Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Διάσκεψη της Γιάλτας




Στις 4 Φεβρουαρίου 1945 αρχίζει η Διάσκεψη της Γιάλτας μεταξύ των "Τριών Μεγάλων" (Ουίνστον Τσώρτσιλ, Φραγκλίνου Ρούζβελτ και Ιωσήφ Στάλιν). Είχε προηγηθεί ανάλογη διάσκεψη στην Τεχεράνη, από τις 28 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 1943.

Η διάσκεψη αυτή έμεινε στην ιστορία ως «Η Διάσκεψη της Γιάλτας» καθώς πραγματοποιήθηκε στο μέγαρο της Λιβάντια (Livadia), που βρίσκεται κοντά στην πόλη της Γιάλτας. Η σύνοδος αυτή θεωρείται μεγάλης σπουδαιότητας, κυρίως λόγω των θεμάτων που διαπραγματεύτηκαν οι "Τρεις Μεγάλοι" (The big three, όπως ήταν τότε το προσωνύμιό τους) και οι συζητήσεις περιεστράφησαν γύρω από τη μεταπολεμική πολιτική που θα ακολουθούσαν οι τρεις απέναντι στις χώρες που είχε καταλάβει η Ναζιστική Γερμανία, αλλά και απέναντι σε όσες είχαν συμμαχήσει με αυτήν. 

Ο Ρούσβελτ επιθυμούσε η σύνοδος να πραγματοποιηθεί σε κάποιο σημείο της Μεσογείου, αλλά ο Στάλιν επέμενε ότι οι γιατροί του δεν του επέτρεπαν μεγάλα ταξίδια και ο Ρούζβελτ υποχώρησε, αν και η υγεία του ήταν πολύ περισσότερο κλονισμένη. Έτσι, επί επτά ημέρες οι αρχηγοί των κρατών - νικητών καθόριζαν τη μορφή που θα είχε ο μεταπολεμικός κόσμος. Για καθέναν από τους ηγέτες η διάσκεψη είχε εξαιρετική σημασία. Ο πόλεμος όδευε προς το τέλος του καθώς ο Κόκκινος Στρατός απείχε μόλις 100 χλμ. από το Βερολίνο και η κατάρρευση της γερμανικής κυριαρχίας ήταν ζήτημα χρόνου. Οι Βρετανοί ήθελαν να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν από την προπολεμική "υγειονομική ζώνη" γύρω από την ΕΣΣΔ. Τις ΗΠΑ απασχολούσε κυρίως ο παράγοντας Ιαπωνία, ο Ειρηνικός Ωκεανός και η είσοδος της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, κάτι που επιθυμούσαν διακαώς. 

Έτσι, λοιπόν, στη Διάσκεψη της Γιάλτας:
  • Επισημοποιήθηκε η πρόθεση για τη δημιουργία του Ο.Η.Ε.
  • Απορρίφθηκε η πρόταση των Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ για διαμελισμό της Γερμανίας
  • Αποφασίστηκε η εκμηδένιση του γερμανικού μιλιταρισμού και ναζισμού, για να μην μπορέσει ξανά η Γερμανία να απειλήσει την παγκόσμια ειρήνη.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Λόρδος Βύρων


Ο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον ή 6ος Βαρώνος Μπάιρον ή, όπως έγινε γνωστός στην Ελλάδα, Λόρδος Βύρων, Ήρθε στον κόσμο στις 22 Ιανουαρίου 1788. Ήταν Άγγλος ποιητής, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρομαντισμού και από τους σπουδαιότερους φιλέλληνες. Στήριξε ενεργά την ελληνική επανάσταση, γράφοντας, πολεμώντας και πεθαίνοντας από τυφοειδή πυρετό στο Μεσολόγγι.


Ήταν γιος του πλοιάρχου του αγγλικού Βασιλικού Ναυτικού, Τζον Μπάιρον, και της δεύτερης συζύγου του, Κάθριν Γκόρντον. Ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια, από την πλευρά της μητέρας του, που ήταν απόγονος του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου Γ΄. Πριν, όμως, γεννηθεί, οι γονείς του είχαν ήδη χωρίσει. Ο μεν πατέρας του είχε διαφύγει στη Γαλλία λόγω χρεών, η δε μητέρα του, προσπαθώντας να αποφύγει τους πιστωτές, συνόδευσε αρχικά τον σύζυγό της στη Γαλλία, το 1786, αλλά επέστρεψε στην Αγγλία στα τέλη του 1787, για να γεννήσει τον γιό της σε αγγλικό έδαφος. Ξόδεψε μεγάλο μέρος της δικής της περιουσίας για την αποπληρωμή των χρεών αυτών.

Ο Λόρδος Βύρων γεννήθηκε χωλός (στη δεξιά κνήμη) και τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε με τη μητέρα του στο Αμπερντήν της Σκωτίας, μάλλον φτωχικά, όπου και έμαθε και τα πρώτα του γράμματα. Στις 19 Μαΐου του 1798 πέθανε ο αδελφός του παππού του, από τον πατέρα του, Ουίλιαμ Μπάιρον, γνωστός ως ο "Μοχθηρός Λόρδος", και έτσι ο δεκαετής νεαρός, ο οποίος ήταν πρώτος στη σειρά διαδοχής, κληρονόμησε τον τίτλο του Βαρώνου Μπάιρον. Έτσι, η ζωή του από τότε άλλαξε. Σπούδασε στο Κολέγιο Τρίνιτυ του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, αποκτώντας πολύ καλή μόρφωση. Ήταν χαρακτήρας ανήσυχος, παρορμητικός και τυχοδιωκτικός. Γι' αυτό και ξεκίνησε περιοδείες και περιπλανήσεις στη νότια Ευρώπη: Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Τουρκία.

Υποστήριξε ενεργότατα την ελληνική επανάσταση, γράφοντας και πολεμώντας στο πλευρό των Ελλήνων, σχηματίζοντας μάλιστα και δικό του στρατιωτικό σώμα. Απεβίωσε στις 19 Απριλίου του 1824 στο Μεσολόγγι, ύστερα από πυρετό. Το πένθος για τον θάνατό του ήταν γενικό. Ο Διονύσιος Σολωμός συνέθεσε μακρά ωδή στη μνήμη του ("Ωδή εις τον θάνατο του Λόρδου Μπάιρον"). Η καρδιά του ενταφιάστηκε στο Μεσολόγγι. Προς εκδήλωση του πένθους, στο Μεσολόγγι ήχησαν 37 κανονιοβολισμοί από την ανατολή του ηλίου, μία κάθε λεπτό, καθώς ήταν, τότε, μόνο 37 ετών.


 

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Υγρό πυρ: Το φονικό όπλο των Βυζαντινών



Tο υγρό πυρ (λεγόμενο επίσης πυρ θαλάσσιον, μηδικόν πυρ, πολεμικόν πυρ, πυρ λαμπρόν, πυρ ρωμαϊκόν ή πυρ σκευαστόν) και γνωστό στους Δυτικούς ως ελληνικό πυρ (Λατ. ignis graecus, αγγλ. greek fire) ήταν ένα εμπρηστικό όπλο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που εφευρέθηκε τον ύστερο 7ο αιώνα μ.Χ.. Εκτοξευόμενο από καταπέλτες, αλλά κυρίως από πεπιεσμένους σίφωνες, το υγρό πυρ είχε την ιδιότητα να μην σβήνει στο νερό. Ως εκ τούτου, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόκρουση των αραβικών πολιορκιών της Κωνσταντινούπολης, αλλά και σε ναυμαχίες με τους Ρως. Η εφεύρεσή του περιβαλλόταν με άκρα μυστικότητα, με αποτέλεσμα να αγνοούμε σήμερα την ακριβή σύστασή του. Το βυζαντινό υγρό πυρ δεν πρέπει να συγχέεται με παρόμοιες εμπρηστικές ουσίες που χρησιμοποίησαν οι Άραβες και άλλα κράτη και που στη διεθνή βιβλιογραφία συνήθως αναφέρονται συλλογικά ως «ελληνικό πυρ».

