ιστορία. Ως συνταγματάρχης, οδήγησε τους άνδρες του στη νίκη στη μάχη του Λόφου του Σαν Χουάν, την 1η Ιουλίου 1888, στον ισπανοαμερικανικό πόλεμο. Κατόπιν, εξελέγη κυβερνήτης της Νέας Υόρκης με άνετη πλειοψηφία και στη συνέχεια υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση του αντιπροέδρου με τους Ρεπουμπλικανούς.

Από τα παιδικά του χρόνια ο Ρούζβελτ υπέφερε από κρίσεις άσθματος και διάρροιες, αλλά αγνοούσε τους γιατρούς του που του συνιστούσαν να προσέχει. Στις 14 Φεβρουαρίου 1884 η μητέρα του πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Έντεκα ώρες αργότερα, την ίδια μέρα, πέθανε και η σύζυγός του, η Άλις Λη, από τη νόσο του Μπράιτ, κάποια μορφή εντερίτιδας, λίγο μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Ο Ρούζβελτ έγινε ράκος. Η καταχώριση στο ημερολόγιό του εκείνη την ημέρα αποτελείται από μία μόνο φράση: "Έσβησε το φως της ζωής μου". Ήταν μόλις 25 ετών. Κατέφυγε στο αγρόκτημά του και άρχισε να γυμνάζεται και να κάνει ιππασία εντατικά, για να ξεχάσει τη θλίψη του. Αργότερα, ταλαιπωρήθηκε και από άλλες κρίσεις άσθματος, απόρροια του υπερβολικού άγχους του. Πολλοί ψυχολόγοι και βιογράφοι θεωρούν πλέον ότι ο Ρούζβελτ έπασχε από διπολική διαταραχή.

Ο Ρούζβελτ έκανε ορειβασία στην ψηλότερη κορυφή της οροσειράς Αντιροντάκ, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όταν πληροφορήθηκε ότι ο ΜακΚίνλι είχε δολοφονηθεί. Ευθύς αμέσως ανέλαβε τα προεδρικά καθήκοντα, διατηρώντας τα για επτά χρόνια. Στο διάστημα της προεδρίας του οι κρίσεις άγχους και άσθματος πέρασαν στο περιθώριο και δεν στάθηκαν εμπόδιο στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι ιστορικοί: "Η έμφυτη επιθετικότητά του κυριαρχούσε στα νεανικά του χρόνια, αλλά στην ωριμότητά του είχε πλέον σμιλέψει τον χαρακτήρα του και κατάφερνε να δείξει αυτοσυγκράτηση, σαν ηφαίστειο σκεπασμένο με στερεοποιημένη λάβα. Δεν υπήρξαν σοβαρές ρωγμές για τρία χρόνια - πριν από την ανάληψη της προεδρίας". Ως πρόεδρος, ο Ρούζβελτ επιδιδόταν με πάθος στο μποξ, προφανώς για να εκτονώσει την επιθετικότητά του. Κατά τη διάρκεια φιλικού πυγμαχικού αγώνα τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα να χάσει οριστικά την όραση από το αριστερό του μάτι, γεγονός που αποσιωπήθηκε τότε από την κοινή γνώμη.

Παρά τις επιθετικές του τάσεις, ο Ρούζβελτ διέγραψε μία άκρως επιτυχημένη πορεία στο "οβάλ γραφείο". Διασφάλισε τη διάνοιξη της Διώρυγας του Παναμά, αναγνωρίζοντας τη στραγητική αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας διόδου ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Δίνοντας μία διαφορετική ερμηνεία στο περίφημο "Δόγμα Μονρόε", απέκλεισε την ίδρυση ξένων βάσεων στην Καραϊβική, εξασφαλίζοντας έτσι για τις Ηνωμένες Πολιτείες το αποκλειστικό δικαίωμα παρέμβασης στη Λατινική Αμερική. Η Κούβα απελευθερώθηκε και οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ενισχύθηκαν.

Το 1905 ο Ρούζβελτ πέτυχε την υπογραφή ειρηνευτικής συνθήκης ανάμεσα στην Ιαπωνία και τη Ρωσία, για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Επίσης, επιδόθηκε σε μια επιχείρηση εκκαθάρισης της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα περιστατικά δημόσιου ξυλοδαρμού. Ακόμα, έθεσε το θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, επαναφέροντας τον νόμο κατά των τραστ.

Το 1906 χειρίστηκε με υπερβολική αυστηρότητα την απειθαρχία κάποιων μαύρων στρατιωτών στο Μπράουνσβιλ του Τέξας, κάτι που παραδέχθηκε αργότερα και ο ίδιος. Επίσης, ο Ρούζβελτ ήταν από τους πρώτους πολιτικούς που ασχολήθηκαν με την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ίδρυσε πέντε εθνικά πάρκα και δεκαοκτώ εθνικά μνημεία. Ήταν ευερέθιστος, κυριαρχικός, ανυπόμονος, συχνά εριστικός, αλλά και τρομερά αγαπητός σε μεγάλες μερίδες του κόσμου.

Όταν ο Ρούζβελτ παραιτήθηκε από την προεδρία, όρισε διάδοχό του τον Χάουαρντ Ταφτ. Εκτός από ανεπαρκής, ο Ταφτ υπέφερε από αποφρακτική υπνική άπνοια, μια διαταραχή του ύπνου, που, σε συνδυασμό με την παχυσαρκία του, τον έκανε ληθαργικό και ακατάλληλο για το προεδρικό αξίωμα. Στις εκλογές του 1912 ο Ρούζβελτ έκανε το λάθος να έρθει σε απευθείας σύγκρουση τόσο με τον Ταφτ όσο και με τον Δημοκρατικό υποψήφιο Γούντροου Γουίλσον, καθώς έβαλε υποψηφιότητα με το Κόμμα των Προοδευτικών, που είχε πρόσφατα συστήσει. Κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας, δέχθηκε έναν πυροβολισμό, αλλά σώθηκε χάρη στη μεταλλική θήκη των γυαλιών που είχε στην τσέπη του σακακιού του. Παρά το ματωμένο πουκάμισό του και τη σφαίρα στο στήθος του, ο Ρούζβελτ συνέχισε να μιλάει και διακήρυξε: "Δεν αρκεί αυτό για να σκοτώσετε την αλκή!". Τελικά, ο Γουίλσον νίκησε εύκολα το διασπασμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ο Ρούζβελτ κέρδισε περισσότερες ψήφους από τον Ταφτ, αλλά έχασε την πολυπόθητη προεδρία. Μετά από αυτή την ήττα δεν ήταν πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Κλείστηκε στον εαυτό του και δήλωνε: "Είμαι ανείπωτα μόνος. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο μόνος νιώθει ο άνθρωπος που έχει βιώσει την απόρριψη από τους δικούς του".

