Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Η άνοδος των Ναζί

Στις 31 Ιουλίου του 1932 το Ναζιστικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ πήρε για πρώτη φορά μεγάλο ποσοστό στις γερμανικές εκλογές. Με 32% οι Ναζί αναδείχθηκαν σε πρώτη δύναμη στο Ράιχσταγκ, μη μπορώντας ωστόσο να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Οι εξελίξεις που θα ακολουθούσαν όμως θα τους έφερναν στην εξουσία τον αμέσως επόμενο χρόνο.



Ιστορικό πλαίσιο

Το 1931 και το 1932 η πολιτική κρίση στη Γερμανία βαθαίνει, καθώς η οικονομική κρίση είναι στο απόγειό της. Το 1932 ο Χίτλερ βάζει υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αντίπαλο τον παλιό ήρωα, στρατάρχη Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Στον πρώτο γύρο καταφέρνει να συγκεντρώσει το 30% έναντι 49% του Χίντενμπουργκ και στον δεύτερο συγκεντρώνει περίπου 37%, χάνοντας την εκλογή από τον Χίντενμπουργκ, που συγκεντρώνει το 53%. Οι εκλογές αυτές αποτελούν ένα είδος δημοσκόπησης τόσο για το Κόμμα όσο και για τον Ηγέτη του. Από τον πολιτικό λόγο του Κόμματος έχει πέσει σε δεύτερη μοίρα ο έντονος αντισημιτισμός (χωρίς, φυσικά, να εκλείψει ποτέ εντελώς). Οι Γερμανοί δίνουν την ψήφο τους στον Χίτλερ κατά κύριο λόγο επειδή υπόσχεται να αναθερμάνει την οικονομία (παρ' ότι δεν έχει εξαγγείλει συγκεκριμένα μέτρα) και επειδή υπόσχεται να αποκαταστήσει τον νόμο και την τάξη. Αυτό είναι σημαντικό για τους πολίτες, καθώς τα SA, αριθμώντας ήδη 400.000 μέλη, είναι μια από τις αντιμαχόμενες οργανώσεις (και τα άλλα μεγάλα Κόμματα, SPD και KPD, διαθέτουν αντίστοιχες ομάδες κρούσης), που μετατρέπουν πολλές γερμανικές πόλεις κυριολεκτικά σε πεδία μάχης. Κυρίως, όμως, υπόσχεται να αποκαταστήσει το γερμανικό γόητρο, το οποίο είχε ταπεινωθεί από τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών και του Σεν Ζερμέν. Κανένα στέλεχός του, βεβαίως, δεν παραλείπει να αναφέρει ότι το Κόμμα θα προστατεύσει (η έκφραση που χρησιμοποιείται είναι "θα σώσει") τη χώρα από την "κομμουνιστική απειλή".

Πρώτη δύναμη στις εκλογές

Νέες εκλογές διεξάγονται τον Ιούλιο του 1932. Ο επικεφαλής της Προπαγάνδας του Κόμματος, δρ. Γκέμπελς, και η ρητορική δεινότητα του Χίτλερ, καταφέρνουν να εκτοξεύσουν το ποσοστό του NSDAP στο 37,4% και στις 230 έδρες στο Ράιχσταγκ, φέρνοντάς το στην πρώτη θέση στη Γερμανία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παίρνει 14,6% αλλά, όπως είναι φυσικό, ο σχηματισμός κυβέρνησης συνασπισμού είναι αδύνατος, καθώς οι ιδεολογικές διαφορές των δύο κομμάτων είναι αγεφύρωτες. Σχηματίζονται, έτσι, κυβερνήσεις μειοψηφίας, που αδυνατούν να επιλύσουν τα οξύτατα προβλήματα της οικονομίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αναγνωρίζει ως κύριο αντίπαλο το NSDAP αλλά το Σοσιαλιστικό Κόμμα και αυτό κάνει χαλαρότερη την αντιπολίτευση απέναντι στους Ναζιστές.

Άνοδος και απόλυτη εξουσία

Ο Καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν προκηρύσσει νέες εκλογές για τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ελπίζοντας να επιτύχει συσχετισμούς που να επιτρέπουν τον σχηματισμό ισχυρής κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα για το NSDAP προκαλεί έκπληξη: Το ποσοστό του πέφτει στο 33% και στις 196 έδρες. Σε αυτό συνέβαλε η μερική υποχώρηση της οικονομικής κρίσης αλλά και ο φόβος των ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης, που το είχαν υποστηρίξει στις προηγούμενες εκλογές, ότι πράγματι το NSDAP μπορεί να ερχόταν στην εξουσία. Οι Ναζιστές, από την άλλη, έλαβαν το μήνυμα των εκλογών: Έπρεπε να πάρουν την εξουσία τώρα, πριν τα ποσοστά του Κόμματος μειωθούν ακόμη περισσότερο. Απαιτούν από τον Πρόεδρο να ονομάσει τον Χίτλερ Καγκελάριο, αφού είναι ο ηγέτης του πρώτου κόμματος στις εκλογές. Ο φον Πάπεν, ο διάδοχός του Κουρτ φον Σλάιχερ, και πολλοί μεγαλοεπιχειρηματίες, όπως οι Κρουπ, πιέζουν τον - σφοδρά αντιτιθέμενο - Χίντενμπουργκ προς αυτή την κατεύθυνση. Τελικά, ο Πρόεδρος ενδίδει και ονομάζει τον Χίτλερ Καγκελάριο στις 30 Ιανουαρίου 1933. Η Κυβέρνηση που συγκροτείται περιλαμβάνει πολύ λίγους Ναζιστές, αλλά το Κόμμα ξέρει πολύ καλά τη δουλειά του: Στις 27 Φεβρουαρίου ξεσπά η πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ και οι Ναζί κατηγορούν τους Κομμουνιστές, καθώς συλλαμβάνεται στον τόπο της πυρκαγιάς ως υπεύθυνος ο νεαρός Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη θέση του και πείθει τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να εκδώσει το "Διάταγμα της Εξουσιοδοτήσεως" (γερμ. Ermächtigungsgesetz), με το οποίο αναστέλλονται οι δημοκρατικές ελευθερίες που είχε επιφέρει η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το πλήρες και ορθό όνομα του νόμου είναι «Νόμος για την σωτηρία του λαού και του Ράιχ, 24.03.1933». Το Κομμουνιστικό Κόμμα κηρύσσεται εκτός νόμου, οι ηγέτες του συλλαμβάνονται και τα μέλη του διώκονται.