Ιστορικά

Εμπρηστικές ουσίες, βασιζόμενες σε θειάφι, πίσσα ή πετρέλαιο, χρησιμοποιήθηκαν για πολεμικούς σκοπούς αιώνες πριν την εφεύρεση του υγρού πυρός.[1][2] Η χρήση εμπρηστικών βελών και δοχείων με εύφλεκτες ουσίες ανάγεται στους Ασσυρίους τον 9ο αιώνα π.Χ., και ήταν ευρέως διαδεδομένη και στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ακόμα και τη χρήση πρωτόλειων φλογοβόλων κατά την πολιορκία του Δηλίου το 424 π.Χ..[3][4] Στη θάλασσα, επί Αναστασίου Α΄ ο βυζαντινός στόλος φέρεται να χρησιμοποίησε μια θειούχα ουσία, που εφήυρε ο Αθηναίος φιλόσοφος Πρόκλος, για να νικήσει το στόλο του στασιαστή στρατηγού Βιταλιανού το 515 μ.Χ.[5]
« Τότε Καλλίνικος ἀρχιτέκτων ἀπὸ Ἡλιουπόλεως Συρίας προσφυγὼν τοῖς Ῥωμαίοις πῦρ θαλάσσιον κατασκευάσας τὰ τῶν Ἀράβων σκάφη ἐνέπρησεν, καὶ σύμψυχα κατέκαυσεν. Καὶ οὕτως οὶ Ῥωμαῖοι μετὰ νίκης ὑπέστρεψαν καὶ τὸ θαλάσσιον πῦρ εὗρον.  »
—Θεοφάνης Ομολογητής, Χρονογραφία, Έτος Κόσμου 6165

Σύμφωνα με την αφήγηση του χρονογράφου Θεοφάνη του Ομολογητή, το υγρό πυρ εφευρέθηκε περί το 672 μ.Χ., από έναν μηχανικό από την Ηλιόπολη της Συρίας ονόματι Καλλίνικο, ο οποίος κατέφυγε στη βυζαντινή πρωτεύουσα από την αραβοκρατούμενη πατρίδα του.[6] Η αυθεντικότητα και ακρίβεια της αφήγησης είναι αμφίβολες, καθώς ο Θεοφάνης αναφέρει τη χρήση πυρφόρων και σιφονοφώρων πλοίων μερικά χρόνια πριν την υποτιθέμενη άφιξη του Καλλίνικου στη Κωνσταντινούπολη.[7] Εάν δεν οφείλεται σε απλή χρονολογική σύγχυση, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ο Καλλίνικος απλώς εισήγαγε μια βελτιωμένη έκδοση ενός ήδη υπάρχοντος όπλου.[8] Ο ιστορικός Τζέημς Πάρτινγκτον (James R. Partington) επίσης πιστεύει ότι η ανακάλυψη του υγρού πυρός δεν ήταν το έργο ενός ανθρώπου, αλλά μιας ομάδας «χημικών στη Κωνσταντινούπολη οι οποίοι είχαν κληρονομήσει τις ανακαλύψεις της Αλεξανδρινής χημικής σχολής».[9] Ο ιστορικός του 11ου αιώνα Γεώργιος Κεδρηνός όντως αναφέρει ότι ο Καλλίνικος καταγόταν από την Ηλιόπολη της Αιγύπτου, και όχι της Συρίας, αλλά οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές απορρίπτουν την πληροφορία αυτή ως λανθασμένη.[10] Ο Κεδρηνός επίσης αναφέρει ότι οι απόγονοι του Καλλίνικου, ονομαζόμενοι «Λαμπροί», κατείχαν το μυστικό της παραγωγής του υγρού πυρός και συνέχιζαν να το κατέχουν επί των ημερών του. Και αυτή η ιστορία θεωρείται μάλλον απίθανη από τους ιστορικούς, σχετιζόμενη μάλλον με τη ονομασία «πυρ λαμπρόν» που δινόταν συχνά στο υγρό πυρ.[11]

Η εφεύρεση του υγρού πυρός ήρθε σε μια κρίσιμη για το Βυζάντιο στιγμή. Εξασθενημένοι από δεκαετίες πολέμων με τους Σασσανίδες, οι Βυζαντινοί στάθηκαν ανίκανοι να αναχαιτίσουν την επέλαση των νεοφώτιστων αράβων πολεμιστών του Ισλάμ. Εντός μιας γενιάς, η Συρία, η Αίγυπτος και η Μεσοποταμία έπεσαν στα χέρια των Αράβων, που περί το 672 εξαπέλυσαν την πρώτη τους μεγάλη επίθεση κατά της ίδιας της Κωνσταντινούπολης. Εκεί το υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά με εξαιρετικά αποτελέσματα ενάντια στον αραβικό στόλο. Η χρήση του συνέβαλε τα μέγιστα στην απόκρουση των δύο αραβικών πολιορκιών της πρωτεύουσας.[12] Οι αναφορές στη χρήση του σε ναυμαχίες κατά των Αράβων αργότερα είναι σποραδικές, αλλά συνέβαλε σε αρκετές βυζαντινές νίκες, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της επανακατάκτησης τους 9ο και 10ο αιώνες.[13] Η ουσία χρησιμοποιήθηκε και στις εμφύλιες συγκρούσεις της περιόδου, κυρίως κατά τη θεματική εξέγερση του 727 και την εξέγερση του Θωμά του Σλάβου το 821–823. Και στις δύο περιπτώσεις, οι στόλοι των στασιαστών ηττήθηκαν από τον κεντρικό στόλο της Κωνσταντινούπολης με τη χρήση του υγρού πυρός.[14] Εξέχουσα θέση κατέχει το υγρό πυρ και στις συγκρούσεις με τους Ρως και τις επιδρομές τους κατά της Αυτοκρατορίας.[15]

Η σημασία του υγρού πυρός κατά τον αγώνα του Βυζαντίου με τους Άραβες οδήγησε στη δημιουργία ενός μύθου που του απέδιδε θεϊκή προέλευση. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (945–959) στο έργο του Προς τον ίδιον Υιόν Ρωμανόν (De Administrando Imperio), προειδοποιεί το γιο και διάδοχό του, Ρωμανό Β΄, να μην αποκαλύψει ποτέ το μυστικό της παρασκευής του στους ξένους, λέγοντας ότι «καὶ αὐτὸ απὸ τοῦ Θεοῦ δι' ἀγγέλου τῷ μεγάλῳ καὶ πρώτῳ βασιλεῖ Χριστιανῷ, ἁγίῳ Κωνσταντίνῳ ἐφανερώθη καὶ ἐδιδάχθη» και ότι ο άγγελος του παρήγγειλε όπως «ἐν μόνοις τοῖς Χριστιανοῖς καὶ τῇ ὑπ' αὐτῶν βασιλευομένῃ πόλει κατασκευάζηται, ἀλλαχοῦ δε μηδαμῶς, μήτε εἰς ἔτερον ἕθνος τὸ οἱονδήποτε παραπέμπηται, μήτε διδάσκηται» (13.73–84). Προσθέτει δε ότι μια φορά, ένας στρατηγός που δωροδωκήθηκε ώστε να παραδώσει την ουσία σε εχθρικά χέρια, κάηκε από ουράνιο πυρ καθώς έμπαινε σε μια εκκλησία.[16][17] Όπως καταδεικνύει και το τελευταίο περιστατικό, οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν να αποφύγουν περιστατικά όπου το μυστικό τους όπλο έπεσε στα χέρια των εχθρών τους: οι πηγές καταγράφουν τουλάχιστον μία αιχμαλωσία πυρφόρου πλοίου από τους Άραβες το 827, και οι Βούλγαροι κυρίεψαν αρκετούς σίφωνες και την ίδια την ουσία το 812/814. Καθώς όμως τα μυστικά της παρασκευής και χρήσης του παρέμεναν ανέπαφα, δεν μπόρεσαν να αντιγράψουν το πλήρες σύστημα. Οι Άραβες όντως αργότερα χρησιμοποίησαν ουσίες παρόμοιες με το υγρό πυρ, αλλά δεν ποτέ δεν χρησιμοποίησαν σίφωνες, παρά μόνο καταπέλτες και χειροβομβίδες.[18]

