Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Εθνικός Διχασμός, 1916

Ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος τον καλό καιρό των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913, τότε που συνεργάζονταν σχεδόν αρμονικά.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1916 η Ελλάδα βρίσκεται με δύο αντίπαλες κυβερνήσεις, μία στη Θεσσαλονίκη υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και άλλη στην Αθήνα υπό την επιρροή του βασιλιά Κωνσταντίνου. Αιτία, η διχογνωμία των δύο ανδρών για το αν η χώρα έπρεπε να συνταχθεί ή όχι με τις δυνάμεις της Αντάντ κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ο Βενιζέλος θεωρούσε απαραίτητη τη συμπαράταξη στο πλευρό της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία), καθώς πίστευε ότι αυτή θα ήταν η νικηφόρα συμμαχία, από τη συμμετοχή της στην οποία η Ελλάδα θα μπορούσε να αποκομίσε μεγάλα εδαφικά οφέλη. Ο Κωνσταντίνος από την άλλη υποστήριζε τη διατήρηση ουδέτερης στάσης από τη μεριά της Ελλάδας, καθώς δεν ήθελε να έλθει αντιμέτωπος με τον κάιζερ της Γερμανίας, Γουλιέλμο Β΄, ο οποίος ήταν αδελφός της συζύγου του Κωνσταντίνου, βασίλισσας Σοφίας. Ο βασιλιάς θεωρούσε ότι νικήτριες του πολέμου θα αναδεικνύονταν οι Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, αργότερα προσχώρησαν η Βουλγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Εν τέλει, ο Βενιζέλος επικράτησε και η Ελλάδα εισήλθε στη μεγάλη σύρραξη όταν αυτή έφτανε στο τέλος της, μόλις το 1917. Το τέλος του πολέμου βρήκε τη χώρα με το μέρος των νικητών Συμμάχων της Αντάντ, που της προσέφεραν τα αλύτρωτα εδάφη της ελληνικής Ιωνίας. Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις που θα ακολουθήσουν όμως θα είναι καταστροφικές για τα ελληνικά συμφέροντα και το μεγάλο όνειρο της απελευθέρωσης των χαμένων πατρίδων, που έγινε για λίγα χρόνια πραγματικότητα, θα θαβόταν μαζί με αυτές κάτω από τα ερείπια της μικρασιατικής καταστροφής του 1922.

Ο εθνικός διχασμός διήρκεσε για τουλάχιστον για δύο δεκαετίες και πλήγωσε βαθιά τους Έλληνες, που ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν συσπειρωθεί με φανατισμό γύρω από δύο τόσο έντονες πολιτικές προσωπικότητες. Ιστορικά, το κεφάλαιο αυτό θα κλείσει με τον πιο απόλυτο τρόπο. Με την επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, τον Αύγουστο του 1936.
Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η δολοφονία του Καποδίστρια, 1831


Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 δολοφονείται στο Ναύπλιο ο κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας.

Ο κυβερνήτης δολοφονήθηκε έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία. Δράστες ήταν ο Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδελφός και γιος του ηγέτη της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, αντίστοιχα.

Τον Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακάς του Γεώργιος Κοζώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχθηκε στο λιμάνι. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.

Υποστηρίζεται ότι καταλυτικό ρόλο στην δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα βρετανικά αρχεία παραμένει ακόμη απόρρητος. Στο σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο, στις μεταξύ τους συζητήσεις, δεν αμφέβαλλαν καθόλου ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας ή απλώς της ανατροπής του κυβερνήτη.

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια τη θέση του κυβερνήτη ανέλαβε για κάποιο διάστημα ο αδερφός του, Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής που διόρισε η Γερουσία. Τη σορό του Καποδίστρια μετέφερε ο αδερφός του στην Κέρκυρα, όπου και ενταφιάστηκε στη Μονή Πλατυτέρας. Ως κυβερνήτης, ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς του κράτους.
Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Ιερή Συμμαχία, 1815


Στις 26 Σεπτεμβρίου 1815 συνάπτεται στο Παρίσι η η μυστική τριμερής συνθήκη της Ιερής Συμμαχίας μεταξύ των Αυτοκρατόρων της Ρωσίας, της Αυστρίας και του Βασιλιά της Πρωσίας. Αργότερα στη συμμαχία αυτή προσχώρησαν η Αγγλία και η Γαλλία.