Για να καταπολεμήσει τη μοναξιά και την κατάθλιψη, ο Ρούζβελτ στράφηκε και πάλι στη σωματική άσκηση και τις περιπέτειες, λαμβάνοντας μέρος σε επιχείρηση χαρτογράφησης του ποταμού Ντούβιντα, που σήμερα φέρει το όνομά του. Αργότερα, υπέβαλε αίτηση για να υπηρετήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Γαλλία, αλλά ο πρόεδρος Γουίλσον την απέρριψε.

Ο Θίοντορ Ρούζβελτ πέθανε στις 6 Ιανουαρίου 1919, στα 60 του χρόνια, εξουθενωμένος από τη διπολική διαταραχή με την οποία έζησε για όλη του τη ζωή. Μια ζωή γεμάτη δράση, ρίσκο και..."λαβωμένο πνεύμα".

ΠΗΓΗ: David Owen, "Ασθενείς ηγέτες στην εξουσία" (σελ. 39-44)

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Στηλιτικά 1875


Με την ονομασία στηλιτικά, φέρονται διάφορα πολιτικά επεισόδια που συνέβησαν στην Αθήνα το 1875, με προπηλακισμούς βουλευτών, λόγω παρατεινόμενων συνταγματικών παραβάσεων κατά τη λήψη αποφάσεων στη Βουλή, χωρίς δηλαδή την απαιτούμενη απαρτία. Οι δε κυβερνητικοί βουλευτές που συμμετείχαν σε αυτές τις συνεδριάσεις αποκαλούνταν στηλίτες.

Συγκεκριμένα κατά την ΣΤ΄ Βουλευτική Περίοδο και ειδικότερα στις 4 Φεβρουαρίου του 1874 μετά την παραίτηση της κυβέρνησης του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη που είχε μετρήσει μόλις 20 ημέρες βίου, κλήθηκε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας ο κομματάρχης Δημήτριος Βούλγαρης, ο επιλεγόμενος "τζουμπές", που είχε πλειοψηφήσει, ο οποίος και σχημάτισε κυβέρνηση στις 9 Φεβρουαρίου. Επελθούσης διαφωνίας μεταξύ αυτού και των άλλων αρχηγών κομμάτων, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί. Επειδή όμως δεν κατέστη τότε δυνατόν να σχηματιστεί κυβέρνηση, παρέμεινε ο ίδιος στην εξουσία και διέλυσε τη Βουλή. Στις 25 Ιουλίου συνήλθε η νέα Βουλή όπου η μεν πλειοψηφία αποτελούταν από οπαδούς του Βούλγαρη, πλην όμως δεν συγκροτούσαν την απαραίτητη απαρτία για νομοθετικό έργο. Κατά το άρθρο 56 του τότε Συντάγματος, επί συνόλου 190 βουλευτών απαρτία λογιζόταν η παρουσία τουλάχιστον 96 βουλευτών. Οι δε προσκείμενοι βουλευτές στον Βούλγαρη ήταν μόνο 85.

Παρά ταύτα, στις 30 Νοεμβρίου του 1874 η κυβέρνηση με παρουσία 85 βουλευτών προχώρησε στην ψήφιση του προϋπολογισμού του έτους. Οι αντιπολιτευόμενοι τότε θεώρησαν την απόφαση αυτή αντισυνταγματική και αποχώρησαν, ενώ η κυβέρνηση κήρυξε τη λήξη της συνόδου. Στις 5 Μαρτίου του 1875 συγκλήθηκε η Βουλή σε έκτακτη σύνοδο. Επειδή όμως και τότε η κυβερνώσα παράταξη δεν ευρέθηκε σε απαρτία, παρισταμένων μόνο 81 βουλευτών, η κυβέρνηση, δίνοντας άλλη ερμηνεία στο σχετικό άρθρο του συντάγματος, συνέχισε το νομοθετικό της έργο. Τότε όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί συνασπίστηκαν σε κοινό αγώνα κατά της κυβέρνησης, δημιουργώντας πορείες και έκτροπα, προπηλακίζοντας τους κυβερνητικούς βουλευτές όπου βρίσκονταν ή εμφανίζονταν. Όλος ο αντιπολιτευόμενος τότε τύπος ξεσήκωσε την κοινή γνώμη, απαιτώντας να γράφονται καθημερινά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τα ονόματα των βουλευτών αυτών, προκειμένου έτσι ο λαός να γνωρίζει με ποιους και χωρίς απαρτία η Βουλή ψήφιζε σοβαρά νομοσχέδια, κατά το πρότυπο που εφαρμοζόταν στην Αρχαία Αθήνα, με τις ατιμωτικές στήλες στις οποίες αναγράφονταν τα ονόματα των προδοτών της πόλης. Εξ αυτού τα γεγονότα αυτά έμειναν στη νεότερη ιστορία με το όνομα στηλιτικά.

Τελικά, τα έκτροπα, μετά και από παρέμβαση του Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ ανάγκασαν τον Βούλγαρη σε παραίτηση. Στις 27 Απριλίου του 1875 ο Χαρίλαος Τρικούπης σχημάτισε κυβέρνηση και διέλυσε τη Βουλή, αποκαθιστώντας την τάξη.