Έχοντας απαλλαγεί από έναν βασικό ιδεολογικό αντίπαλο, ο Χίτλερ προκαλεί νέες εκλογές για τον Μάρτιο του 1933, με σκοπό να αποκτήσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Οι εκλογές διεξάγονται με τον Χίτλερ Καγκελάριο και το αποτέλεσμα δίνει το 44% των ψήφων και 288 έδρες στο NSDAP. Έχοντας υποστηρικτή το μικρό Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP), οι Εθνικοσοσιαλιστές επιτυγχάνουν την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, με 52%. Η κυριαρχία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος αρχίζει. Θα λήξει μόνον με τον τερματισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, τον Μάιο του 1945.

Βιβλιογραφία

  • William Shirer, The Rise and Fall of the 3rd Reich, Touchstone Books (Simon and Schuster), New York, 1981.
  • Ian Kershaw, Hitler, 1889-1936: Hubris, W.W. Norton, 2000
  • Ian Kershaw, The Hitler Myth: Image and Reality in the Third Reich, Oxford University Press, 2001
  • Richard J. Evans, The Coming of the Third Reich, Penguin, 2004

Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Μάχη των Λεύκτρων, 371 π.Χ.

Τον Ιούλιο του 371 π.Χ. έλαβε χώρα στα Λεύκτρα της Βοιωτίας μια καθοριστική μάχη, το αποτέλεσμα της οποίας μετέβαλε τους συσχετισμούς δυνάμεων ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις-κράτη. Θηβαίοι και Σπαρτιάτες συγκρούστηκαν σκληρά και το αποτέλεσμα ήταν να καταρριφθεί ο μύθος του αήττητου των Λακεδαιμονίων. Στη μάχη αυτή, πέρα από τα πολιτικά αποτελέσματα, αναδείχθηκαν και άλλα δύο στοιχεία: Η στρατιωτική μεγαλοφυΐα του Θηβαίου στρατηγού Επαμεινώνδα, αλλά και οι νεωτερισμοί που εφαρμόστηκαν στη χρησιμοποίηση του ιππικού και της πολεμικής τακτικής.


Πρελούδιο της μάχης

Αφορμή στον μεταξύ Σπάρτης και Θηβών πόλεμο έδωσε η στάση του θηβαίου στρατηγού Επαμεινώνδα στο συνέδριο των ελληνικών πόλεων-κρατών που είχε συνέλθει στη Σπάρτη μετά την Ανταλκίδειο Ειρήνη. Ο Επαμεινώνδας επέμενε να αναγνωρισθεί ως αντιπρόσωπος όλων των βοιωτικών πόλεων και όχι μόνο της Θήβας, πράγμα που όχι μόνο δεν δέχθηκαν οι αντιπρόσωποι των άλλων πόλεων αλλά απέκλεισαν τους Θηβαίους από το συνέδριο. Τότε οι Έφοροι της Σπάρτης διέταξαν επιπρόσθετα, προκειμένου να πτοήσουν τους Θηβαίους, τον ευρισκόμενο στη Φωκίδα και κοντά στη περιοχή, Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεόμβροτο, να εισβάλει στη Βοιωτία. Οι Σπαρτιάτες αριθμούμενοι σε 10.000 έφθασαν στην περιοχή και στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα των Λεύκτρων, ανατολικά του Ελικώνα, 15 χιλιόμετρα έξω από τη Θήβα. Οι Θηβαίοι ανερχόμενοι σε 6.000 έφθασαν στην περιοχή από τα βόρεια και στην αρχή δείλιασαν. Ο στρατηγός τους Επαμεινώνδας τούς ενθάρρυνε και εφάρμοσε για πρώτη φορά στην ιστορία των μέχρι τότε πολέμων μια νέα στρατιωτική τακτική, η οποία και τον ανέδειξε σε έναν από τους ευφυέστερους στρατηγούς όλων των εποχών.


Η πολεμική τακτική του Επαμεινώνδα

Εκείνη την εποχή οι περισσότερες ελληνικές πόλεις-κράτη είχαν υιοθετήσει τη φάλαγγα ως κύριο τον στρατιωτικό σχηματισμό τους. Οι φάλαγγες, τετράγωνα βάθους οκτώ ή δέκα στρατιωτών με θώρακες, ασπίδες και μακρά δόρατα, μπορούσαν να διασπάσουν τις παραδοσιακές αμυντικές γραμμές του πεζικού και, με την πάροδο δεκαετιών εφαρμογής τους, είχαν αποδειχθεί άκρως αποτελεσματικό μέσο μάχης. Όταν συγρκούονταν στρατοί που χρησιμοποιούσαν αμφότεροι τη φάλαγγα, οι σχηματισμοί τους πίεζαν ο ένας τον άλλο μέχρι να υποχωρήσει κάποιος. Η εκπαίδευση των στρατιωτών ήταν σημαντική, αλλά συνήθως οι φάλαγγες καθόριζαν τον νικητή.

Μολονότι υστερούσε αριθμητικά, ο Επαμεινώνδας γνώριζε καλύτερα το έδαφος της περιοχής και είχε το πλεονέκτημα αρκετών καινοτομιών στην οργάνωση και την τακτική του στρατού του. Για να υπερκεράσει την αριθμητική κατωτερότητά του, αύξησε σε 50 τον αριθμό των σειρών της φάλαγγας στην αριστερή πτέρυγα. Επίσης, για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή την "καλύτερη φάλαγγα", ο Θηβαίος ηγέτης τοποθέτησε στο κέντρο της μια επίλεκτη μονάδα από 300 στρατιώτες, που έγινε γνωστή ως Ιερός Λόχος, ενώ στα μετόπισθεν τοποθέτησε τη μικρότερη δεξιά φάλαγγα. Μια επίθεση στην αδύναμη δεξιά φάλαγγα θα άφηνε εκτεθειμένη την εχθρική πτέρυγα στην πανίσχυρη θηβαϊκή δύναμη που βρισκόταν στα αριστερά.

Ως προς το ιππικό, οι Θηβαίοι σχεδίασαν μια νεωτεριστική χρήση του που δεν είχε εφαρμοστεί ξανά, καθώς μέχρι τότε οι ιππείς χρησίμευταν περισσότερο ως ανιχνευτές παρά ως πολεμιστές. Ο Επαμεινώνδας αποφάσισε να αρχίσει τη μάχη με το ιππικό του εναντίον των Σπαρτιατών ιππέων ώστε να τους απομακρύνει από το πεδίο της μάχης και να δημιουργήσει σύγχυση στις τάξεις του πεζικού.