Αρχικός σκοπός της Συμμαχίας ήταν τα βασίλεια των τριών ηγεμόνων (Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, Φραγκίσκος Α΄ της Αυστρίας, Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Γ΄ της Πρωσίας) να παραμείνουν ενωμένα και πιστά στις πανανθρώπινες αρχές της χριστιανικής πίστης, σαν μια μεγάλη θρησκευτικοπολιτική οικογένεια. Πολύ γρήγορα όμως αυτός ο σκοπός μεταβλήθηκε από τη στιγμή που επικεφαλής του "Διευθυντηρίου" της Ιεράς Συμμαχίας ανέλαβε ο Αυστριακός πρίγκιπας Κλέμμενς φον Μέττερνιχ. Ο τελευταίος μετέτρεψε τη Συμμαχία σε όργανο απολυταρχισμού και βιαιότητας, πνίγοντας στο αίμα κάθε φιλελεύθερη προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης μικρότερων λαών.

Το τέλος της Ιερής Συμμαχίας επήλθε με την πλήρη επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, η οποία εδραιώθηκε παρά τις αδιάκοπες προσπάθειες του Μέττερνιχ να τη διαλύσει με κάθε δύναμη που διέθετε. Οι επαναστάσεις του 1830 και 1834 σε Γαλλία και Βέλγιο αντίστοιχα απλά ολοκλήρωσαν την κατάρρευση της Ιερής Συμμαχίας, που συνδέθηκε με μια αναχρονιστική περίοδο της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας.

Ο Κλέμμενς φον Μέττερνιχ

Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Η κηδεία του Σεφέρη γίνεται λαϊκό κύμα κατά της χούντας

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971 πεθαίνει ο Γιώργος Σεφέρης.
Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και εκ των δύο μοναδικών Ελλήνων βραβευμένων με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη, και τριών νομπελιστών, μαζί με τον Χριστόφορο Πισσαρίδη (Νόμπελ Οικονομικών) από την Κύπρο.


Στις 22 Ιουλίου 1971 ο ποιητής εισήχθη στον Ευαγγελισμό με συμπτώματα έλκους, το οποίο τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Πέθανε τη Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Δύο μέρες αργότερα πραγματοποιήθηκε η κηδεία του, η οποία εξελίχθηκε σε σιωπηρή πορεία κατά της δικτατορίας. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του ημερολόγιο με τίτλο «Μέρες…», καθώς και το «Πολιτικό» του ημερολόγιο.


Για δεύτερη φορά στη διάρκεια της "μαύρης" επταετίας ο λαός βρήκε την ευκαιρία να διαδηλώσει μαζικά κατά της Χούντας. Η κηδεία του μεγάλου ποιητή μετατράπηκε σε ένα βουβό κύμα διαμαρτυρίας εναντίον του σκληρού καθεστώτος. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί λίγα χρόνια νωρίτερα, στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, το 1968.

Πλησίαζε ο καιρός που οι τύραννοι θα ρίχνονταν "επί ασπαλάθων"...
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Σεπτέμβριος 1922: Κίνημα Πλαστήρα, Γονατά, Φωκά

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 ξεσπά στρατιωτικό και ναυτικό κίνημα με επίκεντρο τη Χίο και τη Λέσβο. Οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς, συνεπικουρούμενοι από τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά, τέθηκαν επικεφαλής των υπολειμμάτων του μόλις ηττημένου στη Μικρά Ασία ελληνικού στρατού, σχηματίζοντας Επαναστατική Επιτροπή.




Η στρατιωτική ήττα και η καταστροφή του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας είχαν συγκλονίσει το πανελλήνιο και είχαν προκαλέσει τη γενική κατακραυγή εναντίον των υπευθύνων. Η κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και στις 28 Αυγούστου τη διαδέχθηκε η κυβέρνηση του Νικολάου Τριανταφυλλάκου. Η μεταβολή δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Στα στρατιωτικά τμήματα που είχαν διασωθεί και είχαν περάσει στη Χίο και τη Λέσβο, καθώς και στις μονάδες του Ναυτικού της περιοχής, η αγανάκτηση είχε κορυφωθεί.