Ο Γεώργιος Σουρής, καυτηριάζοντας τα στηλιτικά, έγραψε, μεταξύ άλλων:
"Και άρχισε να γίνεται των νόμων λειτουργία
και ανεβοκατέβαιναν τα τότε Υπουργεία.
Και ήλθαν τα Στηλιτικά και οι Μαραθωνομάχοι
εις τον Μεγαλειότατον εγύρισαν τη ράχη
και όλοι εμελέτησαν κι΄ εσκέφθησαν καινά,
κι΄ εσείσθησαν κι΄ ετράνταξαν κοιλάδες και βουνά".
"Υπουργεία": Έτσι λέγονταν τότε οι κυβερνήσεις,
"Μαραθωνομάχοι": Έτσι αποκαλεί ο Σουρής τους βουλευτές, από τους μαραθώνιους λόγους τους,
"εσκέφθησαν καινά": Είτε με νέες ερμηνείες, είτε χωρίς απαρτία.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Πρώτη μέρα στο σχολείο...



Την πρώτη ημέρα του σχολείου, η μικρή μαθήτρια δεν συνοδεύτηκε από τους γονείς της, παρά μόνο από τέσσερις οπλισμένους αστυνομικούς.

Την διαδρομή από το σπίτι της έως το σχολείο την έκανε ανάμεσα σε πλήθος που ήταν παρατεταγμένο στις δύο πλευρές του δρόμου, ανάμεσα σε ουρλιαχτά και σε αντικείμενα που της πετούσαν για να την χτυπήσουν.

Όταν μπήκε στην αίθουσα της τάξης της, αντιλήφθηκε ότι ήταν η μοναδική μαθήτρια παρούσα: Όλοι οι άλλοι μαθητές είχαν αποτραβηχτεί από τους γονείς τους. Και όχι μόνο. Και οι δάσκαλοι αρνήθηκαν να κάνουν το μάθημά τους: Όλοι εκτός μιας, που για ένα έτος ήταν η μοναδική της δασκάλα.

Για όλο έτος η μικρή μαθήτρια έπαιρνε μαζί της φαγητό από το σπίτι της για να αποφύγει απόπειρες δηλητηρίασης. Και η οικογένειά της υπέστη εκβιασμούς: Ο πατέρας της έχασε την εργασία του, στη μητέρα της απαγορεύτηκε να πραγματοποιεί τα ψώνια της στο γειτονικό μπακάλικο, οι παππούδες της εκδιώχθηκαν από τους αγρούς που καλλιεργούσαν, όπου κατείχαν μονάχα το μισό της παραγωγής τους.

Το μοναδικό φταίξιμο της Ruby Bridges ήταν το μαύρο χρώμα του δέρματός της. Ήταν η πρώτη έγχρωμη μαθήτρια που μπήκε σε ένα σχολείο, κάτι που έως εκείνη την στιγμή ήταν προνόμιο των λευκών.

Ήταν το 1960, στη Νέα Ορλεάνη.

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Άνοιξη


Καθώς βρισκόμαστε στην καρδιά της Άνοιξης...

Sandro Botticelli και "Primavera"

"Η Άνοιξη" ή "Η Αλληγορία της Άνοιξης", έργο τέμπερας μεγάλων διαστάσεων (203 x 314 cm), χρονολογείται περίπου το 1478.

Το θέμα του πίνακα: Ένα σκιερό άλσος, πιθανόν πορτοκαλεώνας, πλούσιο σε βλάστηση με θάμνους και φρούτα. Κάτω από τον γαλάζιο ουρανό εμφανίζονται εννέα φιγούρες συμμετρικά τοποθετημένες, ενώ το έδαφος είναι λιβάδι με πλούσια συλλογή από λουλούδια (έχουν αναγνωριστεί πάνω από 90 διαφορετικά είδη λουλουδιών απο βοτανολόγους, κυρίως από είδη που ανθίζουν στην περιοχή). 

Διαβάζοντας τον πίνακα από δεξιά προς τα αριστερά βλέπουμε:
- Τον θεό Ζέφυρο να φυσά ελαφρά και να κρατά στα χέρια του μια γυναικεία φιγούρα.
- Τη νύμφη Χλωρίδα, την οποία κρατά ο Ζέφυρος
- Την θεά των λουλουδιών και της Άνοιξης, Φλόρα. Είναι η ίδια η νύμφη Χλωρίδα, η οποία έχει πλέον ενωθεί με τον άνεμο και έχει ανθίσει.
- Στο μέσον η θεϊκή Αφροδίτη στέκεται μπροστά από θάμνο μυρτιάς και επιβλέπει τα γεγονότα.
- Ο μικρός θεός Έρωτας πετά πάνω από τη θεά με δεμένα τα μάτια του και σκοπεύει με το τόξο του.
- Οι τρεις γυναικείες φιγούρες που λικνίζονται απαλά και φορούν πέπλα με τα χρώματα της οικογενείας των Μεδίκων, καθώς και χαρακτηριστικά στολίδια, αντιπροσωπεύουν τις τρεις Χάριτες (εικόνα εμπνευσμένη από την "Θεία Κωμωδία" του Δάντη)
- Ο θεός Ερμής τελευταίος αριστερά έχει υψώσει το Κηρύκειο και διώχνει τα σύννεφα που εμφανίζονται, τα οποία θα μπορούσαν να σκοτεινιάσουν τον πίνακα.

Ο πίνακας φέρει αρκετά στιλιστικά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν την τέχνη του Μποτιτσέλι. Είναι σύνθεση που τονίζει τις ελικοειδείς γραμμές, έχει πολύ χρώμα και προσεγμένη λεπτομέρεια. 

Πρόκειται για μία περίτεχνη μυθολογική αλληγορία της άνθησης της γονιμότητας του κόσμου, ένα κλασικό αντιπροσωπευτικό έργο του Botticelli και συνολικά της Αναγέννησης. Ως θέμα για την εποχή του αντικατοπτρίζει μια ηθική αλήθεια, με αποτέλεσμα πολλοί κριτικοί να αντιληφθούν νεοπλατωνικές θεωρήσεις.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Κούλουμα


Με την ονομασία Κούλουμα χαρακτηρίζεται ο υπαίθριος πανηγυρισμός της «Καθαράς Δευτέρας».

Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Μεγάλη Τεσσαρακοστή για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημαίνεται το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι διότι αυτή τη μέρα οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά. Είναι μέρα νηστείας αλλά και αργίας για τους Χριστιανούς. Η νηστεία διαρκεί 40 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο. Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν από την Κυριακή της Ανάστασης του Χριστού, το χριστιανικό Πάσχα.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί η αρχαία προέλευση της εορτής. Οι εορτάζοντες τα «Κούλουμα» τρώνε άζυμο άρτο («λαγάνες»), ενώ καταναλώνουν κυρίως νηστίσιμα φαγητά, τα λεγόμενα σαρακοστιανά, όπως π.χ. ταραμά, ταραμοσαλάτα, θαλασσινά, ελιές, κρεμμύδια, διάφορα λαχανικά, χαλβά κ.ά..

Η γιορτή αυτή είναι πανελλήνια και σύμφωνα με κάποιους, έχει αθηναϊκή καταγωγή, ενώ κατ' άλλους, βυζαντινή. Στην Κωνσταντινούπολη εορταζόταν έντονα από πλήθος κόσμου που συνέρρεε σε έναν από τους επτά λόφους της πόλης και συγκεκριμένα σε εκείνον του ελληνικότατου οικισμού των «Ταταούλων».

Στην Αθήνα, από πολλές δεκαετίες προ του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα Κούλουμα γιορταζόταν στις πλαγιές του λόφου του Φιλοπάππου, όπου οι Αθηναίοι «τρωγόπιναν» καθισμένοι στους βράχους από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι περισσότεροι χόρευαν υπό τους ήχους πλανόδιων μουσικών, κατά παρέες, είτε δημοτικούς είτε λαϊκούς χορούς υπό τους ήχους «λατέρνας».

Το σούρουπο όλοι οι Ρουμελιώτες γαλατάδες της Αθήνας έστηναν λαμπρό χορό κυρίως τσάμικο γύρω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός, παρουσία των Βασιλέων και πλήθους κόσμου.

Σήμερα τα Κούλουμα γιορτάζονται σχεδόν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, μαζί με το κύριο της ημέρας έθιμο του πετάγματος του «χαρταετού», αλλά και το γνωστό "γαϊτανάκι", που συνιστά έθιμο που έφεραν στην κυρίως Ελλάδα οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Ειδικότερα στην Αθήνα, με την ιστορική συνέχεια της παρουσίας του ανώτατου άρχοντα τονίζεται η λαογραφική αξία του εθίμου αυτού στον Λόφο του Φιλοπάππου.

Για την ετυμολογία του ονόματος, που παραμένει άγνωστη, όπως και η αρχή του εορτασμού, υπάρχουν πολλές απόψεις. Κατά μερικούς προήλθε από τον αναγραμματισμό της λατινικής λέξης cumulus, που σημαίνει σωρός, αφθονία ή επίλογος-κορύφωση, υποδηλώνοντας έτσι το πολύ "φαγοπότι" με πολύ χορό, ή το τέλος της εορταστικής περιόδου της αποκριάς. Ειδικότερα, όμως, ο Α. Καμπούρογλου σημειώνει ότι ο όρος είναι καθαρά αθηναϊκός και προέρχεται από τις κολώνες του ναού του Ολυμπίου Διός, που τις αποκαλούσαν στη νεότερη ιστορία οι Αθηναίοι columna, κόλουμνα, κούλoυμνα, κούλουμα, χωρίς όμως αυτό και να προσδιορίζει την αρχή της εορτής, που πιθανολογείται κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.Ο ίδιος όμως προσθέτει στις σημειώσεις του ότι ο λόφος επί του οποίου βρίσκεται το Θησείο ονομάζονταν στην αρχή της εποχής του Όθωνα, "τριανταδυό κολώνες". Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι στα τούρκικα η γιορτή ονομάζεται «Μπακλά χουράν» από τη λέξη «μπακλά», που σημαίνει κουκιά.
 
Σημείωση: Η λέξη "λαγάνα" προέρχεται ετυμολογικά από το αρχαίο λάγανον, το οποίο μάλλον ήταν πλατύ, άζυμο ψωμί από αλεύρι και λάδι χαλαρής/πλαδαρής υφής. Από τη ρίζαρίζα -λαγ (λάγος =χαλαρός) προέρχονται και οι λέξεις λαγαρός ή λάγνος. Στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη αναφέρεται η φράση: "λάγανα πέπεταιαν". Επίσης στη μετάφραση της Αγίας Γραφής (Έξοδος) των Ο΄ (Εβδομήκοντα), αναφέρεται: "και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω" .

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Η προσάρτηση της Αυστρίας



Στις 12 Μαρτίου 1938 οι μηχανοκίνητες μεραρχίες της Βέρμαχτ διέβησαν τα σύνορα Γερμανίας-Αυστρίας και κατέκτησαν αναίμακτα και πανηγυρικά τη γενέτειρα του Αδόλφου Χίτλερ, προσαρτώντας την στο Γερμανικό Ράιχ. Ήταν το λεγόμενο "Anschluss", που αποτέλεσε ένα από τα πρώτα κατακτητικά βήματα των εθνικοσοσιαλιστών, στην προσπάθειά τους για εξασφάλιση του λεγόμενου "ζωτικού χώρου".

Ιστορικό υπόβαθρο

Το 1918, εξαιτίας του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία διαλύθηκε. Πολλοί Αυστριακοί πίστεψαν (και ίσως επιθυμούσαν) την προσχώρηση των γερμανόφωνων περιοχών της Αυστρίας στη Γερμανία ή τον σχηματισμό μιας μορφής ομοσπονδίας. Όμως η Συνθήκη των Βερσαλλιών ρητά απαγόρευε κάτι τέτοιο και σύμφωνα με αυτήν, η Αυστρία όφειλε να παραμείνει ανεξάρτητη, καθώς τόσο η Γαλλία όσο και η Βρετανία είχαν πάντα τον φόβο μιας εκ νέου ισχυροποιημένης Γερμανίας. Ωστόσο, και παρά την θρησκευτική διαφορά των γερμανόφωνων πληθυσμών στις δύο χώρες (η Αυστρία είχε πλειοψηφία Καθολικών, ενώ η Γερμανία Διαμαρτυρόμενων), τόσο η νεοϊδρυθείσα Πρώτη Αυστριακή Δημοκρατία όσο και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης υποστήριζαν ένα είδος συνένωσης. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 η επιθυμία αυτή παρέμενε κυρίαρχη και η αυστριακή κυβέρνηση επιζητούσε την επίτευξη ενός είδους τελωνειακής ένωσης με την Γερμανία.