Το υγρό πυρ συνέχισε να αναφέρεται στις πηγές έως και τον 12ο αιώνα. Η Άννα Κομνηνή δίνει μια ζωντανή περιγραφή μια ναυμαχίας – πιθανώς φανταστικής – μεταξύ των Βυζαντινών και των Πιζανών το 1099.[19] Κατά τις πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης από την Δ΄ Σταυροφορία το 1203/1204 όμως, παρά την παρουσία πρόχειρων πυρπολικών, καμία πηγή δεν αναφέρει τη χρήση υγρού πυρός. Φαίνεται ότι είχε πλέον εγκαταληφθεί, είτε επειδή το μυστικό της σύστασής του είχε χαθεί, είτε επειδή το Βυζάντιο είχε χάσει την επαφή του με τις περιοχές – τον Καύκασο και τις ανατολικές ακτές του Εύξεινου – από όπου αντλούσε τις πρώτες ύλες για την παρασκευή του.[20] 

Γενικά χαρακτηριστικά

Όπως δείχνουν και οι προειδοποιήσεις του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, τα συστατικά και η διαδικασίες παραγωγής αλλά και εξαπόλυσης του υγρού πυρός ήταν άκρως απόρρητα μυστικά. Η μυστικότητα που το περιέβαλλε ήταν τόση, που η σύνθεση του υγρού πυρός χάθηκε, και έκτοτε αποτελεί αντικείμενο διαφόρων εικασιών.[21] Ανά τους αιώνες, η αναζήτηση της χαμένης αυτής φόρμουλας έχει μονοπωλήσει σχεδόν την έρευνα γύρω από το υγρό πυρ. Εντούτοις, το υγρό πυρ πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ένα ολοκληρωμένο οπλικό σύστημα αποτελούμενο από διάφορα επιμέρους κομμάτια, τα οποία ήταν όλα απαραίτητα για την αποτελεσματική του δράση. Πέραν της φόρμουλας της εμπρηστικής ουσίας καθ' εαυτής, το σύστημα περιλάμβανε τους πυρφόρους δρόμονες, τη συσκευή που θέρμαινε και έθετε υπό πίεση την ουσία, το σίφωνα που την εξαπέλυε, και την ειδική εκπαίδευση των χειριστών του συστήματως, των λεγόμενων σιφωναρίων.[22] Οι διάφοροι χειριστές και τεχνίτες του συστήματος είχαν κατά πάσα πιθανότητα γνώση μόνο ενός επιμέρους εξαρτήματος, εξασφαλίζοντας ότι κανένας εχθρός δεν θα μπορούσε με μιας να αποκτήσει πλήρη γνώση του.[23] Έτσι εξηγείται πως όταν το 814 οι Βούλγαροι πήραν τις πόλεις Μεσημβρία και Δεβελτό και βρήκαν εκεί 36 σίφωνες και ποσότητες της εμπρηστικής ουσίας,[24] στάθηκαν ανίκανοι να τα χρησιμοποιήσουν.[25]

Οι πληροφορίες για το υγρό πυρ είναι αποκλειστικά έμμεσες, βασιζόμενες σε διάφορες αναφορές στα βυζαντινά στρατιωτικά εγχειρίδια και σε ιστορικά έργα όπως την Αλεξιάδα και δυτικοευρωπαϊκά χρονικά, που όμως συχνά είναι ανακριβή. Στην Αλεξιάδα, η Άννα Κομνηνή παρέχει (XIII.3.6) μια συνταγή για μια εμπρηστική ύλη, που η βυζαντινή φρουρά του Δυρραχίου χρησιμοποίησε το 1108 κατά των Νορμανδών. Συχνά έχει ερμηνευθεί ως μια, μερική έστω, συνταγή για το υγρό πυρ:[26]
Τοῦτο δὲ τὸ πῦρ ἀπὸ τοιούτων μηχανημάτων αὐτοῖς διεσκεύαστο. Ἀπὸ τῆς πεύκης καὶ ἄλλων τινῶν τοιούτων δένδρων ἀειθαλῶν συνάγεται δάκρυον εὔκαυστον. Τοῦτο μετὰ θείου τριβόμενον ἐμβάλλεταί τε εἰς αὐλίσκους καλάμων καὶ ἐμφυσᾶται παρὰ τοῦ παίζοντος λάβρῳ καὶ συνεχεῖ πνεύματι, κᾆθ' οὕτως ὁμιλεῖ τῷ πρὸς ἄκραν πυρὶ καὶ ἐξάπτεται καὶ ὥσπερ πρηστὴρ ἐμπίπτει ταῖς ἀντιπρόσωπον ὄψεσι.
Δυτικές αναφορές στο περίφημο ignis graecus είναι επίσης γενικά αναξιόπιστες, καθώς αποδίδουν την ονομασία αυτή αδιακρίτως σε κάθε είδους εμπρηστικές ουσίες.[21]
Οι μόνες βέβαιες πληροφορίες που περιγράφουν το υγρό πυρ και τη συμπεριφορά του είναι:
  • Η ουσία συνέχιζε να καίει στο νερό, και, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, αναφλεγόταν στην επαφή του με τον νερό. Επιπλέον, όπως αναφέρεται σε αρκετές πηγές, μπορούσε να σβηστεί μόνο από ορισμένες ουσίες όπως άμμο, που του στερούσε οξυγόνο, δυνατό ξύδι, ουρα προφανώς μέσω κάποιας χημικής αντίδρασης.[27][28]
  • Όπως φαίνεται και από το όνομά του αλλά και από περιγραφές, ήταν υγρό και όχι κάποιας μορφής βλήμα.[27]
  • Στη θάλασσα, συνήθως εκτοξευόταν από σίφωνες,[27] αν και κεραμικά δοχεία και βομβίδες γεμισμένες με υγρό πυρ ή παρόμοιες ουσίες επίσης χρησιμοποιούνταν.[29]
  • Η εκτόξευση του υγρού πυρός συνοδευόταν από πολύ θόρυβο («βροντή») και καπνό.[27][30]
  

Θεωρίες περί σύστασης

Η πρώτη, και για πολύ καιρό πιο διαδεδομένη, θεωρία σχετικά με τη σύσταση της εμπρηστικής ύλης ήταν ότι το κύριο συστατικό ήταν νιτρικό κάλιο, ουσιαστικά δηλαδή ότι το υγρό πυρ ήταν μια πρώιμη μορφή πυρίτιδας.[31] Η θεωρία αυτή προήλθε από την περιγραφή έντονου θορύβου και καπνού κατά την εκτόξευση, καθώς και από την απόσταση στην οποία μπορούσε να εκτοξευθεί το όπλο, που ερμηνεύτηκαν ως προϊόντα εκρηκτικής αντίδρασης.[32] Από την εποχή του ολλανδού ιστοριοδίφη Ισαάκ Βόσσιους,[33] πολλοί ερευνητές υποστήριξαν τη θέση αυτή, και πρωτίστως η λεγόμενη "Γαλλική Σχολή" το 19ο αιώνα, που περιελάμβανε το διάσημο χημικό Μαρσελέν Μπερτελό.[34] Έκτοτε η θεωρία αυτή έχει απορριφθεί, καθώς το νιτρικό κάλιο δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε για πολεμικούς σκοπούς στην Ευρώπη ή τη Μέση Ανατολή πριν τον 13ο αιώνα, και απουσιάζει πλήρως από τα έργα των Αράβων, των πλέον εξεχόντων χημικών του μεσογειακού κόσμου, πριν από την περίοδο αυτή.[35] Επιπλέον, η φύση του προτεινόμενου μίγματος δεν συμβαδίζει με τα χαρακτηριστικά της δια σίφωνος εκτοξευόμενης ουσίας των βυζαντινών πηγών.[36]