Στις 11 Σεπτεμβρίου οι κινηματίες κήρυξαν Επανάσταση. Την επόμενη μέρα, τα επαναστατημένα στρατεύματα επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και με τη συνοδεία πολεμικών έπλευσαν για την Αθήνα. Πριν ακόμη το αποβατικό σώμα φτάσει στην Αττική, στρατιωτικό αεροπλάνο έριξε στην πρωτεύουσα προκηρύξεις της Επαναστατικής Επιτροπής με τις οποίες οι κινηματίες ζητούσαν την παραίτηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ υπέρ του διαδόχου, τη διάλυση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, τον σχηματισμό πολιτικά αχρωμάτιστης κυβέρνησης, που θα είχε την εμπιστοσύνη των συμμάχων της Αντάντ και την άμεση ενίσχυση του Θρακικού Μετώπου.

Στις 13 Σεπτεμβρίου τα πλοία με τον στρατό έφτασαν στο Λαύριο και την επομένη ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε και έφυγε για την Ιταλία. Βασιλιάς ανακηρύχθηκε ο γιος του και διάδοχος, Γεώργιος Β΄. Στις 15 Σεπτεμβρίου τα επαναστατικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα, όπου ματαίωσαν την προσπάθεια του αποστρατευμένου υποστράτηγου Θεόδωρου Πάγκαλου να επωφεληθεί από την επανάσταση και να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Σύντομα σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Σωτήριο Κροκιδά. Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά η Επαναστατική Επιτροπή (Αρχηγός της ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας), που ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Με πρωτοβουλίες του Πλαστήρα, περιθάλφθηκαν και στεγάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και με νομοθετικό διάταγμα στις 14 Φεβρουαρίου 1923 δώθηκε λύση στο αγροτικό ζήτημα, με τη διανομή του μεγαλύτερου μέρους των τσιφλικιών στους ακτήμονες. Η Επαναστατική Επιτροπή φρόντισε για την αναδιοργάνωση του στρατού, ανασυντάσσοντας τη στρατιά του Έβρου, προσφέροντας έτσι στον Βενιζέλο ένα βοήθημα κατά τις δύσκολες διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη της Λωζάνης, γεγονός που περιόρισε τις απαιτήσεις του Κεμάλ. Η Επιτροπή υποστήριξε και ανέλαβε την ευθύνη για την εκτέλεση των «έξι», κατευνάζοντας τον λαό που ζητούσε την τιμωρία των υπευθύνων για τη μικρασιατική καταστροφή. Μετά τις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1923 η Επιτροπή παρέδωσε την εξουσία στα χέρια της εκλεγμένης κυβέρνησης. Τον Ιανουάριο του 1924 ο Πλαστήρας παραιτήθηκε και αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του αντιστρατήγου. Η Δ΄ Εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε «Άξιο της Πατρίδος».

Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Μάχη του Άουστερλιτς, 1805

Τον Αύγουστο του 1806 ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Β΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έχασε την αυτοκρατορία του μετά την ήττα που είχε υποστεί λίγους μήνες νωρίτερα από τον Ναπολέοντα στη Μάχη του Άουστερλιτς. Ήταν η λεγόμενη Μάχη των Τριών Αυτοκρατοριών, μια αληθινή τιτανομαχία των δυνάμεων της γηραιάς ηπείρου με τη Γαλλική Αυτοκρατορία να τα βάζει με τη Ρωσική και την Αυστριακή και να βγαίνει νικήτρια, χάρη στη στρατιωτική ιδιοφυΐα του Ναπολέοντα.