Το πρελούδιο της προσάρτησης

Ωστόσο, στις 21 Μαΐου 1935 ο Χίτλερ δήλωνε, σε λόγο του στο Ράιχσταγκ: "Η Γερμανία ούτε προτίθεται ούτε επιθυμεί να παρέμβει στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυστρίας, να προσαρτήσει την Αυστρία ή να προκαλέσει την προσάρτησή της". Παρά τις δηλώσεις του, ναζιστικός δάκτυλος, σε συνεργασία με το φασιστικό κόμμα της Αυστρίας, είχε δολοφονήσει τον Αυστριακό Καγκελάριο Ένγκελμπερτ Ντόλφους. Η ενέργεια αυτή αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση της επανεγκατάστασης της δυναστείας των Αψβούργων, κάτι που φοβόταν το ναζιστικό καθεστώς, καθώς η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι ήταν προστάτιδα δύναμη της Αυστρίας, όπως είχε συμφωνηθεί στις 7 Ιανουαρίου 1935. Ο Μουσολίνι δεν επιθυμούσε να δει την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και αμέσως μετά τη δολοφονία του Ντόλφους η Ιταλία έστειλε στα ιταλοαυστριακά σύνορα ισχυρά στρατεύματα, υπό τύπον προειδοποίησης. Αυτή η ενέργεια ματαίωσε τα σχέδια του Χίτλερ για πραξικοπηματική προσάρτηση της Αυστρίας. Μετά το σύμφωνο Βερολίνου - Ρώμης η Ιταλία αποσύρθηκε από την προστασία της Αυστρίας. Μάλιστα, ο Μουσολίνι, είχε δηλώσει στον Γερμανό πρέσβη ότι δεν έχει πρόβλημα να γίνει η Αυστρία δορυφόρος της Γερμανίας και αργότερα πίεσε με διπλωματικά μέσα τον Αυστριακό καγκελάριο για να γίνει αυτό.

Τον Ντόλφους διαδέχθηκε ο Κουρτ φον Σούσνιγκ, ηγέτης του Κόμματος "Πατριωτικό Μέτωπο", χριστιανοφασιστικών αποχρώσεων. Και αυτός, όμως, επιθυμούσε την ανεξαρτησία της χώρας του. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει ο καγκελάριος ήταν η ισχύς που, με την υποστήριξη του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, είχε αποκτήσει η αντίστοιχη αυστριακή παράταξη. Η Ιταλία, προφανώς πεπεισμένη από τον Χίτλερ και τη μεταξύ τους σύσφιξη των σχέσεων, δεν υποστήριζε πλέον την αυστριακή ανεξαρτησία με την ίδια ζέση. Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του είχαν καταστρώσει έξυπνα το σχέδιό τους και φρόντιζαν για την ενδυνάμωση του φυσικού τους συμμάχου, του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η Αυστρία αποδυναμωμένη απο την μη εμπλοκή και των άλλων μεγάλων δυνάμεων, έλαβε την απόφαση να υπογράψει σύμφωνο με τη Γερμανία. Στο σύμφωνο του Ιουλίου του 1935, στο 3 άρθρο, η Αυστρία αποδεχόταν ότι είναι προέκταση του γερμανικού κράτους.

Τον Νοέμβριο του 1937, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, Λόρδος Χάλιφαξ, συναντήθηκε με τον Χίτλερ και τόνισε ότι υπήρχαν σφάλματα στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, που έπρεπε να διορθωθούν, καθώς και ότι οι μεταβολές στην Ευρώπη σχετικά με το Ντάντσιχ, την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία ήταν αποδεκτές από την Αγγλία, υπογραμμίζοντας ότι αυτές οι μεταβολές έπρεπε να γίνουν με ειρηνικές λύσεις και μεθόδους. Με αυτόν τον τρόπο ο Χίτλερ έγινε ακόμη πιο επιθετικός.

Ο Σούσνιγκ αντελήφθη τον κίνδυνο. Τον Ιανουάριο του 1938 η αυστριακή αστυνομία εισέβαλε στα κεντρικά γραφεία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (με τις ευλογίες του Σούσνιγκ) και τα έκλεισε, θέτοντας ταυτόχρονα το κόμμα εκτός νόμου. Ο Σούσνιγκ υπολόγιζε στην υποστήριξη της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας, κάτι που, όμως, τελικά δεν έγινε. Στις 12 Φεβρουαρίου 1938 ο Χίτλερ κάλεσε τον Σούσνιγκ σε συνάντηση στο Μπερχτεσγκάντεν (Βαυαρία), όπου είχε ένα από τα αρχηγεία του, και απαίτησε από τον Αυστριακό Καγκελάριο να άρει την απαγόρευση του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, να του αποδώσει τις πλήρεις πολιτικές του ελευθερίες και να απελευθερώσει όσα μέλη του είχαν φυλακισθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η Γερμανία θα ήταν υποχρεωμένη σε στρατιωτική επέμβαση.