Οι παρατάξεις των αντιπάλων

Η Μάχη

Στις 6 Ιουλίου του 371 π.Χ. οι δυο στρατιές βρέθηκαν αντιμέτωπες στην πεδιάδα των Λεύκτρων. Ο Επαμεινώνδας ξεκίνησε τη μάχη όπως είχε σχεδιάσει, με επίθεση του ιππικού του, καταφέρνοντας να απομακρύνει εύκολα τους Σπαρτιάτες. Ορισμένα άλογα των Θηβαίων εισχώρησαν στις φάλαγγες των Σπαρτιατών και διέσπασαν τον σχηματισμό τους. Ο Ιερός Λόχος προήλασε και απώθησε εύκολα τον μικρότερο σχηματισμό στην αριστερή πτέρυγα. Άλλες σπαρτιατικές φάλαγγες προσπάθησαν να επωφεληθούν από τη θηβαϊκή διείσδυση για να περικυκλώσουν τους επιτιθέμενους, αλλά αποκόπηκαν από την εχθρική δεξιά πτέρυγα. Καθώς οι δυο θηβαϊκές δυνάμεις κινήθηκαν προς τα εμπρός, οι πιεζόμενες σπαρτιατικές μονάδες διαλύθηκαν. Μερικοί Σπαρτιάτες πεζοί πολέμησαν σκληρά για να φθάσουν στο πίσω μέρος, αλλά πάνω από 2.000 έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

Οι θηβαϊκές απώλειες ήταν μόλις μερικές εκατοντάδες άνδρες, αλλά ο εξαντλημένος στρατός δεν μπορούσε να συνεχίσει την επίθεση. Άλλωστε δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο καθώς το καταρακωμένο ηθικό των Σπαρτιατών δεν επέτρεψε στον στρατό τους να διακριθεί ποτέ ξανά.


Στα επόμενα χρόνια

Αθήνα και Θήβα μονομάχησαν στα επόμενα χρόνια για το ποια θα κέρδιζε την απόλυτη ηγεμονία στις ελληνικές πόλεις-κράτη. Μοναδικό αποτέλεσμα της αδηφάγου φιλονικείας ήταν η αμοιβαία εξασθένιση των στρατών τους. Έτσι, το 338 π.Χ. ο Φίλιππος της Μακεδονίας, επωφελούμενος από την κόπωση των δύο ηγεμονικών πόλεων, νίκησε μια κοινή δύναμη Αθηναίων και Θηβαίων στη Χαιρώνεια. Πλέον οι Μακεδόνες έγιναν οι απόλυτοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και πέτυχαν αυτό που οι τρεις προηγούμενες διαδοχικά αναδειχθείσες δυνάμεις (Αθήνα, Σπάρτη, Θήβα) δεν είχαν καταφέρει: Να ενώσουν όλους τους Έλληνες ("πλην Λακεδαιμονίων" βεβαίως). Με τον Φίλιππο η Ελλάδα επεξέτεινε τα όριά της και διέδωσε τον πολιτισμό της σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Μετά τον θάνατό του, ο γιος του, ο Μέγας Αλέξανδρος, επεξέτεινε κι άλλο τα ελληνικά σύνορα, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη και πιο κραταιά αυτοκρατορία της εποχής εκείνης. Στο στρατιωτικό σκέλος, Φίλιππος και Αλέξανδρος χρησιμοποίησαν ευρύτατα και τελειοποίησαν τη φάλαγγα, ενώ καθιέρωσαν το ιππικό ως αναπόσπαστο τμήμα στις εκστρατείες τους, μέσα από τις οποίες συνέβαλαν στη διαιώνιση του θαυμαστού πολιτισμού και της πολιτικής των Ελλήνων.


ΠΗΓΗ

Michael Lee Lanning, Οι 100 Μεγαλύτερες Μάχες Όλων των Εποχών >> Λεύκτρα (σελ. 308), Επιμέλεια: Ελένη Κεκροπούλου, Μετάφραση: Γ. Κουσουνέλος, Εκδόσεις Ενάλιος


Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Πάντειο Πανεπιστήμιο: 84 χρόνια ιστορίας σε ένα μουσείο!

Στις 18 Νοεμβρίου του 1930 τελέστηκαν τα εγκαίνια της τότε Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Ήταν η πρώτη σχολή πολιτικών επιστημών που ιδρύθηκε στην Ελλάδα, στο πρότυπο της Ελευθέρας Σχολής Πολιτικών Επιστημών των Παρισίων, στην οποία είχαν φοιτήσει -σε άλλη χρονική στιγμή ο καθένας- οι δύο ιδρυτές της Παντείου, ο Αλέξανδρος Πάντος και ο Γεώργιος Φραγκούδης.



Στις 30 Ιουνίου 2014 η πολυετής ιστορία προσφοράς στην ακαδημαϊκή ζωή της χώρας και στην εξέλιξη των πολιτικών επιστημών βρήκε επιτέλους τη θέση που της αναλογεί, στο νέο Μουσείο Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου "Γεώργιος Φραγκούδης", το οποίο εγκαινιάστηκε σε μια ιδιαίτερα συγκινητική και μεστή τελετή. Το μουσείο βρίσκεται στον πρώτο όροφο του παλαιού κτηρίου της σχολής, ενώ φιλοδοξία των παρουσών πρυτανικών αρχών είναι όλο το παλαιό κτήριο να μετατραπεί κάποια στιγμή σε βιβλιοθήκη και οι διοικητικές υπηρεσίες να μεταφερθούν στην Πτέρυγα Στασινόπουλου.

Πάντος και Φραγκούδης

Ο Αλέξανδρος Πάντος ήταν εκείνος που με τη διαθήκη του κληροδότησε την περιουσία του στο ελληνικό κράτος ώστε να ιδρυθεί ανώτατη σχολή πολιτικών επιστημών που θα φέρει το όνομά του. Εκείνος όμως που συνέλαβε, οργάνωσε και υλοποίησε το όλο εγχείρημα ήταν ο Κύπριος Γεώργιος Φραγκούδης. Καταγόμενος από ιστορική οικογένεια της Λεμεσού, Σπούδασε Νομι­κά στην Αθήνα και Πολιτικές Επι­στήμες στο Παρίσι. Κοσμογυρισμένος, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα δημοσιογραφεί και εμπλέκεται στην πολιτική. Το Δεκέμβριο του 1923 εκλέγεται πληρεξούσιος Αθηνών και Πειραιώς. Μέσα στην Εθνοσυνέλευση ήταν αρχηγός ομάδας μεταρρυθμιστών. Εξέδιδε άλλωστε- μαζί με τον Κουτούπη- την εφημερίδα η «Μεταρρύθμισις». Υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Ελ. Βενιζέλου και του Γ. Παπανδρέου.