 


Ιστορικό υπόβαθρο και πρελούδιο της μάχης

Την άνοιξη του 1804 το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης βρισκόταν σε πόλεμο εναντίον της επέκτασης της Γαλλικής Αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα. Η Μεγάλη Βρετανία είχε εμποδίσει, ή τουλάχιστον αναβάλει, μια πιθανή εισβολή στα εδάφη της με τη νίκη της στο Τραφάλγκαρ στις 21 Οκτωβρίου 1805. Αφού ματαιώθηκε ο αντικειμενικός στόχος του για εισβολή στην Αγγλία, ο Ναπολέων στράφηκε προς την Κεντρική Ευρώπη. Οι Βρετανοί είχαν προβλέψει αυτή την κίνηση και γι' αυτό είχαν ήδη από τον Απρίλιο του 1805 σχηματίσει και χρηματοδοτήσει τον λεγόμενο Τρίτο Συνασπισμό σε συμμαχία με τη Ρωσία και την Αυστρία, ώστε να αναχαιτίσουν τη γαλλική προέλαση.

Ωστόσο τα σχέδιά τους μάλλον απέτυχαν παταγωδώς, καθώς ο γαλλικός στρατός κινήθηκε ταχύτερα από τα συνασπισμένα στρατεύματα και τον Νοέμβριο ο Ναπολέων κατέλαβε τη Βιέννη, συναντώντας ελάχιστη αντίσταση και συνεχίζοντας την πορεία του προς τα ανατολικά και τη Μοραβία.

Οι Αυστριακοί του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Β΄ και οι Ρώσοι του Αλέξανδρου Α΄ κινήθηκαν προς αναχαίτιση των Γάλλων. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στο χωριό Άουστερλιτς, περίπου 10 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης Μπρνο της Μοραβίας που τότε ανήκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία, ενώ σήμερα ανήκει στη Δημοκρατία της Τσεχίας.

Η Μάχη

Ο Ναπολέων έφτασε πρώτος στο πεδίο της μάχης και έτσι βρήκε τον χρόνο να μελετήσει την περιοχή και να καταστρώσει τα σχέδιά του πριν από τους αντιπάλους.

Ο Γάλλος αυτοκράτορας αποφάσισε να αποσύρει τα στρατεύματά του σκόπιμα στα δυτικά του οροπεδίου Πράτσεν, σε μια θέση όπου μπορούσε να κρύψει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του από τις εχθρικές παρατηρήσεις και να παρασύρει τους αντιπάλους του στην παγίδα.

Την 1η Δεκεμβρίου τα στρατεύματα του Συνασπισμού προχώρησαν στο οροπέδιο. Στο τέλος της ημέρας 85.000 Αυστριακοί και Ρώσοι, με 278 κανόνια, βρέθηκαν μπροστά σε 70.000 Γάλλους και 140 κανόνια του Ναπολέοντα.

Στη δεξιά του πτέρυγα ο Ναπολέων είχε τοποθετήσει επίτηδες ελάχιστους άνδρες στο μέρος που φαινόταν ως το πιο αδύναμο της άμυνάς του. Ωστόσο, ακριβώς σε εκείνο το σημείο, επικεφαλής των 10.000 Γάλλων στρατιωτών ήταν ο στρατάρχης Λουί Νταβού, ένας από τους καλύτερους στρατηγούς του Ναπολέοντα. Νωρίς το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου, πάνω από 40.000 Ρώσοι υπό τον κόμη Φρίντριχ φον Μπουξχόουντεν βάδισαν εναντίον του Νταβού κάτω από πυκνή ομίχλη.

Ο Νταβού άντεξε στην πίεση. Στις 8:00 π.μ. ο Ναπολέων διέταξε προώθηση άλλων 20.000 ανδρών που ήταν κρυμμένοι κάτω από την ομίχλη και τους καπνούς της μάχης. Καθώς βάδισαν εναντίον του εχθρικού κέντρου, η ομίχλη άρχισε να καθαρίζει και φάνηκε ο ήλιος. Οι Γάλλοι εμψυχώθηκαν πολύ από το γεγονός αυτό και θεώρησαν τον "ήλιο του Άουστερλιτς" ως σημάδι μιας επικείμενης νίκης.

Ο Συνασπισμός αιφνιδιάστηκε από την επίθεση που δέχθηκε στο κέντρο του και προσπάθησε να απαντήσει ρίχνοντας στη μάχη τις εφεδρείες του, οι οποίες ανέκοψαν για λίγο τους Γάλλους, αλλά δεν κατάφεραν να τους σταματήσουν.