Ωστόσο, ο Χίτλερ, πριν προχωρήσει ανοικτά στην επέμβαση στην Αυστρία, έπρεπε να φροντίσει μερικά άλλα θέματα στη Γερμανία: Οι δύο αναμορφωτές του γερμανικού στρατού, ο Στρατάρχης Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, Υπουργός Πολέμου και Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και ο Στρατηγός Βέρνερ φον Φριτς, Αρχηγός του Στρατού, εκδιώχθηκαν από τις θέσεις τους, καθώς ειδικά ο φον Φριτς είχε ανοιχτά αντιταχθεί στο σχέδιο του Χίτλερ για την προσάρτηση της Αυστρίας. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύθηκε εμπλοκές τους σε σκάνδαλα και τους απέπεμψε μαζί με ικανό αριθμό στρατηγών, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την αρχηγία των Ενόπλων Δυνάμεων. Με τις ενέργειες αυτές κατάφερε να θέσει ολόκληρο το στράτευμα υπό τον έλεγχό του. Παράλληλα, αντικατέστησε τον Υπουργό Εξωτερικών Κόνσταντιν φον Νόιρατ με τον Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ και έπαυσε και τον Φραντς φον Πάπεν, ο οποίος τον είχε βοηθήσει να πάρει την εξουσία. Με τις εκκαθαρίσεις αυτές ο Χίτλερ έλυσε τα εσωτερικά του προβλήματα και μπόρεσε να προχωρήσει στο σχέδιο προσάρτησης της Αυστρίας, το οποίο αποτελούσε το πρώτο βήμα για την επεκτατική εξωτερική πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει.

Ο Σούσνινγκ, στην προσπάθειά του να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του, προκήρυξε δημοψήφισμα στις 9 Μαρτίου δημοψήφισμα, στο οποίο, μάλιστα, είχε θέσει κατώτερο όριο ηλικίας τα 24 χρόνια, για να αποφύγει τη συμμετοχή των νεότερων, για τους οποίους γνώριζε ότι η συντριπτική πλειοψηφία ήταν οπαδοί του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Στις 10 Μαρτίου κάλεσε σε επιστράτευση τη σειρά του 1915, κάτι που έφερε την οργισμένη αντίδραση του Χίτλερ, ενώ η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ορίστηκε για τις 13 Μαρτίου. Ωστόσο, σχεδόν αμέσως έγινε προφανές ότι ο Χίτλερ δεν θα περιοριζόταν να παρατηρεί πώς η Αυστρία θα διατηρούσε, μέσω λαϊκής ψήφου, την ανεξαρτησία της. Ο Γερμανός δικτάτορας ανακοίνωσε ότι το δημοψήφισμα θα διεξαγόταν υπό καθεστώς εκφοβισμού, γεγονός που η Γερμανία δεν επρόκειτο να δεχτεί και απαίτησε την αναβολή του. Επιπλέον, ο Υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ, Γιόζεφ Γκέμπελς, εξέδωσε δελτία τύπου, σύμφωνα με τα οποία είχαν ξεσπάσει ταραχές και διαδηλώσεις, και μεγάλο ποσοστό Αυστριακών ζητούσαν την επέμβαση γερμανικών στρατευμάτων για την αποκατάσταση της τάξης. Ο Σούσνινγκ απάντησε αμέσως και δημόσια ότι τα περί ταραχών ήταν ψεύδη. Η Αυστρία ζήτησε τη βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων ως προς την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, εκείνες όμως παρέμειναν απλοί παρατηρητές των εξελίξεων.

Η προσάρτηση

Στις 11 Μαρτίου ο Χίτλερ απέστειλε τελεσίγραφο στον Σούσνινγκ, με το οποίο του ζητούσε να παραδώσει την εξουσία στους Εθνικοσοσιαλιστές, διαφορετικά θα επακολουθούσε εισβολή στη χώρα. Το τελεσίγραφο εξέπνεε στις 12 το μεσημέρι, ωστόσο παρατάθηκε επί δίωρο. Χωρίς, βέβαια, να περιμένει απάντηση σε αυτό, ο Χίτλερ υπέγραψε την εντολή αποστολής στρατευμάτων στην Αυστρία στις 13:00΄ και την επέδωσε λίγη ώρα αργότερα στον Χέρμαν Γκέρινγκ. Ο Σούσνινγκ, διαβλέποντας ότι δεν μπορούσε να διαφυλάξει την ανεξαρτησία της χώρας του, την απροθυμία παροχής οιασδήποτε βοήθειας από Βρετανία και Γαλλία και την απουσία της "δυνάμει" συμμάχου (λόγω συμφερόντων στο Τιρόλο) Ιταλίας, η οποία είχε λάβει ήδη σχετικές διαβεβαιώσεις και ανταλλάγματα από τη Γερμανία και κάτω από την πίεση της Βέρμαχτ που είχε παραταχθεί στα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών, υπέβαλε το ίδιο βράδυ την παραίτησή του.

Σε ραδιοφωνικό του διάγγελμα, μαζί με την ανακοίνωση της παραίτησής του, ανακοίνωσε ότι δεν αποδεχόταν την αλλαγή καθεστώτος ούτε επέτρεψε την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί, για να αποφύγει τυχόν αιματοχυσία. Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Αυστρίας, Βίλχελμ Μίκλας αρνήθηκε να ονομάσει τον Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ, Καγκελάριο της Αυστρίας και, αντίθετα, κάλεσε άλλους Αυστριακούς πολιτικούς, όπως τους Μίχαελ Σκουμπλ και Ζίγκμουντ Σιλάβσκι να αναλάβουν την Καγκελαρία. Οι Ναζιστές, όμως, ήταν πολύ καλά οργανωμένοι: Μέσα σε λίγες ώρες κατάφεραν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους πολλές περιοχές της χώρας και της πρωτεύουσας, Βιέννης, καθώς και δημόσιες υπηρεσίες, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, στον έλεγχο του οποίου υπαγόταν η Αστυνομία. Ωστόσο, ο Πρόεδρος εξακολούθησε να αρνείται κι έτσι ο Ζάις-Ίνκβαρτ στερείτο της νομιμοφάνειας να ζητήσει την παρέμβαση γερμανικών στρατευμάτων. Ο Χίτλερ με τον Γκέρινγκ, έχοντας απηυδήσει να περιμένουν την αποστολή νομιμοποιημένου μηνύματος, απέστειλαν κίβδηλο τηλεγράφημα, με το οποίο ζητείτο η γερμανική παρέμβαση στη χώρα. Οι Ναζιστές ανέλαβαν σχεδόν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας, συλλαμβάνοντας τους πολιτικούς όλων των κομμάτων και τα μέλη της κυβέρνησης. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη, ο Πρόεδρος ενέδωσε και όρισε τον Ζάις-Ίνκβαρτ Καγκελάριο.