Ο ίδιος έγραψε:
"Τον Οκτώβριο του 1891 γράφτηκα στην Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών [στο Παρίσι], όπου ακολούθησα διάφορα μαθήματα όλων των τμημάτων...

Από τότε που ήρθα στην Αθήνα είχα την ιδέα της εθνικής αποστολής. Κατάλαβα όμως ότι με την πολιτική και με τον χαρακτήρα που είχα δεν μπορούσα να φτάσω εκεί που ήθελα. Κατέληξα στην ιδέα ότι έπρεπε να ιδρύσουμε μία Σχολή Πολιτικών Επιστημών για τη μόρφωση της 'ιθυνούσης τάξεως'...

...Κατώρθωσα ένα απίστευτο πράγμα. Να ιδρύσω σε λίγα χρόνια την πρώτη στην Ελλάδα Ανώτερη Σχολή μορφώσεως, την Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών...

Κατάγινα ιδιαίτερα στην διακόσμησι του κτηρίου. Πήρα την γνώμη όλων των ειδικών για να διορθώσωμεν τα σφάλματα και να διακοσμήσωμεν εσωτερικά το κτήριο κατά τρόπον ελληνοπρεπή....

Επειδή χρήματα για βιβλιοθήκη δεν περίσσευαν, δάνεισα τη δική μου βιβλιοθήκη και μάζεψα απ' εκεί κι απ' εδώ ό,τι μπόρεσα βιβλία...

Την 18ην Νοεμβρίου 1930 ετελέσαμεν τα εγκαίνια της Σχολής...

Η συρροή των μαθητών ήτο αρκετά ενθαρρυντική, μα τα χρήματά μας όλα είχαν τελειώσει. Στο μεταξύ είχεν αποθάνει ένας καλός Βολιώτης, ο Αλέξανδρος Πάντος, ο οποίος είχε την ευτυχή έμπνευσι, προαισθανόμενος τον θάνατό του, αν και πολύ νέος, να γράψη διαθήκη και ν' αφήση όλην του την περιουσίαν για την ίδρυσι Σχολής Πολιτικών Επιστημών σαν εκείνη του Παρισιού που είχε σπουδάσει...

Η Σχολή λειτούργησε σαν αγγλικό Κολλέγιο, με τάξι, αυστηρότητα κι επιστήμη.

...Δεν κατώρθωσα να γίνω πλούσιος. Όχι γιατί δεν μου δόθηκαν οι ευκαιρίες, μα γιατί η ιδέα που με βασάνιζε ήταν αντίθετη προς την ιδέα του πλουτισμού. Ο σκοπός της ζωής βρίσκεται στον αγώνα και στον προορισμό που τάσσει κάθε άνθρωπος τον εαυτό του, ή όπου η φύσις τον τάσσει.

Είχα βάλει για την ίδρυση και οργάνωση της Σχολής αυτής όλην την ικανότητα και την αρετήν μου. Έπρεπε αυτό να είναι το τελευταίον έργον μου".

Την εκτέλεση της διαθήκης του Αλεξάνδρου Πάντου ανέλαβε προσωπικά ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος και τέλεσε τα εγκαίνια της σχολής και έγινε επίτιμος διδάκτοράς της.

Η Ιστορία της Σχολής

Οι καθηγητές της πρώτης περιόδου έβαλαν τις βάσεις για την Σχολή, που είχε από την πρώτη στιγμή ένα πολύ πλούσιο και ασυνήθιστο για τα δεδομένα της εποχής πρόγραμμα: Διεθνές δίκαιο δίδασκαν οι διεθνούς φήμης διεθνολόγοι Καλογερόπουλος – Στράτης, Στέλιος Σεφεριάδης και αργότερα Γ. Τενεκίδης. Φιλοσοφία δίδασκε ο Ι. Θεοδωρακόπουλος και ο Λούβαρις, Διοικητικό Δίκαιο ο Μ. Στασινόπουλος και ο Γ. Παπαχατζής, Δημόσιο Δίκαιο ο Γ. Βεζανής και αργότερα ο Γ. Δασκαλάκης. Διδασκόταν όμως και οικονομική γεωγραφία από τον Αριστ. Καλλιαβά, με ιδαίτερη έμφαση  σε θέματα όπως η γεωπολιτική, που τότε δεν ήταν κοινής χρήσεως όρος. Οικονομία  δίδασκε ο Άγγελος Αγγελόπουλος και αγροτική οικονομία ο Χρυσός Ευελπίδης. Κοινωνική βιολογία δίδασκε ο γιατρός Δημοσθένης Ελευθεριάδης και το περιεχόμενο του μαθήματος αφορούσε στους νόμους της κληρονομικότητας, την γενετική, το δημογραφικό πρόβλημα και τον γενετικό εκφυλισμό – ήταν, ίσως το πιο ασυνήθιστο μάθημα. Ιστορία σε ιδιαίτερη έκταση και πολιτισμό δίδασκε ο Ζακυθηνός. Εγκληματολογία  ο Γαρδίκας και αργότερα ο Παπαζαχαρίου, ο οποίος την συνέδεσε με την ιατροδικαστική, που διδασκόταν στην ιατρική του Πανεπιστημίου Αθηνών, και με την ανακριτική, που διδασκόταν από αξιωματικό της Αστυνομίας. Η Σχολή δείχνει γρήγορα την διάθεσή της για εξάπλωση: Ήδη το  1952 αποφασίζει τη ίδρυση δημοσιογραφικού τμήματος, το οποίο θα ιδρυθεί πενήντα χρόνια αργότερα. Το έτος  1954-55 λειτουργούν δύο τμήματα: Το πολιτικο - ιστορικό και το οικονομικο-κοινωνικό. Η δια βίου μάθηση αποτελεί επιδίωξη της Σχολής ήδη κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας της. Ήδη το έτος 1954 λειτουργούν ελεύθερα φροντιστήρια:
 ► Δημοσιογραφικών Σπουδών
► Κοινωνικής πρόνοιας
► Δημόσιας Διοίκησης και
► Διεθνών Σπουδών,