Μια δεύτερη άποψη, βασιζόμενη στο γεγονός ότι το υγρό πυρ δεν έσβηνε στο νερό – σύμφωνα δε με ορισμένες πηγές το νερό την έκανε να καίει πιο έντονα – θεώρησε ότι η εμπρηστική ουσία βασιζόταν σε ένα μίγμα με βάση τη μη εσβεσμένη άσβεστο. Αν και ο άσβεστος ήταν γνωστός στους Βυζαντινούς και στους Άραβες,[37] η θεωρία αυτή καταρρίπτεται από λογοτεχνικά και εμπειρικά στοιχεία. Ένα μίγμα βασισμένο στην άσβεστο θα πρέπει να έρθει σε επαφή με νερό για να αναφλεγεί, ενώ τα Τακτικά του αυτοκράτορος Λέοντα Στ΄ καταγράφουν ότι η ουσία συχνά χυνόταν απευθείας στο κατάστρωμα εχθρικών πλοίων.[38] Ομοίως, ο αυτοκράτορας αναφέρει τη χρήση βομβίδων,[39] πράγμα που ενισχύει την άποψη ότι η επαφή με νερό δεν ήταν απαραίτητη για να ανάψει η ουσία του υγρού πυρός.[40] Επιπλέον, ο C. Zenghelis διεξήγαγε μια σειρά πειραμάτων που απέδειξαν ότι τα αποτελέσματα της αντίδρασης ασβέστου-νερού θα ήταν αμελητέα υπό πραγματικές συνθήκες στη θάλασσα.[41] Μια άλλη παρόμοια θεωρία πρότεινε την πιθανότητα ο Καλλίνικος να είχε ανακαλύψει το φωσφορούχο ασβέστιο, το οποίο όταν έλθει σε επαφή με νερό παράγει την εξαιρετικά εύφλεκτη φωσφίνη, η οποία αναφλέγεται αυτόματα. Και εδώ όμως εκτεταμένα πειράματα απέτυχαν να προσεγγίσουν την περιγραφόμενη ένταση του υγρού πυρός.[42]


Αν και η παρουσία ασβέστου ή/και νιτρικού καλίου στο μίγμα δεν μπορεί να αποκλειστεί, είναι φανερό πως δεν αποτελούσαν το κύριο συστατικό.[43] Οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές συμφωνούν ότι το υγρό πυρ βασιζόταν στο πετρέλαιο, κατεργασμένο ή μη. Οι Βυζαντινοί είχαν εύκολη πρόσβαση σε ακατέργαστο πετρέλαιο από τις φυσικές πηγές στην ανατολική ακτή του Εύξεινου Πόντου (λ.χ. οι πηγές γύρω από το Τμουτορακάν που αναφέρονται και από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο) ή σε διάφορες άλλες περιοχές στη Μέση Ανατολή.[44] Είναι ενδεικτικό ότι μια από τις ονομασίες του υγρού πυρός ήταν «μηδικό πυρ»,[33] και ότι ο ιστορικός Προκόπιος ο Καισαρεύς καταγράφει ότι το ακατέργαστο πετρέλαιο ήταν γνωστό ως «νάφθα» ή «μηδικό έλαιο».[45][46] Υπάρχει επίσης και ένα λατινικό χειρόγραφο του 9ου αιώνα, φυλασσόμενο στο Βόλφενμπυττελ (Wolfenbüttel) της Γερμανίας, που αναφέρει τα συστατικά μιας ουσίας που μοιάζει να είναι το υγρό πυρ, καθώς και τη λειτουργία των σιφώνων για την εκτόξευσή του. Αν και το κείμενο περιέχει διάφορες ανακρίβειες, αναφέρει ξεκάθαρα τη νάφθα ως το κύριο συστατικό.[33][47] Διάφορες ρητίνες πιθανότατα προστίθενταν ως πηκτικό (η Στρατηγική έκθεσις και σύνταξις του Νικηφόρου Φωκά αναφέρει το υγρό πυρ ως «πυρ κολλητικόν») και για να αυξήσουν τη διάρκεια και ένταση της καύσης.[48]

Η φράση που έμεινε

Την ελληνική ιδιωματική φράση πήραν τα μυαλά του αέρα την λέμε και στις μέρες μας. Εκείνη την εποχή όμως αυτό σήμαινε κάτι άλλο. Το υγρό πυρ εξαπολυόταν με διαφόρους μηχανισμούς. Στην πλώρη των πλοίων των βυζαντινών υπήρχε ένα μπρούτζινο λιοντάρι μέσα από το ανοιχτό στόμα του οποίου εξακοντίζονταν μακριά το φονικό υγρό. Για να γίνει αυτό δυνατό, στο κεφάλι του λιονταριού κατέληγαν δύο σωλήνες, ο ένας εξόδου του υγρού πυρός και ο άλλος εισόδου του αέρα όπου με χειροκίνητη αντλία γινόταν κατάθλιψη αυτού. Επομένως, για να εξακοντιστεί μακριά το υγρό πυρ, έπρεπε προηγουμένως τα "μυαλά" (κεφάλι) του λιονταριού να πάρουν αέρα.


ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org/wiki/Υγρό πυρ 


Βιβλιογραφία

  • Τ.Κόλλιας, "Η πολεμική τέχνολογία των Βυζαντινών", Δωδώνη, Επ.Επ.Φιλοσοφικής Ιωαννίνων, 18/1/1989, σ.17-41
  • Θ.Κορρές, "Υγρόν Πυρ".Ένα όπλο της Βυζαντινής ναυτικής τακτικής", Θεσσαλονίκη, 1995
  • Η. Κόλλιας, "Τεχνολογία και πόλεμος στο Βυζάντιο", Αρχαιολογία και τέχνη τ/χ.96, Σεπτ. 2005, σ.18-22
  • V. Christides, "Naft", Encyclopaidia of Islam Leiden, 1991,τ.9, σ.152-160
  • Τ.Γ.Κόλλιας, "'Οπλα και τεχνολογία στο Βυζάντιο" στο Πρακτικά Α' Διεθνούς συνεδρίου:Α ρχαία ελληνική τεχνολογία", 4-7 Σεπτεμβρίου 1997, Θεσσαλονίκη 1997, σ.549-554
  • Cheronis, Nicholas D. (1937), «Chemical Warfare in the Middle Ages: Kallinikos' "Prepared Fire"», Journal of Chemical Education (Chicago): 360–365
  • Christides, Vassilios (1991), «Fireproofing of War Machines, Ships and Garments», Proc. TROPIS VI - 6th International Symposium on Ship Construction in Antiquity, Lamia 1996, Athens, σελ. 135–141, ISSN 1105-7947
  • Dawes, Elizabeth A., επιμ.. (1928), The Alexiad, London: Routledge & Kegan Paul
  • Crosby, Alfred W. (2002), Throwing Fire: Projectile Technology Through History, Cambridge University Press, ISBN 9780521791588
  • Ellis Davidson, Hilda R. (1973), «The Secret Weapon of Byzantium», Byzantinische Zeitschrift 66: 61–74
  • Forbes, R. J. (1959), «Naphtha Goes To War», More Studies in Early Petroleum History 1860-1880, Leiden: E.J. BRILL, σελ. 70–90
  • Haldon, John; Byrne, Maurice (1977), «A Possible Solution to the Problem of Greek Fire», Byzantinische Zeitschrift 70: 91–99, doi:10.1515/byzs.1977.70.1.91
  • Haldon, John (2006), «"Greek fire" revisited: recent and current research», στο: Jeffreys, Elizabeth, Byzantine Style, Religion and Civilization: In Honour of Sir Steven Runciman, Cambridge University Press, σελ. 290–325, ISBN 9780521834452
  • Leicester, Henry Marshall (1971), The historical background of chemistry, Courier Dover Publications, ISBN 9780486610535
  • Moravcsik, Gyula; Jenkins, R.J.H., επιμ.. (1967), Constantine Porphyrogenitus: De Administrando Imperio, Dumbarton Oaks
  • Nicolle, David (1996), Medieval Warfare Source Book: Christian Europe and its Neighbours, Brockhampton Press, ISBN 1860198619
  • Partington, James Riddick (1999), A History of Greek Fire and Gunpowder, Johns Hopkins University Press, ISBN 0-8018-5954-9
  • Pászthory, Emmerich (1986), «Über das 'Griechische Feuer'. Die Analyse eines spätantiken Waffensystems», Antike Welt 17 (2): 27–38
  • Pryor, John H. (2003), «Byzantium and the Sea: Byzantine Fleets and the History of the Empire in the Age of the Macedonian Emperors, c. 900–1025 CE», στο: Hattendorf, John B.; Unger, Richard W., War at Sea in the Middle Ages and the Renaissance, Boydell Press, σελ. 83–104, ISBN 0851159036
  • Pryor, John H.; Jeffreys, Elizabeth M. (2006), The Age of the ΔΡΟΜΩΝ: The Byzantine Navy ca. 500–1204, Brill Academic Publishers, ISBN 978-9004151970
  • Roland, Alex (1992), «Secrecy, Technology, and War: Greek Fire and the Defense of Byzantium, Technology and Culture», Technology and Culture 33 (4): 655–679, doi:10.2307/3106585
  • Spears, W.H., Jr. (1969). Greek Fire: The Fabulous Secret Weapon That Saved Europe. ISBN 0-9600106-3-7
  • Toutain, J. (1953), «Le feu grégeois», Journal des Savants (Paris): 77–80
  • Turtledove, Harry, επιμ.. (1982), The chronicle of Theophanes: an English translation of anni mundi 6095-6305 (A.D. 602-813), University of Pennsylvania Press, ISBN 978-0812211283
  • Zenghelis, C. (1932), «Le feu grégeois et les armes à feu des Byzantins», Byzantion (Brussels) VI: 265–286
  • Καρατόλιος, Κ. (2013), Το Υγρόν Πυρ και η συμβολή του στη βυζαντινή ισχύ, εκδόσεις Historical Quest, ISBN 978-618-80309-5-4
 