Στις 12 Μαρτίου η 8η Στρατιά της Βέρμαχτ πέρασε τα σύνορα της Αυστρίας (επιχείρηση OTTO), όπου την ανέμενε μια μεγάλη έκπληξη: Αντί να αντιμετωπίσει την αντίσταση του αυστριακού στρατού, έγινε δεκτή με ναζιστικές σημαίες, χιτλερικούς χαιρετισμούς και λουλούδια, επονομάζοντας, έτσι, την εκστρατεία Blumenkrieg ("Πόλεμο των λουλουδιών"). Για την Βέρμαχτ η εκστρατεία αυτή αποτελούσε μια γενική δοκιμή του νέου της υλικού, πράγμα που δεν έγινε, καθώς δεν υπήρξαν συμπλοκές. Εντοπίστηκαν, όμως, προβλήματα επικοινωνιών και συντονισμού, που αποδείχθηκαν πολύτιμα για την επόμενη εισβολή, που επρόκειτο να γίνει στην Τσεχοσλοβακία.

Το ίδιο απόγευμα ο Χίτλερ μπήκε με το αυτοκίνητό του στην Αυστρία, περνώντας από το Μπράουναου, τη γενέτειρά του, και κατέφθασε το βράδυ στο Λιντς, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Η περιοδεία του στη χώρα κατέληξε σε πορεία θριάμβου, ο οποίος κλιμακώθηκε με την άφιξή του στη Βιέννη, στις 2 Απριλίου: Εκεί ο Χίτλερ, στην Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz), διακήρυξε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ράιχ, μπροστά σε πλήθος 200.000 περίπου ενθουσιασμένων Αυστριακών. Ανάμεσα στα άλλα ανέφερε: "Μερικές ξένες εφημερίδες έκαναν λόγο για επίπτωσή μας στην Αυστρία με βάρβαρες μεθόδους. Μπορώ μόνο να πω ότι ακόμη και νεκροί θα ψεύδονται. Αγωνίστηκα για να κερδίσω την αγάπη του λαού μου, αλλά, όταν διέσχισα τα μέχρι προχτές σύνορα, συνάντησα ένα ρεύμα αγάπης που όμοιό του δεν είχα δοκιμάσει ποτέ. Δεν ήρθαμε ως τύραννοι, αλλά ως απελευθερωτές.".

Νομικά, η προσάρτηση έγινε άμεσα, ήδη από τις 13 Μαρτίου με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η οποία υπέκειτο σε επικύρωση με δημοψήφισμα. Η Αυστρία έγινε η επαρχία Όστμαρκ και ο Ζάις-Ίνκβαρτ, Κυβερνήτης της. Το δημοψήφισμα έγινε στις 10 Απριλίου και το ποσοστό υπέρ της προσάρτησης ανήλθε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σε 99,73%.

Συνέπειες

Ελάχιστο χρονικό διάστημα μετά την προσάρτηση, ο Ναζισμός επιβλήθηκε πλήρως και σε κάθε έκφανσή του στην Αυστρία. Ξεκίνησαν μαζικές συλλήψεις των αντιναζιστικών στοιχείων της χώρας, ενώ πολλοί Αυστριακοί προσπάθησαν να διαφύγουν από τη χώρα. Από την άλλη, πολλοί Αυστριακοί πολιτικοί συντάχθηκαν με το νέο καθεστώς και εξέφρασαν δημόσια την ικανοποίησή τους τόσο για την προσάρτηση όσο και για το ότι αυτή επιτεύχθηκε αναίμακτα. Αρκετοί καθολικοί επίσκοποι, με προεξάρχοντα τον καρδινάλιο Ίννιτζερ, εξέφρασαν, επίσης, την ικανοποίησή τους για το γεγονός, αλλά το Βατικανό άμεσα εξέφρασε δριμείες επικρίσεις για την προσάρτηση με ραδιοφωνικό διάγγελμα του "υπουργού εσωτερικών" του κράτους, καρδιναλίου Πατσέλι, ενώ ο καρδινάλιος Ίννιτζερ (Innitzer), ο πρώτος που χαιρέτισε την προσάρτηση, κλήθηκε να αναφερθεί στην Αγία Έδρα. Ως αποτέλεσμα επήλθε ανάκληση των δηλώσεων του Ίννιτζερ και η υπογραφή μιας διακήρυξης, στην οποία αναφερόταν ότι "... η ανακοίνωση των Αυστριακών επισκόπων δεν είχε ως στόχο την επιδοκιμασία μιας πράξεως, η οποία δεν ήταν και δεν είναι σύμφωνη με τον Νόμο του Θεού...". Αντίθετα, ο εκπρόσωπος της Προτεσταντικής Εκκλησίας της χώρας, Ρόμπερτ Κάουερ (Robert Kauer), στις 13 Μαρτίου, χαιρέτισε τον Χίτλερ ως "Σωτήρα των 350.000 Γερμανών Προτεσταντών της Αυστρίας και ελευθερωτή από μια πενταετή καταπίεση". Ο εξέχων σοσιαλδημοκράτης Καρλ Ρέννερ (Karl Renner) εξέφρασε την υποστήριξή του στην προσάρτηση και έκανε έκκληση στους Αυστριακούς να την υπερψηφίσουν στις 10 Απριλίου.

Στο εξωτερικό, παρά το γεγονός ότι η προσάρτηση ήταν απαγορευμένη από την Συνθήκη των Βερσαλλιών, η προσάρτηση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη: Η Ιταλία δεν αντέδρασε καθόλου, όπως αναμενόταν, η Βρετανία επίσης αντέδρασε χαλαρά - χαρακτηριστικό δημοσίευμα των Times ανέφερε ότι πριν 200 χρόνια η Αγγλία προσάρτησε με τον ίδιο τρόπο την Σκωτία και τα δύο γεγονότα δεν εμφανίζουν σημαντικές διαφορές. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων, στις 14 Μαρτίου, ότι "η Κυβέρνηση παρακολουθεί στενά το θέμα".