Ήδη το 1931 η Πάντειος Σχολή έχει εκδώσει Ψήφισμα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Οι φοιτητές της συμμετέχουν στα γεγονότα του 1954, με την Ένωση Φοιτητών της Σχολής να συνδέεται με την Πανσπουδαστική Ένωση Κυπριακού Αγώνος.  Το 1956 γίνεται εκδήλωση μνήμης για τους εθνομάρτυρες Καραολή και Δημητρίου.Η Σχολή είναι παρούσα σε όλα τα πολιτικά γεγονότα με τους φοιτητές και τους καθηγητές της. Η στήλη για τον πεσόντα φοιτητή στα γεγονότα του Πολυτεχνείου βρίσκεται έξω το Αμφιθέατρο «Σάκη Καράγιωργα» και αποτελεί κατάθεση μνήμης για τον αείμνηστο καθηγητή, που υπερασπίστηκε με λόγια και έργα τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις και επέστρεψε από τη φυλακή με τη μεταπολίτευση.  Η πλακέτα στον πεζόδρομο θυμίζει τη νεαρή παντειακή φοιτήτρια Σωτηροπούλου  και τα ιδανικά της.  Την τελευταία τριακονταετία η Σχολή και ως Πανεπιστήμιο έκανε πολλά βήματα για να συνδεθεί με την διεθνή κοινότητα.  Το Πανεπιστήμιο εισήγαγε πρώτο το πρόγραμμα Erasmus και συνεργάσθηκε με άλλα πανεπιστήμια στο πλαίσιο ερευνών. Ειδικότερα στον τομέα της ανθρωπολογίας. Το προσωπικό της Σχολής συνεχίζει να έχει παρουσία σε διεθνείς οργανισμούς, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στην Ευρωπαίκή Ένωση, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στην Διεθνή Οργάνωση Υγείας, στην UNESCO.


Το Μουσείο


Στο μουσείο που εγκαινιάστηκε στις 30 Ιουνίου 2014 από τις πρυτανικές αρχές βρίσκει κανείς σπάνια εκθέματα από την πορεία φοιτητών και ακαδημαϊκών που πέρασαν και άφησαν το στίγμα τους στο ίδρυμα. Πορτραίτα επιφανών ακαδημαϊκών, παλαιά πτυχία, επετηρίδες, αιτήσεις εγγραφής εν καιρώ πολέμου (!) και πάρα πολλά άλλα μικρότερα και μεγαλύτερα ιστορικά αντικείμενα. Τον εξωτερικό χώρο του μουσείου κοσμούν οι προτομές των ιδρυτών Πάντου και Φραγκούδη, καθώς και εκείνη του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια.

Το μουσείο ιδρύθηκε επί Πρυτανείας Γρηγόρη Τσάλτα και Αντιπρυτάνεων: Ισμήνης Κριάρη, Ευάγγελου Πρόντζα και Στυλιανού Περράκη, στις 30 Ιουνίου 2014.

Φωτογραφικό υλικό από το Μουσείο:









Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Ξενοδοχείο "Ακταίον": Ένα στολίδι που έγινε σκόνη

Το κτήριο της εικόνας που ακολουθεί δεν βρισκόταν στη Βενετία, τη Φλωρεντία, τη Βιέννη ή σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή πόλη. Ήταν το «κόσμημα» της περιοχής του Φαλήρου στην Αθήνα και αυτή ακριβώς ήταν και η ατυχία του...




Το 1903 ο τραπεζίτης Ιωάννης Πεσμαζόγλου εγκαινίασε το θαυμάσιο ξενοδοχείο «Ακταίον», στο Νέο Φάληρο. Το ξενοδοχείο χτίστηκε σε σχέδιο των αρχιτεκτόνων Ερνέστου Τσίλερ και Καραθανασόπουλου, κατά τα πρότυπα των «Palace» των ευρωπαϊκών λουτροπόλεων.

Ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτήρια της εποχής, με 160 υπνοδωμάτια και μεγάλες πολυτελέστατες αίθουσες υποδοχής και δεξιώσεων. Για την ανέγερση, την εσωτερική διακόσμηση και τον εξοπλισμό του δαπανήθηκε το τεράστιο για την εποχή ποσό των 2.000.000 δραχμών.

Όπως ήταν φυσικό, το εμβληματικό ξενοδοχείο υπήρξε ο πυρήνας της κοσμικής ζωής τόσο της λουτρόπολης του Φαλήρου όσο και των αστικών κέντρων των Αθηνών και του Πειραιά.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου εγκαταλείφθηκε για να ακολουθήσει η κατεδάφισή του από τον διαβόητο για τις κατεδαφίσεις -διορισμένο από τη Χούντα- δήμαρχο Πειραία Αριστείδη Στ. Σκυλίτση. Κατά τη διάρκεια της θητείας του (1967-1974), κατεδαφίστηκαν, μεταξύ άλλων, η Ράλλειος Σχολή, το ιστορικό Ρολόι του Πειραιά, το Θεατράκι του Τσίλερ στο νέο Φάληρο, η βίλα Ζαχαρίου κ.ά.

Μαζί με αυτά εξαφανίσθηκε και το μικρό τμήμα του κτηρίου που είχε διασωθεί και άξιζε να διατηρηθεί σαν τεκμήριο μιας εποχής που χάθηκε οριστικά. Ένα αρχιτεκτονικό έγκλημα, ανάμεσα στα τόσα που έγιναν στις ελληνικές πόλεις, που ακόμη περιμένει δικαίωση...


ΠΗΓΗ: «Ξενοδοχείον Ακταίον» : Το κτίριο-κόσμημα του Φαλήρου που έγινε σκόνη [εικόνες] | Ειδήσεις και νέα με άποψη http://www.iefimerida.gr/node/61239#ixzz34WTPYAtY
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

Στις 12 Ιουνίου 1942 η Άννα Φρανκ έκανε την πρώτη καταχώρηση στο -διάσημο σήμερα- ημερολόγιό της. Το έργο αυτό, που εκδώθηκε μετά τον πόλεμο με πρόνοια του πατέρα της Άννας, Όττο Φρανκ, του μόνου διασωθέντος από την οικογένεια, αποτελεί ίσως την πιο ζωντανή και συνάμα τραγική γραπτή μαρτυρία του Ολοκαυτώματος και της ναζιστικής φρίκης.



Η Άννα Φρανκ ήταν Γερμανίδα Εβραιοπούλα που έγραψε ένα ημερολόγιο ενώ κρυβόταν, μαζί με τους δικούς της και τέσσερις οικογενειακούς φίλους, σε ένα σπίτι στο Άμστερνταμ κατά τη διάρκεια της κατοχής της Ολλανδίας από τους Γερμανούς. Η οικογένειά της είχε μετακομίσει στο Άμστερνταμ όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία στη Γερμανία (1933), αλλά παγιδεύτηκε όταν η κατοχή επεκτάθηκε και στην Ολλανδία.