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Η ανακωχή των Χριστουγέννων

 

 

Τα Χριστούγεννα του 1914 βρήκαν την Ευρώπη στα χαρακώματα, να έχει μόλις ανοίξει έναν μεγάλο κύκλο αίματος, ανάμεσα στην Αντάντ (Μ. Βρετανία και Γαλλία) και τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες (Γερμανία, Αυστροουγγαρία). Ωστόσο, τα πρώτα εκείνα Χριστούγεννα του Μεγάλου Πολέμου, έλαβε χώρα ένα πραγματικά αξιοσημείωτο γεγονός. Οι αντίπαλοι αποφάσισαν να σιγήσουν για λίγο τα όπλα τους, αντευχηθούν, να ανταλλάξουν δώρα και να παίξουν ποδόσφαιρο. Η εκεχειρία κράτησε για μία εβδομάδα και ήταν μία από τις πιο φωτεινές στιγμές ανθρωπιάς στην παγκόσμια πολεμική ιστορία


Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας πριν από τα Χριστούγεννα, Γερμανοί και Βρετανοί στρατιώτες άρχισαν να ανταλλάσσουν γιορτινές ευχές και τραγούδια από τα χαρακώματά τους. Σε μερικές περιπτώσεις η ένταση ελαττώθηκε σε βαθμό που οι στρατιώτες περπατούσαν απέναντι για να κουβεντιάσουν με τους αντιπάλους τους και να τους δώσουν δώρα. Την παραμονή και ανήμερα των Χριστουγέννων πολλοί στρατιώτες και από τις δύο πλευρές επιχείρησαν με δική τους πρωτοβουλία να μεταβούν στην ουδέτερη ζώνη, να κάνουν παρέα και να ανταλλάξουν τρόφιμα και ενθύμια. Παράλληλα, έγιναν κοινές κηδείες, ενώ σε πολλές από τις συναντήσεις οι αντίπαλοι στρατιώτες τραγούδησαν μαζί τα κάλαντα ή έπαιξαν ποδόσφαιρο.

Η ανακωχή του 1914 θεωρείται μια συμβολική στιγμή ανθρωπισμού και ειρήνης μέσα σε μια από τις πιο βίαιες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας. Δεν έλαβε χώρα παντού· σε κάποιες περιοχές του μετώπου οι μάχες συνεχίστηκαν όλη την ημέρα, ενώ σε άλλες απλώς οι δύο πλευρές συνεννοήθηκαν για την αποκομιδή των νεκρών. Τα Χριστούγεννα της επόμενης χρονιάς μερικές μονάδες οργάνωσαν ξανά εκεχειρία με τους αντιπάλους, αλλά αυτό το φαινόμενο δεν ήταν τόσο εκτεταμένο όσο το 1914. Αυτό οφειλόταν μερικώς στις αυστηρές εντολές από τους ανωτέρους και των δύο πλευρών, που απαγόρευαν αυτό τον συγχρωτισμό. Το 1916, μετά από τις χωρίς προηγούμενο αιματηρές μάχες του Σομμ και του Βερτνέν και την εκτεταμένη χρήση χημικών όπλων, όλο και περισσότερο οι στρατιώτες και των δύο πλευρών θεωρούσαν τους αντιπάλους τους ως υπάνθρωπους και έτσι δεν έγιναν απόπειρες για άλλες τέτοιες εκεχειρίες.

Κατά τα πρώτα χρόνια του στατικού πολέμου των χαρακωμάτων οι εκεχειρίες δεν περιορίζονταν στην περίοδο των Χριστουγέννων, αντανακλώντας την αναπτυσσόμενη διάθεση να κοιτάζει κάθε πλευρά τη δουλειά της (live and let live). Έτσι, αντίπαλες μονάδες πεζικού που βρίσκονταν κοντά η μία στην άλλη απέφευγαν υπερβολικά βίαιες συμπεριφορές, συγχρωτίζονταν μεταξύ τους, συζητώντας ή ανταλλάσσοντας τσιγάρα. Σε μερικούς τομείς συμφωνήθηκαν περιστασιακά εκεχειρίες για να μπορέσουν οι στρατιώτες να μεταβούν ανάμεσα στις δύο γραμμές και να συλλέξουν τους τραυματίες και τους νεκρούς, ενώ σε άλλους υπήρχε σιωπηρή συμφωνία να μην ανταλλάσσονται πυροβολισμοί όταν οι άνδρες ξεκουράζονταν, ασκούνταν ή δούλευαν, πλήρως ορατοί στον εχθρό. Οι εκεχειρίες των Χριστουγέννων είναι αξιοσημείωτες λόγω του μεγάλου αριθμού των ανδρών που συμμετείχαν και του βαθμού της συμμετοχής — ακόμα και στους πιο ειρηνικούς τομείς ήταν ασυνήθιστο να δει κανείς δεκάδες αντιπάλους να βρίσκονται μαζί στο φως της ημέρας.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Οι θάνατοι του 1936 και η δικτατορία του Μεταξά

Το 1936 ήταν μια φοβερή, κυριολεκτικά, χρονιά. Ήταν η χρονιά που επιβλήθηκε στην Ελλάδα το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και η χρονιά κατά το πρώτο εξάμηνο της οποίας σημειώθηκαν τέσσερις θάνατοι πολιτικών ηγετών. Σαν από τραγικό παιχνίδι της μοίρας οι θάνατοι αυτοί "ξεκαθάρισαν" με τον πιο απόλυτο τρόπο το μέχρι τότε ακανθώδες πολιτικό τοπίο της χώρας. Σε ένα εξάμηνο η Ελλάδα απώλεσε προσωπικότητες που πρωταγωνίστησαν για τρεις δεκαετίες στον δημόσιο βίο της. Κονδύλης, Βενιζέλος, Δεμερτζής και Τσαλδάρης ήταν οι τέσσερις διατελέσαντες πρωθυπουργοί που απεβίωσαν πριν την επιβολή της δικτατορίας. Ενώ, μετά την 4η Αυγούστου, έφυγαν από τη ζωή ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και ο βετεράνος ήδη τότε Αλέξανδρος Ζαΐμης.

 


Στοιχεία από το σχετικό άρθρο του δημοσιογράφου Παντελή Στεφ. Αθανασιάδη

Το 1935 ήταν χρονιά δραματικών γεγονότων, που δημιούργησαν ρευστή ατμόσφαιρα στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Μια ατμόσφαιρα που κληροδοτήθηκε και στο επόμενο έτος 1936, το οποίο σφραγίσθηκε με την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, αφού προηγήθηκαν και τέσσερις θάνατοι πολιτικών ηγετών, που ουσιαστικά έλυσαν τα χέρια του Ιωάννη Μεταξά.