Στον βορρά τα ναπολεόντεια στρατεύματα προωθήθηκαν πολύ, ενώ ο Νταβού έκανε αντεπίθεση στον χείμαρρο Γκόλντμπαχ. Η μάχη ήταν άγρια και πολύωρη, με το γαλλικό πεζικό να αποδεκατίζει όποιον τραυματία συναντούσε στο πέρασμά του και τους στρατιώτες να φωνάζουν "Να μη γλυτώσει κανείς!", ενώ άνοιγαν δρόμο μέσα από ρωσικές και αυστριακές γραμμές με τα όπλα και τις ξυφολόγχες τους.



Θρίαμβος και συνέπειες της μάχης

Γύρω στις 10:00 π.μ. οι Γάλλοι διέσπασαν πλήρως το εχθρικό κέντρο και όρμησαν στον οπισθοφυλακή του. Αργά το απόγευμα όλα είχαν τελειώσει. Οι δυνάμεις του Συνασπισμού είχαν τραπεί σε άτακτη, ανοργάνωτη φυγή προς τα ανατολικά. Άφησαν πίσω τους 15.000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ είχαν 11.000 αιχμαλώτους. Μάλιστα μεταξύ των νεκρών κείτονταν και 200 από τους προσωπικούς φρουρούς του τσάρου. Ο Ναπολέων παρατήρησε τα πτώματα των νεκρών, η πλειονότητα των οποίων ήταν Ρώσοι, και είπε: "Πολλές όμορφες κυρίες στην Αγία Πετρούπολη θα θρηνήσουν πικρά αυτή τη μέρα".

Το Άουστερλιτς - γνωστό και ως η Μάχη των Τριών Αυτοκρατοριών - έδωσε στον Ναπολέοντα τον πλήρη έλεγχο της ανατολικής Ευρώπης και διέλυσε τον Τρίτο Συνασπισμό με την επίσημη παράδοση των εδαφών της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον Αύγουστο του 1806. Ήδη στις 26 Δεκεμβρίου του 1805 ο Φραγκίσκος Β΄ της Αυστρίας είχε υπογράψει τη Συνθήκη του Πρέσμπουργκ, με την οποία παραχωρούσε τεράστιες εκτάσεις στη Γαλλία. Η Πρωσία, που σκεφτόταν να εισέλθει στον Συνασπισμό, μόλις έμαθε το αποτέλεσμα της Μάχης του Άουστερλιτς, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Ναπολέοντα.

Ο τσάρος Αλέξανδρος επέστρεψε με τα εναπομείναντα στρατεύματά του στη Ρωσία. Πριν φύγει όμως φρόντισε να αναγνωρίσει γραπτώς το στρατιωτικό μέγεθος του Ναπολέοντα με μια επιστολή που άφησε στους στρατιώτες του Γάλλου αυτοκράτορα:  

"Πείτε στον ηγέτη σας ότι φεύγω. Πείτε του ότι έκανε θαύματα... Ότι η μάχη αύξησε τον θαυμασμό μου προς το πρόσωπό του. Ότι είναι σταλμένος από τους ουρανούς. Ότι θα χρειαστούν εκατό χρόνια για να μπορέσει ο στρατός μου να γίνει ίσος με τον δικό του".

Η ισχύς του Ναπολέοντα, όπως είναι γνωστό, δεν διήρκεσε εκατό χρόνια, αλλά μόνο δέκα. Οι εχθροί του επανενώθηκαν και κατάφεραν να τον νικήσουν στη Λειψία το 1813 και να τον εξορίσουν. Αν ο Ναπολέων είχε καταφέρει μέσα από τις μάχες να επεκτείνει την αυτοκρατορία του, σήμερα η μάχη του Άουστερλιτς θα είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία για το μέλλον της Γαλλίας και θα κατείχε σίγουρα δεσπόζουσα θέση μέσα στην παγκόσμια ιστοριογραφία. Τελικά ο Ναπολέων ηττήθηκε παταγωδώς στο Βατερλό το 1815  κι έτσι η προσπάθειά του τερματίστηκε οριστικά. 