Καθώς οι διώξεις των Εβραίων εντάθηκαν, η οικογένεια άρχισε τον Ιούλιο του 1942 να κρύβεται σε μυστικά δωμάτια του γραφείου του πατέρα, Όττο Φρανκ. Μετά από δύο χρόνια τούς κατέδωσαν και η οικογένεια στάλθηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Γκεστάπο λεηλάτησε τη σοφίτα όπου κρυβόταν η οικογένεια Φρανκ, αφήνοντας ανάκατα στο πάτωμα περιοδικά, βιβλία, εφημερίδες κ.ά. Λίγες μέρες αργότερα, μια καθαρίστρια βρήκε ανάμεσά τους το ημερολόγιο της Άννας. Χωρίς να ξέρει τι ήταν, το παρέδωσε στη Μιπ και την Έλλη, δύο κορίτσια η βοήθεια των οποίων προς τις εβραϊκές οικογένειες δεν αποκαλύφθηκε ποτέ. Η Άννα και η αδελφή της, Μαργκότ, μεταφέρθηκαν, δύο μήνες πριν το θάνατο της μητέρας τους, στο γερμανικό στρατόπεδο Μπέργκεν – Μπέλζεν. Εκεί η Άννα έδειξε το ίδιο κουράγιο και καρτερικότητα που την είχαν κάνει γνωστή στο Άουσβιτς. Τον Φεβρουάριο του 1945 και τα δύο κορίτσια αρρώστησαν από τύφο. Μια μέρα η Μαργκότ, προσπαθώντας να σηκωθεί από το κρεβάτι της, που βρισκόταν ακριβώς πάνω από το κρεβάτι της Άννας, έχασε την ισορροπία της και έπεσε κάτω. Στην κατάσταση που βρισκόταν, ο οργανισμός της δεν άντεξε το σοκ. Ο θάνατος της αδελφής της προκάλεσε στην Άννα αυτό που όλα τα προηγούμενα βάσανά της δεν μπόρεσαν να προκαλέσουν: Έσπασε το ηθικό της. Λίγες μέρες αργότερα, στις αρχές Μαρτίου, πέθανε. Ο πατέρας της, Όττο, ο μόνος που επέζησε από τους οκτώ της σοφίτας, γύρισε μετά το τέλος του πολέμου στο Άμστερνταμ, όπου ανακάλυψε ότι το ημερολόγιό της είχε διασωθεί. Πεπεισμένος ότι αποτελούσε μοναδική μαρτυρία, προχώρησε στην έκδοσή του. Το ημερολόγιο εκδόθηκε στην ολλανδική γλώσσα, με τον τίτλο Het Achterhuis ("Το πίσω σπίτι").

Την άνοιξη του 1946 το χειρόγραφο έφθασε στα χέρια του Δανού ιστορικού Dr. Jan Romein, ο οποίος έγραψε αμέσως άρθρο για την εφημερίδα Het Parool:
Τούτο το φαινομενικά ασυνεχές ημερολόγιο ενός παιδιού, αυτή η de profundis αποκάλυψη με τη φωνή ενός παιδιού, ενσωματώνει τη φρίκη του φασισμού περισσότερο από οποιοδήποτε στοιχείο της Νυρεμβέργης. Jan Romein
Το άρθρο διέγειρε το ενδιαφέρον του εκδοτικού οίκου Contact Publishing, που προσέγγισε τον Όττο Φρανκ. Προσφέρθηκε να εκδώσει το βιβλίο, αλλά συμβούλευσε τον Φρανκ να αποφύγει τις αφηγήσεις εκείνες που υποδείκνυαν την αναδυόμενη σεξουαλικότητα της Άννα, εξαιτίας πιθανών αντιδράσεων συντηρητικών, και πρότεινε περικοπές. Αρκετές από τις καταχωρήσεις του ημερολογίου διαγράφηκαν πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο στις 25 Ιουνίου 1947.

Προς τα τέλη του 1950 βρέθηκε ο μεταφραστής της αγγλικής γλώσσας, η Barbara Mooyaart-Doubleday, που συνήψε συμβόλαιο με την Vallentine, Mitchell & Co. στην Αγγλία και κατά το επόμενο έτος η μετάφρασή της, που περιλάμβανε τα τμήματα που είχε αφαιρέσει ο Όττο Φρανκ, εκδόθηκε στις ΗΠΑ και το 1952 στη Μεγάλη Βρετανία. Έγινε μπεστ-σέλερ και ακολούθησαν μεταφράσεις στη γερμανική, την ιταλική, την ισπανική, τη ρωσική, την ιαπωνική και την ελληνική γλώσσα.

Επί του παρόντος, αναμένεται να εκδοθούν άλλες πέντε σελίδες που μεταβίβασε ο Όττο Φρανκ στην κατοχή υπαλλήλου του Οίκου Άννα Φρανκ και οι οποίες είχαν αφαιρεθεί πιθανόν εξαιτίας της ωμής κριτικής που ασκούσε η Άννα Φρανκ στον γάμο των γονέων της.

Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο Νίνα-Μαρία Πασχαλίδου, το συγκεκριμένο βιβλίο σημάδεψε το τέλος του Ολοκαυτώματος
 
Το ημερολόγιο, που είχε δοθεί στην Άννα ως δώρο για τα 13α γενέθλιά της, περιγράφει τα γεγονότα της ζωής της από τις 12 Ιουνίου 1942 μέχρι την τελευταία μέρα πουν έγραψε σ' αυτό, την 1η Αυγούστου 1944. Γραμμένο στα ολλανδικά, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και έγινε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του κόσμου. Διασκευάστηκε για την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, το θέατρο, ακόμα και για την όπερα. Το βιβλίο δίνει μια λεπτομερή περιγραφή της καθημερινής ζωής κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής· μέσω των γραπτών της, η Άννα Φρανκ έγινε ένα από τα πιο γνωστά θύματα του Ολοκαυτώματος.

Ελληνικές μεταφράσεις του ημερολογίου

Het Achterhuis είναι ο πρωτότυπος τίτλος του έργου.
  • Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, μετάφραση και πρόλογος: Κωνσταντίνος Καλλιγάς, Αθήναι, Ενωμένοι Εκδότες, 1956.
  • 8 παραμύθια, μετάφραση Εὐδοκία Παπαγκίκα, Ἀθήνα, Μπογιάτης, 1980.
  • Ιστορίες και συμβάντα στο πίσω σπίτι: Διηγήματα, μετάφραση Έρση Λάγκε, Αθήνα: Ζαχαρόπουλος, 1983.
  • Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, μετάφραση Φώντας Κονδύλης, Αθήνα, Πέλλα, 1985.
  • Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, μετάφραση Γιάννης Θωμόπουλος, Αθήνα, Μίνωας, 1992.
  • Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ: Επιστολές από τη 14η Ιουνίου 1942 έως την 1η Αυγούστου 1944: Οριστική έκδοση των αυθεντικών χειρογράφων χωρίς περικοπές, με προσθήκες της Άννας Φρανκ και επιμέλεια του Otto Η. Frank και της Mirjam Pressler, μετάφραση Ρένα Χατχούτ, Αθήνα, Πατάκης, 1997.