Ορισμένα από τα πιο δραματικά γεγονότα της χρονιάς εκείνης ήταν:

Το αποτυχημένο κίνημα των Βενιζελικών, της 1ης Μαρτίου.
 
Ο εξαναγκασμός σε παραίτηση του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη, από τους αρχηγούς των Επιτελείων, Παπάγο, Ρέππα, Οικονόμου, στις 10 Οκτωβρίου. Την ίδια ημέρα σχηματίσθηκε κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Κονδύλη, ο οποίος ανέλαβε και αντιβασιλεύς.
 
Το Δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου για την παλινόρθωση της Μοναρχίας και την επιστροφή του Γεωργίου Β΄.
 
Ο Γεώργιος, ανέθεσε τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης για τη διεξαγωγή εκλογών στον νομομαθή Κωνσταντίνο Δεμερτζή. Η ορκωμοσία της έγινε στις 30 Νοεμβρίου 1935.

Η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές στις 26 Ιανουαρίου 1936, αλλά το αποτέλεσμά τους ήταν η ισοψηφία των 143 εδρών μεταξύ των Βενιζελικών του Θεμιστοκλή Σοφούλη και των Λαϊκών του Παναγή Τσαλδάρη. Οι κομμουνιστές του Παλλαϊκού Μετώπου με 15 έδρες είχαν καταστεί ρυθμιστικοί παράγοντες, αλλά οι διαφωνίες των πολιτικών αρχηγών δεν επέτρεπαν τον σχηματισμό κυβέρνησης, παρά τις παρασκηνιακές επαφές του Θεμιστοκλή Σοφούλη με τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, Στέλιο Σκλάβαινα.
 
Ο τραγικός κύκλος των σημαδιακών θανάτων άρχισε από τον πρώτο μήνα του 1936, με τον Γεώργιο Κονδύλη, που πέθανε στις 31 Ιανουαρίου, πέντε μέρες μετά τις διεξαχθείσες εκλογές, οι οποίες έδωσαν ισοψηφία εδρών στα κόμματα των Λαϊκών και των Φιλελευθέρων.

Οι συνεχιζόμενες παρεμβάσεις των αξιωματικών στις πολιτικές εξελίξεις, ανάγκασαν τον βασιλιά Γεώργιο να απομακρύνει τον υπουργό Στρατιωτικών Αλέξανδρο Παπάγο και να διορίσει στη θέση του τον Ιωάννη Μεταξά, στις 5 Μαρτίου.
 
Η κυβέρνηση Δεμερτζή ανανέωσε τη θητεία της στις 14 Μαρτίου 1936, γιατί τα κόμματα εξακολουθούσαν να μη συμφωνούν στον σχηματισμό κυβέρνησης.

Στις 18 Μαρτίου 1936 πεθαίνει στο Παρίσι από καρδιακή προσβολή, συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου, ο εξόριστος Ελευθέριος Βενιζέλος. Η σορός του μεταφέρεται στα Χανιά και όχι στην Αθήνα, μετά από σφοδρές αντιδράσεις αντιπάλων του.

Τρίτος στη σειρά, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Δεμερτζής, εγκαταλείπει τον μάταιο τούτο κόσμο στις 13 Απριλίου 1936. Ο Γεώργιος, χωρίς να συμβουλευθεί τα κόμματα, αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ιωάννη Μεταξά. Η κυβέρνησή του εμφανίζεται στη Βουλή στις 27 Απριλίου 1936 και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης ή ανοχής για να κυβερνήσει έως ότου τα κόμματα συμφωνήσουν στον σχηματισμό κυβέρνησης. Τον καταψήφισε το Παλλαϊκό Μέτωπο και ο Γεώργιος Παπανδρέου.

Η κοινή γνώμη έβλεπε με ανησυχία τους θανάτους αυτούς. Ο Μάρκος Βαμβακάρης σε ένα τραγούδι του (1936) αναφέρθηκε στους τρεις πρώτους από τους τέσσερις συνολικά θανάτους:

Όσοι γινούν πρωθυπουργοί όλοι τους θα πεθάνουν,
τους κυνηγάει ο λαός απ' τα καλά που κάνουν.

Απέθανε ο Κονδύλης μας, πάει κι ο Βενιζέλος,
την πούλεψε κι ο Δεμερτζής που θα 'φερνε το τέλος.

Βάζω υποψηφιότητα πρωθυπουργός να γίνω,
να κάθομαι τεμπέλικα να τρώω και να πίνω.

Και ν' ανεβαίνω στη βουλή, εγώ να τους διατάζω,
να τους πατώ τον αργιλέ και να τους μαστουριάζω.
 
Εν τω μεταξύ, τέταρτος στη σειρά, ο Παναγής Τσαλδάρης, πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς στις 17 Μαΐου. Ο θάνατος του Τσαλδάρη ειδικότερα έδωσε στον Μεταξά την ευκαιρία να παρουσιάζεται αυτός πλέον ως ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του αντιβενιζελικού κόσμου, αμβλύνοντας κατά ένα μέρος τυχόν αντιδράσεις στα σχέδιά του. Οι τέσσερις θάνατοι, άφησαν τη χώρα χωρίς τις ικανές εκείνες προσωπικότητες που θα μπορούσαν να εναντιωθούν στα σχέδια του Μεταξά. 

Μετά την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μεταξά, η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της για το φθινόπωρο, αλλά δεν επρόκειτο ποτέ να τις επαναλάβει. Ο Ιωάννης Μεταξάς, επέβαλε στις 4 Αυγούστου δικτατορία…
 

*Το θέμα πρωτοπαρουσιάστηκε στον τηλεοπτικό σταθμό της Βουλής των Ελλήνων.
 

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Δεκεμβριανά 1944

Στις 3 Δεκεμβρίου του 1944, σχεδόν δύο μήνες από την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς, ξεσπούν στην πρωτεύουσα μάχες ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στις κυβερνητικές δυνάμεις που υποστηρίζονται από τον βρετανικό στρατό. Πρόκειται για τα λεγόμενα "Δεκεμβριανά", που έμελλε να αποτελέσουν το πρελούδιο του αδελφοκτόνου Εμφυλίου Πολέμου του 1946-1949.

 


Η γενικότερη κατάσταση

Η πανηγυρική ατμόσφαιρα της απελευθέρωσης δεν μπορούσε να αποκρύψει τα μεγάλα προβλήματα που παρέμειναν στη χώρα. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα ενώ τμήμα του ΕΛΑΣ την υποδέχτηκε με τιμητικό άγημα. Παράλληλα ο ΕΛΑΣ κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας. Γερμανικές δυνάμεις παρέμεναν στην Κρήτη, στα Δωδεκάνησα και σε διάφορα άλλα νησιά του Αιγαίου. Η κατάσταση ήταν χαώδης. Η Ελλάδα είχε ερημωθεί, ο λαός πεινούσε, χρήματα δεν υπήρχαν, ενώ πολιτικά η χώρα ήταν χωρισμένη σε αντίπαλα στρατόπεδα.

Η βαθύτερη αιτία ήταν η διαμάχη ανάμεσα στις δυνάμεις που διεκδικούσαν την εξουσία της μεταπολεμικής Ελλάδας: Από τη μία το ΕΑΜ, το οποίο ελεγχόταν από το ΚΚΕ, αλλά είχε ευρύτερη απήχηση, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα και τις τάξεις των διανοουμένων. Το ΕΑΜ, που είχε καταστεί ισχυρότατος πολιτικός και στρατιωτικός μηχανισμός, όντας η σημαντικότερη αντιστασιακή δύναμη στην κατεχόμενη Ελλάδα, κατείχε de facto τις περισσότερες περιοχές της χώρας (εκτός κάποιων νησιών του Αιγαίου, της Κρήτης, της Ηπείρου και της Αθήνας, όπου μαίνονταν μάχες με τα τάγματα ασφαλείας και τη Χ) μετά το τέλος του πολέμου και ήθελε να αποτρέψει την επάνοδο του βασιλιά, καθώς και την τυχόν ανασύσταση δικτατορικού καθεστώτος, όπως εκείνο της μεταξικής περιόδου. Από την άλλη πλευρά είχε συνασπιστεί το σύνολο των αστικών δυνάμεων, τα κόμματα δηλαδή του φιλελεύθερου Κέντρου και της συντηρητικής Δεξιάς, που επεδίωκαν τη διατήρηση της χώρας στον δυτικό κόσμο, απολαμβάνοντας την υποστήριξη των Βρετανών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σκηνικό αυτό είχαν ενεργό συμμετοχή πολλοί πρώην συνεργάτες των Γερμανών, μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Οργάνωσης Χ, οι οποίοι, υπό τον μανδύα του αντικομμουνισμού, βρήκαν την ευκαιρία να κρύψουν το δωσιλογικό παρελθόν τους κατά της διάρκεια της Κατοχής και να αναβαπτιστούν περίπου ως "ήρωες" σε έναν ακήρυχτο πόλεμο εναντίον της "κομμουνιστικής απειλής".