Κατά τον Michael Lee Lanning, μπορεί πράγματι να λεχθεί ότι η μεγαλύτερη συνέπεια του Άουστερλιτς ήταν να υπάρξει άλλη μια δεκαετία αιματηρών και θανατηφόρων πολέμων, η οποία γέμισε τα κοιμητήρια και άδειασε τα θησαυροφυλάκια ολόκληρης της Ευρώπης.

ΠΗΓΗ

Michael Lee Lanning, Οι 100 Μεγαλύτερες Μάχες Όλων των Εποχών >> Άουστερλιτς (σ. 324), Εκδόσεις Ενάλιος, 2003
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Η άνοδος των Ναζί

Στις 31 Ιουλίου του 1932 το Ναζιστικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ πήρε για πρώτη φορά μεγάλο ποσοστό στις γερμανικές εκλογές. Με 32% οι Ναζί αναδείχθηκαν σε πρώτη δύναμη στο Ράιχσταγκ, μη μπορώντας ωστόσο να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Οι εξελίξεις που θα ακολουθούσαν όμως θα τους έφερναν στην εξουσία τον αμέσως επόμενο χρόνο.



Ιστορικό πλαίσιο

Το 1931 και το 1932 η πολιτική κρίση στη Γερμανία βαθαίνει, καθώς η οικονομική κρίση είναι στο απόγειό της. Το 1932 ο Χίτλερ βάζει υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αντίπαλο τον παλιό ήρωα, στρατάρχη Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Στον πρώτο γύρο καταφέρνει να συγκεντρώσει το 30% έναντι 49% του Χίντενμπουργκ και στον δεύτερο συγκεντρώνει περίπου 37%, χάνοντας την εκλογή από τον Χίντενμπουργκ, που συγκεντρώνει το 53%. Οι εκλογές αυτές αποτελούν ένα είδος δημοσκόπησης τόσο για το Κόμμα όσο και για τον Ηγέτη του. Από τον πολιτικό λόγο του Κόμματος έχει πέσει σε δεύτερη μοίρα ο έντονος αντισημιτισμός (χωρίς, φυσικά, να εκλείψει ποτέ εντελώς). Οι Γερμανοί δίνουν την ψήφο τους στον Χίτλερ κατά κύριο λόγο επειδή υπόσχεται να αναθερμάνει την οικονομία (παρ' ότι δεν έχει εξαγγείλει συγκεκριμένα μέτρα) και επειδή υπόσχεται να αποκαταστήσει τον νόμο και την τάξη. Αυτό είναι σημαντικό για τους πολίτες, καθώς τα SA, αριθμώντας ήδη 400.000 μέλη, είναι μια από τις αντιμαχόμενες οργανώσεις (και τα άλλα μεγάλα Κόμματα, SPD και KPD, διαθέτουν αντίστοιχες ομάδες κρούσης), που μετατρέπουν πολλές γερμανικές πόλεις κυριολεκτικά σε πεδία μάχης. Κυρίως, όμως, υπόσχεται να αποκαταστήσει το γερμανικό γόητρο, το οποίο είχε ταπεινωθεί από τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών και του Σεν Ζερμέν. Κανένα στέλεχός του, βεβαίως, δεν παραλείπει να αναφέρει ότι το Κόμμα θα προστατεύσει (η έκφραση που χρησιμοποιείται είναι "θα σώσει") τη χώρα από την "κομμουνιστική απειλή".

Πρώτη δύναμη στις εκλογές

Νέες εκλογές διεξάγονται τον Ιούλιο του 1932. Ο επικεφαλής της Προπαγάνδας του Κόμματος, δρ. Γκέμπελς, και η ρητορική δεινότητα του Χίτλερ, καταφέρνουν να εκτοξεύσουν το ποσοστό του NSDAP στο 37,4% και στις 230 έδρες στο Ράιχσταγκ, φέρνοντάς το στην πρώτη θέση στη Γερμανία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παίρνει 14,6% αλλά, όπως είναι φυσικό, ο σχηματισμός κυβέρνησης συνασπισμού είναι αδύνατος, καθώς οι ιδεολογικές διαφορές των δύο κομμάτων είναι αγεφύρωτες. Σχηματίζονται, έτσι, κυβερνήσεις μειοψηφίας, που αδυνατούν να επιλύσουν τα οξύτατα προβλήματα της οικονομίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αναγνωρίζει ως κύριο αντίπαλο το NSDAP αλλά το Σοσιαλιστικό Κόμμα και αυτό κάνει χαλαρότερη την αντιπολίτευση απέναντι στους Ναζιστές.