 

Παραπομπές


Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Η Απόβαση στη Νορμανδία, 1944

Στις 6 Ιουνίου 1944 οι Σύμμαχοι πραγματοποίησαν απόβαση στις ακτές της γαλλικής Νορμανδίας, κάνοντας το αποφασιστικό βήμα για την αρχή του τέλους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επιχείρηση είχε την κωδική ονομασία Operation Overlord, ενώ έχει (εσφαλμένα) επικρατήσει να αποκαλείται και ως D-Day. Αντικειμενικός σκοπός της απόβασης ήταν να δημιουργηθεί ένα προγεφύρωμα από την Καν έως το Χερβούργο, μέσω του οποίου οι Σύμμαχοι θα περνούσαν στρατεύματα από τη Μεγάλη Βρετανία στην ηπειρωτική Ευρώπη, ώστε να χτυπήσουν εν τέλει στην καρδιά της Γερμανίας.


 

Το ιστορικό πλαίσιο

Το 1941, δύο χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, οι Γερμανοί είχαν καταφέρει να φθάσουν σχεδόν αλώβητοι δυτικά μέχρι τη Μάγχη και ανατολικά μέχρι την κεντρική Ρωσία. Ο Χίτλερ σχεδίαζε να εισβάλει και στην Αγγλία, τα σχέδιά του όμως απέτυχαν όταν ηττήθηκε στη Μάχη της Αγγλίας τον Νοέμβριο του 1940. Τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν για τους Γερμανούς όταν οι ΗΠΑ πήραν την απόφαση να εισέλθουν στον πόλεμο μετά το χτύπημα που δέχθηκαν από τη σύμμαχο του Άξονα στην Άπω Ανατολία, Ιαπωνία, στο Περλ Χάρμπορ, στις 7 Αυγούστου 1941. Κρισιμότατα σημεία στην έκβαση του πολέμου αποτέλεσαν επίσης οι μάχες του Στάλινγκραντ και της Μόσχας, οι αντίστοιχες ήττες των Γερμανών στις οποίες επιβράδυναν αν δεν έκριναν οριστικά τον πόλεμο κατά της Ρωσίας.

Τα σχέδια των Συμμάχων

Οι τρεις μεγάλοι Σύμμαχοι -Ηνωμένες Πολιτείες, Μ. Βρετανία και Σοβιετική Ένωση- διαφωνούσαν ως προς το πιο ήταν το προσφορότερο σχέδιο για την ήττα του Άξονα, που αποτελείτο από τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία. Οι Ρώσοι και ο Στάλιν θεωρούσαν παραπάνω από απαραίτητη μια όσο το δυνατό αμεσότερη εισβολή Αγγλοαμερικανών στη δυτική Ευρώπη, προκειμένου να μειωθεί έτσι η πίεση των Γερμανών στην ανατολή. Οι ΗΠΑ συμφωνούσαν με τους Σοβιετικούς, όχι όμως και οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σε μια βεβιασμένη κίνηση καθώς είχαν στη μνήμη τους το πρόσφατο παρελθόν από τις καταστροφικές τους απώλειες σε Σομ και Πασεντέλ από τον προηγούμενο πόλεμο. Τελικά Αμερικανοί και Άγγλοι συμφώνησαν να χτυπήσουν αρχικά στη Βόρεια Αφρική. Ένα αποφασιστικό πλήγμα στη στρατιά του Ρόμελ θα τους επέτρεπε να εισβάλουν στην Ιταλία από τα νότια, θέτοντας τις φασιστικές δυνάμεις εκτός πολέμου και προστατεύοντας τις θαλάσσιες επικοινωνίες με τις ζωτικές πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής. Τον Νοέμβριο του 1943, αφού εξασφάλισαν τη Βόρεια Αφρική, Τσώρτσιλ και Ρούζβελτ συναντήθηκαν με τον Στάλιν στη Διάσκεψη της Τεχεράνης. Εκεί ο Σοβιετικός ηγέτης τούς έπεισε να οργανώσουν μια επίθεση στις γαλλικές ακτές της Μάγχης. Έμελλε να είναι η Επιχείρηση Overlord, που έγινε γνωστή ως D-Day.

Η διοίκηση του Ανώτατου Αρχηγείου των Συμμαχικών Εκστρατευτικών Δυνάμεων ανατέθηκε στον στρατηγό Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, ενώ η διοίκηση των χερσαίων δυνάμεων στον στρατηγό Μπέρναρντ Μοντγκόμερι. Η αρχική σκέψη ήταν να γίνει απόβαση στο Καλέ της βόρειας Γαλλίας, που βρισκόταν απέναντι από το στενότερο σημείο της Μάγχης, το Ντοβέρ. Αντιλαμβανόμενοι όμως ότι το σημείο αυτό θα ήταν απολύτως προφανές στους Γερμανούς, επέλεξαν τελικά μια έκταση 80 περίπου χιλιομέτρων της νορμανδικής ακτής μεταξύ της Καέν και της χερσονήσου Κοτεντέν.

Το σχέδιο περιελάμβανε αρχικά βομβαρδισμούς σιδηροδρόμων και οδικών αρτηριών ώστε να παρεμποδιστεί η μεταφορά εχθρικών ενισχύσεων στο προγεφύρωμα. Θα ακολουθούσε βομβαρδισμός των ακτών από το ναυτικό, πριν αναλάβουν δράση οι χερσαίες δυνάμεις. Οι Σύμμαχοι χώρισαν την επιλεγμένη περιοχή σε πέντε τομείς: Η 3η Βρετανική Μεραρχία θα αναλάμβανε τον Τομέα Σουόρντ στο ανατολικό άκρο. Στα δυτικά της θα βρισκόταν η 3η Καναδική Μεραρχία (Τομέας Τζούνο), θα ακολουθούσε η 50ή Βρετανική Μεραρχία ακριβώς στο κέντρο (Τομέας Γκολντ), ύστερα η 1η Αμερικανική Μεραρχία (Τομέας Ομάχα) και τέλος, στο δυτικό άκρο η 4η Αμερικανική Μεραρχία (Τομέας Γιούτα).