Το σημείο αιχμής και το συλλαλητήριο

Το σημείο που τελικά οδήγησε στην κρίση ήταν ο αφοπλισμός των αντάρτικων ομάδων, προς δημιουργία εθνικού στρατού. Το θέμα αυτό θα μπορούσε να καθορίσει αποφασιστικά την κατανομή της εξουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.

Η ηγεσία του ΕΑΜ ζητούσε επίμονα την επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας και είχε, εν τω μεταξύ, θέσει ως επιπλέον όρους συμφωνίας τον αφοπλισμό της Τρίτης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Την 1η Δεκεμβρίου, ο στρατηγός Σκόμπυ εξέδωσε διαταγή αφοπλισμού των αντιστασιακών ομάδων, συνοδεύοντάς την από διάγγελμα στο οποίο ανέφερε ότι αν η εντολή του δεν γινόταν δεκτή, θα προέκυπταν ολέθριες συνέπειες. Αντιλαμβανόμενος το αδιέξοδο, ο Αλέξανδρος Σβώλος συναντήθηκε με τον επικεφαλής της εν Ελλάδι σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής, συνταγματάρχη Ποπώφ, με πρόθεση να τον πείσει προκειμένου να αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο προς τους ηγέτες του ΚΚΕ, ώστε οι τελευταίοι να εγκαταλείψουν την αδιαλλαξία τους και να αποφευχθεί έτσι η ρήξη, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Ως αντίδραση, καθώς αντιλαμβάνονταν ότι η κατάσταση οδηγείτο στη σύρραξη, οι υπουργοί που ανήκαν στο ΕΑΜ παραιτήθηκαν στις 2 Δεκεμβρίου του 1944 (εκτός του στρατηγού Σαρηγιάννη, που το έπραξε λίγες μέρες αργότερα), ενώ το ΕΑΜ ζήτησε άδεια για συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην πλατεία Συντάγματος. Την ίδια μέρα (2 Δεκεμβρίου) η ηγεσία του ΕΑΜ κήρυξε γενική απεργία, εξέδωσε διαταγή προς την εαμική πολιτοφυλακή να μην παραδώσει οπλισμό στην κρατική Εθνοφυλακή και ανακοίνωσε ανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ.

Ύστερα από αυτές τις αποφάσεις η κυβέρνηση παρά την αρχική αποδοχή τελικά το απαγόρεψε. Μέλη του ΕΑΜ της Αθήνας την Κυριακή 3 Δεκέμβρη αψηφώντας την κυβερνητική απαγόρευση κατέκλυσε ειρηνικά την πλατεία Συντάγματος, εξάλλου ούτε επί γερμανοϊταλικής κατοχής δεν σταμάτησε να διαδηλώνει. Η παρουσία μερικών ένοπλων πολιτοφυλάκων του ΕΑΜ διάσπαρτων εντός του πλήθους (ως ομάδα περιφρούρησης) του συλλαλητηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη πως το τελευταίο δεν ήταν άοπλο.

Η διαδήλωση, που είχε μεγάλη συμμετοχή, πνίγηκε στο αίμα όταν αστυνομικοί αλλά και μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης "Χ" που βρίσκονταν ακροβολισμένοι στα γύρω κτήρια, άρχισαν να πυροβολούν αδιακρίτως προς το πλήθος. Ο απολογισμός της επίθεσης ήταν 33 νεκροί και περισσότεροι από 140 τραυματίες. Αν και μερικοί φιλοκυβερνητικοί συγγραφείς, όπως ο Γουντχάους, υποστήριξαν πως δεν ήταν σαφές ποιος άνοιξε πρώτος πυρ, η αστυνομία, οι Βρετανοί ή οι διαδηλωτές. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, ο αρχηγός της Αστυνομίας Αθηνών Άγγελος Έβερτ παραδέχτηκε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ακρόπολη πως ο ίδιος διέταξε την βίαιη διάλυση των διαδηλωτών, βάσει διαταγών που είχε λάβει. Ο δεκαπεντάχρονος τότε Νίκος Φαρμάκης που ανήκε στη αντι-ΕΑΜική οργάνωση "Χ" και συμμετείχε, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, στους πυροβολισμούς, μαρτυρά πως το σήμα το έδωσε ο Έβερτ από παράθυρο της Αστυνομικής Διεύθυνσης με ένα μαντήλι. Οι ακροβολισμένοι είχαν δεχτεί προηγουμένως την εντολή: "Δεν θα πυροβολήσετε μέχρις ότου αυτοί πατήσουν τον Άγνωστο· όταν πατήσουν τον Άγνωστο, πυρ κατά βούληση.".

Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, μέλη του ΕΑΜ προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Σύμφωνα με την εκδοχή της 6ης Αχτίδας του ΚΚΕ, οι διαδηλωτές δέκτηκαν επίθεση από τους άντρες της φρουράς του Παπανδρέου και είχαν 5 νεκρούς.

Το απόγευμα της 3ης Δεκεμβρίου ο στρατηγός Σκόμπι διέταξε την απομάκρυνση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από την Αθήνα. Το βράδυ της ίδιας ημέρας σημειώθηκε το πρώτο καθαρό πολεμικό επεισόδιο των Δεκεμβριανών, όταν αγγλική μονάδα τεθωρακισμένων αφόπλισε στην περιοχή του Παλαιού Ψυχικού το 2ο σύνταγμα της 2ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ. το οποίο παραδόθηκε αμαχητί καθώς δεν είχε εντολές εμπλοκής με Βρετανικά στρατεύματα και η διοίκησή του αδικαιολόγητα απουσίαζε. Από τον αφοπλισμό του 2ου συντάγματος και έπειτα θεωρήθηκε για τον ΕΛΑΣ εσχάτη προδοσία να παραδίδουν τα όπλα τους στους Βρετανούς.
 
Την επόμενη ημέρα τα ξημερώματα, στην περιοχή του Θησείου διεξήχθη η πρώτη μάχη ανάμεσα σε δύο τάγματα του ΕΛΑΣ και το σύνολο της Οργάνωσης Χ που έδρευε στην περιοχή. Η μάχη διήρκεσε μερικές ώρες και ο ΕΛΑΣ κατέβαλε την άμυνα των αντιπάλων του, όμως οι Βρετανοί επενέβησαν με άρματα και μετέφεραν τον αρχηγό της Οργάνωσης Χ, Γεώργιο Γρίβα, στο βρετανοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας. Την ίδια ημέρα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν σε κατάληψη πολλών αστυνομικών τμημάτων στον Πειραιά και σε περιοχές περιμετρικά του κέντρου της Αθήνας, όπως στην Κυψέλη, στον Νέο Κόσμο, στους Αμπελόκηπους, στον Κολωνό, στα Πατήσια και αλλού. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν στις φυλακές στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης τις οποίες κατέλαβαν. Τα γεγονότα προκάλεσαν κυβερνητική κρίση με τον πρωθυπουργό της κυβέρνησης Γεώργιο Παπανδρέου να εκδηλώνει το βράδυ της ίδιας ημέρας την πρόθεση του να παραιτηθεί. Η βρετανική πλευρά αντέδρασε άμεσα και απαίτησε να παραμείνει στη θέση του.
Στις 4 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκε η γενική απεργία που είχε προκηρύξει το ΕΑΜ από τις 2 Δεκεμβρίου και τελέστηκε η κηδεία των θυμάτων του συλλαλητηρίου της προηγούμενης μέρας. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη της Αθήνας και στη συνέχεια η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε προς το Σύνταγμα. Η πορεία αυτή χτυπήθηκε ξανά με πυροβολισμούς, κυρίως από μέλη της οργάνωσης Χ και ταγματασφαλίτες που διέμεναν σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας, με αρκετούς νεκρούς.