Μία από τις πρώτες προτεραιότητες του καθεστώτος ήταν η εφαρμογή της αντιεβραϊκής πολιτικής του και στην προσαρτημένη Αυστρία. Στη χώρα δεν είχε αναπτυχθεί ισχυρός αντισημιτισμός και οι Εβραίοι μπορούσαν να ζουν όπως όλοι οι πολίτες. Η Βιέννη από μόνη της διέθετε εβραϊκή κοινότητα 200.000 ατόμων, ενώ πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της Αυστρίας ήταν Εβραίοι ή εβραϊκής καταγωγής. Ωστόσο, η ναζιστική προπαγάνδα ανέπτυξε αντισημιτικά αισθήματα στη χώρα, τα οποία όμως δεν είχαν ισχυρά ερείσματα. Η κατάσταση άλλαξε αμέσως μετά την προσάρτηση: Διώξεις και μαζικές συλλήψεις Εβραίων προηγήθηκαν της ίδρυσης του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν (καλοκαίρι 1938) σε μια παρόχθια περιοχή του Δούναβη κοντά στο Λιντς.

Το 1943, στη Διακήρυξη της Μόσχας, γινόταν μνεία της προσαρτημένης Αυστρίας: Η χώρα δεν θα παρέμενε προσαρτημένη στη Γερμανία και θα της αποδιδόταν η ανεξαρτησία της. Η Αυστρία παρέμεινε τμήμα του Γ΄ Ράιχ μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν έγινε εμφανές ότι η Γερμανία είχε πλέον καταρρεύσει, στην Αυστρία ανέλαβε προσωρινή κυβέρνηση, η οποία, στις 27 Απριλίου 1945 κήρυξε την προσάρτηση άκυρη και άνευ ισχύος (null und nicthig). Η Αυστρία περιήλθε υπό συμμαχική κατοχή, η οποία αναγνώρισε τη χώρα ως ανεξάρτητη (σε σχέση με τη Γερμανία) και παρέμεινε ως κατεχόμενη μέχρι το 1955, οπότε και τέθηκαν σε ισχύ η Συνθήκη του Αυστριακού Κράτους και η Διακήρυξη της Ουδετερότητας.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Η δολοφονία του Γεωργίου Α΄

Στις 5 Μαρτίου 1913 (ν.η. 18 Μαρτίου) ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αφήνει την τελευταία του πνοή κοντά στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου της Θεσσαλονίκης. Μόλις τον είχε πυροβολήσει από μικρή απόσταση ο Αλέξανδρος Σχινάς, ένας αναρχικός αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ήταν μια από τις πιο παράξενες και σκιερές δολοφονίες στη νεοελληνική ιστορία, καθώς πιστεύεται μέχρι σήμερα ότι ο δράστης ήταν όργανο ξένων συμφερόντων. Το μυστήριο δεν διαλευκάνθηκε ποτέ, καθώς τα στοιχεία της υπόθεσης καταστράφηκαν και ο δολοφόνος αυτοκτόνησε.


Το 1913 βρίσκει την Ελλάδα νικήτρια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και κυριαρχούσα στον βορρά, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Οι στρατιωτικές επιτυχίες και ο διπλασιασμός της εδαφικής έκτασης και του πληθυσμού της χώρας είχαν προκαλέσει εθνική ανάταση και ήταν σημάδια μιας νέας εποχής ελευθερίας και ευημερίας, ύστερα από αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας.

Στις 5 Μαρτίου 1913 ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, θέλοντας να επισκεφτεί για εθιμοτυπικούς λόγους τον Γερμανό ναύαρχο Γκόπφεν, κατέβηκε στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου. Μαζί του ήταν και ο υπασπιστής του ταγματάρχης Φραγκούδης. Στην συμβολή της οδού Β. Όλγας, ο Αλέξανδρος Σχινάς πλησίασε και από μικρή απόσταση πυροβόλησε καίρια τον Γεώργιο Α΄. Έπειτα προσπάθησε να πυροβολήσει και τον υπασπιστή του αλλά εκείνος πρόλαβε και τον αφόπλισε. Πίσω από την δολοφονία του Βασιλιά, πιστεύεται ότι κρυβόταν η Γερμανία, αφού ο Γεώργιος δεν ήταν υποστηρικτής των Γερμανών, αλλά των Άγγλων. Η θεωρία αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι οι Γερμανοί επιθυμούσαν να ανεβεί στον ελληνικό θρόνο ο νεαρός γερμανόφιλος διάδοχος Κωνσταντίνος, σύζυγος της αδελφής του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄, Σοφίας. 

Ο Σχινάς συνελήφθη από δύο χωροφύλακες που βρίσκονταν στο σημείο και ανακρίθηκε. Στις 6 Μαΐου, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο του τμήματος της χωροφυλακής, όπου εκρατείτο.

Το κίνητρο παραμένει ακόμα και σήμερα αδιευκρίνιστο, όπως παραμένει άγνωστο το τι κατέθεσε ο Σχινάς στις αρχές. Οι φάκελοι της ανάκρισης φαίνεται πως κάηκαν, όταν στο ατμόπλοιο που τους μετέφερε στον Πειραιά εκδηλώθηκε πυρκαγιά. Η πυρκαγιά κατέστρεψε κυρίως την καμπίνα όπου φυλάσσονταν οι προανακριτικοί φάκελοι. Η επικρατούσα άποψη της ιστορικής έρευνας είναι ότι ο δράστης υπήρξε πράκτορας ξένων συμφερόντων (πιθανότερα γερμανικών, όπως υπονοούν πηγές του Γεώργιου Φιλάρετου και του Πάγκαλου στα Βαλκάνια.


Ο τάφος του Γεωργίου Α' στο Τατόι

Ο τραυματισμένος Γεώργιος μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο «Παπάφειο Ίδρυμα», αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν καμία βοήθεια, αφού ήταν ήδη νεκρός. Αμέσως, η πόλη τέθηκε σε κατάσταση επιφυλακής, τα καταστήματα έκλεισαν και οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν πένθιμα.

Η σορός του Γεωργίου ταριχεύθηκε και για πολλές ημέρες εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Μεταφέρθηκε στον Πειραιά και στις 20 Μαρτίου κηδεύτηκε στο βασιλικό ανάκτορο του Τατοΐου.