Άνοδος και απόλυτη εξουσία

Ο Καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν προκηρύσσει νέες εκλογές για τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ελπίζοντας να επιτύχει συσχετισμούς που να επιτρέπουν τον σχηματισμό ισχυρής κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα για το NSDAP προκαλεί έκπληξη: Το ποσοστό του πέφτει στο 33% και στις 196 έδρες. Σε αυτό συνέβαλε η μερική υποχώρηση της οικονομικής κρίσης αλλά και ο φόβος των ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης, που το είχαν υποστηρίξει στις προηγούμενες εκλογές, ότι πράγματι το NSDAP μπορεί να ερχόταν στην εξουσία. Οι Ναζιστές, από την άλλη, έλαβαν το μήνυμα των εκλογών: Έπρεπε να πάρουν την εξουσία τώρα, πριν τα ποσοστά του Κόμματος μειωθούν ακόμη περισσότερο. Απαιτούν από τον Πρόεδρο να ονομάσει τον Χίτλερ Καγκελάριο, αφού είναι ο ηγέτης του πρώτου κόμματος στις εκλογές. Ο φον Πάπεν, ο διάδοχός του Κουρτ φον Σλάιχερ, και πολλοί μεγαλοεπιχειρηματίες, όπως οι Κρουπ, πιέζουν τον - σφοδρά αντιτιθέμενο - Χίντενμπουργκ προς αυτή την κατεύθυνση. Τελικά, ο Πρόεδρος ενδίδει και ονομάζει τον Χίτλερ Καγκελάριο στις 30 Ιανουαρίου 1933. Η Κυβέρνηση που συγκροτείται περιλαμβάνει πολύ λίγους Ναζιστές, αλλά το Κόμμα ξέρει πολύ καλά τη δουλειά του: Στις 27 Φεβρουαρίου ξεσπά η πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ και οι Ναζί κατηγορούν τους Κομμουνιστές, καθώς συλλαμβάνεται στον τόπο της πυρκαγιάς ως υπεύθυνος ο νεαρός Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη θέση του και πείθει τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να εκδώσει το "Διάταγμα της Εξουσιοδοτήσεως" (γερμ. Ermächtigungsgesetz), με το οποίο αναστέλλονται οι δημοκρατικές ελευθερίες που είχε επιφέρει η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το πλήρες και ορθό όνομα του νόμου είναι «Νόμος για την σωτηρία του λαού και του Ράιχ, 24.03.1933». Το Κομμουνιστικό Κόμμα κηρύσσεται εκτός νόμου, οι ηγέτες του συλλαμβάνονται και τα μέλη του διώκονται.

Έχοντας απαλλαγεί από έναν βασικό ιδεολογικό αντίπαλο, ο Χίτλερ προκαλεί νέες εκλογές για τον Μάρτιο του 1933, με σκοπό να αποκτήσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Οι εκλογές διεξάγονται με τον Χίτλερ Καγκελάριο και το αποτέλεσμα δίνει το 44% των ψήφων και 288 έδρες στο NSDAP. Έχοντας υποστηρικτή το μικρό Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP), οι Εθνικοσοσιαλιστές επιτυγχάνουν την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, με 52%. Η κυριαρχία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος αρχίζει. Θα λήξει μόνον με τον τερματισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, τον Μάιο του 1945.

Βιβλιογραφία

  • William Shirer, The Rise and Fall of the 3rd Reich, Touchstone Books (Simon and Schuster), New York, 1981.
  • Ian Kershaw, Hitler, 1889-1936: Hubris, W.W. Norton, 2000
  • Ian Kershaw, The Hitler Myth: Image and Reality in the Third Reich, Oxford University Press, 2001
  • Richard J. Evans, The Coming of the Third Reich, Penguin, 2004

Διαβάστε περισσότερα »