Η πρώτη εμφύλια σύγκρουση διήρκεσε 33 ημέρες και είχε βαρύ φόρο αίματος και για τις δύο παρατάξεις. Στον πιο αποδεκτό "πίνακα απωλειών" των αντιμαχόμενων πλευρών στις μάχες της Αθήνας, οι βρετανικές δυνάμεις είχαν 210 νεκρούς, 55 μόνιμα αγνοούμενους και 1100 αιχμαλώτους στα χέρια του ΕΛΑΣ. Οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν 3480 νεκρούς (889 ανήκαν στη χωροφυλακή και την αστυνομία και 2540 στα στρατιωτικά τμήματα) και πολλούς αιχμαλώτους. Οι απώλειες του ΕΛΑΣ υπολογίστηκαν στους 2-3 χιλιάδες νεκρούς και 7-8 χιλιάδες αιχμαλωτισθέντες, χωρίς στους τελευταίους να υπολογίζονται οι αριστεροί πολίτες και οπαδοί του ΕΑΜ που συνέλαβαν οι Βρετανοί. Οι συνολικές απώλειες από τις 33 μέρες συγκρούσεων ανήλθαν στον αριθμό των 17.000 νεκρών, δηλαδή περισσότερων από όσους χάθηκαν στον πόλεμο του 1940-41 (15.000)

Τελικά, στις 6 Ιανουαρίου του 1945 οι δυνάμεις του ΕΑΜ αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την Αθήνα και τον Πειραιά. Πέντε μέρες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου, οι μάχες τερματίστηκαν, μετά από συμφωνία του ΕΑΜ με τον στρατηγό Σκόμπι. Μετά την ήττα του, ο ΕΛΑΣ (υπό την ηγεσία του Σιάντου) αποχώρησε από την Αθήνα, μαζί με χιλιάδες αιχμαλώτους, αμάχους και μη, ως αντιστάθμισμα στην προηγηθείσα πράξη των Βρετανών που μετέφεραν έναν μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων (που υπολογίζεται στους 7.540), σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μέση Ανατολή. Χαρακτηριστική του χάους της εποχής είναι η περίπτωση του τότε 13χρονου και μετέπειτα αστού συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα ο οποίος κρατήθηκε από τον ΕΛΑΣ ως όμηρος μαζί με τη μητέρα του και αγρότερα κατέγραψε τις εμπειρίες του σε κάποια από τα έργα του ("Τα Χιόνια του Δεκέμβρη..." κ.α.).

Ήταν η πρώτη σοβαρή εκδήλωση του επερχόμενου εμφύλιου σπαραγμού, που επρόκειτο να σημαδέψει για πολλές δεκαετίες την ελληνική κοινωνία και πολιτική.

Ενδεικτική βιβλιογραφία



Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Εφημερίδα "Αμάλθεια"


Αφιέρωμα στη μακροβιότερη ελληνική εφημερίδα της Σμύρνης, που εκδιδόταν για σχεδόν έναν αιώνα. Το τέλος της ήρθε αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αφήνοντας πίσω της πλούσιο πνευματικό έργο για τον ξεριζωμένο Ελληνισμό της Ιωνίας.


Η Αμάλθεια ιδρύθηκε από τον Ελληνοσουηδό μαθηματικό Κωνσταντίνο Ροδέ στις 6 Αυγούστου του 1838. Αρχικά τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Αντ.Πατρίκιου και κυκλοφορούσε κάθε Σάββατο απόγευμα σε ημίφυλλο ενώ από την επόμενη χρονιά άρχισε να τυπώνεται σε ιδιόκτητο τυπογραφείο. Ενημέρωνε τους Έλληνες της Σμύρνης για τοπικές και διεθνείς ειδήσεις και δημοσίευε και ποιήματα και σύντομα ξεπέρασε τα πενήντα αντίτυπα γεγονός πρωτόγνωρο για τα δημοσιογραφικά πράγματα της πόλης εκείνη την εποχή.

Το 1840 την εφημερίδα ανέλαβε ο Ιάκωβος Σαμιωτάκης ο οποίος την πούλησε σαραντα δύο χρόνια αργότερα, αντί 650 χρυσών λιρών, στους Σωκράτη Σολωμονίδη και Γεώργιο Υπερίδη. Πλέον κυκλοφορούσε καθημερινά εκτός Τρίτης και Κυριακής, την δε Κυριακή εκδιδόταν ειδικό, δωρεάν για τους συνδρομητές, οκτασέλιδο στο οποίο εκτός από ειδήσεις δημοσιευόταν διηγήματα, πραγματείες, συνταγές μαγειρικής και συμβουλές υγιεινής. Τον Ιούλιο του 1887 γιορτάστηκαν τα πενήντα χρόνια της εφημερίδας με επίσημο γεύμα στο ξενοδοχείο Huck στο οποίο παρεβρέθησαν αντιπρόσωποι των αρχών της πόλης και διευθυντές όλων των ελληνικών και ξένων εφημερίδων της Σμύρνης.

Κάθε χρόνο από το 1888 μέχρι το 1894 η Αμάλθεια εξέδιδε εικονογραφημένα και πολυσέλιδα ημερολόγια-οδηγούς της Σμύρνης με πολυτελή βιβλιοδεσία στα οποία απεικονιζόταν η φιλολογική, εμπορική και κοινωνική ζωή της πόλης. Από το 1895 αντί του ημερολογίου-οδηγού εκδιδόταν πολυσέλιδα εικονογραφημένα φύλλα σε μεγάλο σχήμα και τρία χρόνια αργότερα ξεκίνησε να δίνει στους συνδρομητές της λογοτεχνικές εκδόσεις που τυπωνόταν στο τυπογραφείο της.

Η Αμάλθεια 'ηταν η πρώτη εφημερίδα στη Σμύρνη που άρχισε να πουλά τα φύλλα της στο δρόμο (1889). Τα επόμενα χρόνια η κυκλοφορία της έφτασε τα 2500 φύλλα και είχε εκατοντάδες συνδρομητές στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, στα νησιά του Αιγαίου, στην Μακεδονία και σε άλλες χώρες.

Στο γλωσσικό ζήτημα οι συντάκτες της εφημερίδας τάχθηκαν κατά της δημοτικής γλώσσας και τη διετια 1907-1908 η πολεμική της εφημερίδας κατά των δημοτικιστών έγινε ιδιαίτερα σφοδρή. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Ιούνιο του 1899 δημοσιεύτηκε στην Αμάλθεια κατάλογος αρχαίων και νεότερων ελληνικών ονομάτων και ζητήθηκε από το δήμο τα ονόματα αυτά να αντικαταστήσουν τις υπάρχουσες ονομασίες συνοικιών και δρόμων προκειμένου η πόλη να ξαναβρεί τη χαμένη της αίγλη.

Αρχικά η Αμάλθεια χαιρέτησε με ενθουσιασμό το σύνταγμα του 1908, λίγο αργότερα όμως, και καθώς είχαν αρχίσει να γίνονται αντιληπτές οι πραγματικές προθέσεις των Νεοτούρκων, η εφημερίδα άλλαξε στάση στο θέμα.

Ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή οι Σολωμονίδης και Υπερίδης προσπάθησαν να συνεχίσουν την έκδοση της εφημερίδας στην Αθήνα χωρίς όμως επιτυχία. Το τελευταίο φύλλο της Αμάλθειας κυκλοφόρησε στις 28 Οκτωβρίου του 1923.

Πηγή: Ε/Ιστορικά - Η Σμύρνη πριν την καταστροφή, 29 Αυγούστου 2002