Η επιχείρηση

Η προετοιμασία της γιγαντιαίας επιχείρησης ξεκίνησε την άνοιξη του 1944 με την κάτω από άκρα μυστικότητα εκπαίδευση των δυνάμεων σε βάσεις της Βρετανίας. Στην απόβαση θα λάμβαναν μέρος συνολικά 800.000 άνδρες, 5.000 πλοία και 10.000 αεροπλάνα. Οι άνδρες που θα αποβιβάζονταν στις νορμανδικές ακτές ήταν 175.000 και θα τίθονταν αντιμέτωποι με 80.000 Γερμανούς υπό τη διοίκηση των στρατηγών Έρβιν Ρόμελ και Γκερτ φον Ρούντστεντ. Οι Γερμανοί ανέμεναν επίθεση στο Καλέ. Ωστόσο είχαν θωρακίσει τις νορμανδικές ακτές με τσιμεντένια οχυρά, εμπόδια στην παραλία, νάρκες προσωπικού και αρμάτων, καθώς και συρματοπλέγματα. Επίσης, είχαν πλημμυρίσει εδαφικές κοιλότητες με νερό από κοντινούς ποταμούς, ενώ πρόσθετες τεθωρακισμένες μεραρχίες βρίσκονταν στα μετόπισθεν, έτοιμες να προσφέρουν ενισχύσεις.

Η 6η Ιουνίου επιλέχθηκε διότι το διάστημα 5-7 Ιουνίου ήταν το προσφορότερο ως προς τις παλίρροιες και τον καιρό. Η αποβατική δύναμη οπλίστηκε στις 4 Ιουνίου για να περάσει τη Μάγχη την επόμενη μέρα, αλλά ο άσχημος καιρός εμπόδισε την απόβαση. Νωρίς το πρωί της 5ης Ιουνίου ο Αϊζενχάουερ έδωσε διαταγή να αρχίσει η επίθεση, λέγοντας: "Δεν μου αρέσει, αλλά δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε", για να προσθέσει λίγο αργότερα: "Εντάξει, πάμε".

Οι Γερμανοί δεν βρίσκονταν σε κατάσταση συναγερμού καθώς ανέμεναν επίθεση από τα ανατολικά, ενώ ο καιρός ήταν πολύ κακός για να διαπλεύσει κάποιος τη Μάγχη. Μάλιστα ο Ρόμελ εκμεταλλεύτηκε τη χαλαρότητα για να επισκεφθεί τη Γερμανία για τα γενέθλια της συζύγου του.

Ο κακός καιρός δυσκόλεψε επιτιθέμενους αλλά και αμυνόμενους. Οι Σύμμαχοι σε πολλές περιπτώσεις δεν κατάφεραν να χτυπήσουν στις καθορισμένες ζώνες ρίψεις από τον αέρα. Το γεγονός αυτό όμως λειτούργησε ίσως και ευεργετικά καθώς προκάλεσε σύγχυση στους Γερμανούς που βρίσκονταν ξαφνικά αντιμέτωποι με αντίπαλους αλεξιπτωτιστές σε όλες τις περιοχές των μετόπισθέν τους, ενώ η μεγάλη διασπορά των χερσαίων συμμαχικών δυνάμεων τούς έκανε να πιστέψουν ότι η επίθεση ήταν ένας απλός αντιπερισπασμός για μια μεγαλύτερη επίθεση σε κάποιο άλλο σημείο.

Καθώς η μέρα προχωρούσε και η ομίχλη διαλυόταν, οι υπερασπιστές της πρώτης γερμανικής γραμμής διαπίστωναν ότι τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Με την κάλυψη από θάλασσα και αέρα, χιλιάδες συμμαχικοί στρατιώτες όρμησαν στις ακτές δυναμικά. Σε εναέριο επίπεδο οι Σύμμαχοι έπαιζαν χωρίς αντίπαλο καθώς μόλις δύο γερμανικά αεροσκάφη προσπάθησαν να χτυπήσουν αποβατικά πλοία. Παρά τον συμμαχικό στόλο και τον όγκο των μεραρχιών που έβγαιναν συνεχώς στην ακτή, ο Χίτλερ και ορισμένοι επιτελείς του εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι επρόκειτο για έναν απλό αντιπερισπασμό. Ο ηγέτης των Ναζί θεωρούσε βέβαια ότι η κύρια επίθεση θα γινόταν στο Καλέ και έτσι δεν κινητοποίησε καθόλου τις εφεδρικές μεραρχίες του.

Οι Γερμανοί αμύνθηκαν λυσσαλέα, ιδίως στην Ομάχα όπου οι Σύμμαχοι δεν είχαν πληροφορηθεί την πρόσφατη άφιξη της 352ης Γερμανικής Μεραρχίας. Τα περισσότερα συμμαχικά τεθωρακισμένα βούλιαζαν μέσα στην υψηλή κυματωγή της παραλίας, ενώ σε εκείνο το οριακό σημείο ο αεροπορικός και ο ναυτικός βομβαρδισμός δεν προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες καθώς επικεντρώνονταν πολύ μακριά στο εσωτερικό. Παρ' όλα αυτά, το αμερικανικό μηχανικό κατάφερε να διασπάσει τη γερμανική άμυνα και οι καταδρομείς μπόρεσαν να ηγηθούν της επίθεσης.

Στις επόμενες έξι μέρες οι πέντε μονάδες της αρχικής εισβολής ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους και κινήθηκαν προς το εσωτερικό για να συναντήσουν τις αεροπορικές δυνάμεις. Άλλες οκτώ μεραρχίες έφτασαν στην ακτή, ενώ το μηχανικό κατασκεύασε τεχνητά λιμάνια για να ενισχύσει το προγεφύρωμα. Οι Σύμμαχοι μέτρησαν 2.500 νεκρούς και 7.500 τραυματίες, μικρότερες δηλαδή απώλειες από το 1/4 του αριθμού που φοβούνταν οι σχεδιαστές της επίθεσης.

Στο επόμενο διάστημα οι Σύμμαχοι προχώρησαν στο εσωτερικό για να απελευθερώσουν τη Γαλλία και να προετοιμάσουν την τελική επίθεση στην ίδια τη Γερμανία. Θα γίνονταν πολλές ακόμα σκληρές μάχες, αλλά η Νορμανδία είχε ήδη ανοίξει το θέατρο των επιχειρήσεων της Ευρώπης με συντριπτικά νικηφόρο τρόπο για τους Συμμάχους, με τους Γερμανούς να αντιλαμβάνονται ότι η αρχή του τέλους ήταν ήδη γεγονός.

*Ενόσω διήρκεσε η απόβαση, οι Ρώσοι στα ανατολικά είχαν δημιουργήσει μία ουδέτερη ζώνη μεταξύ της Δύσης και της πατρίδας τους, όπου διέδωσαν τον κομμουνισμό. Η διάσπαση των Συμμάχων δεν άργησε να έρθει, με τον γνωστό Ψυχρό Πόλεμο που ακολούθησε.

ΠΗΓΗ

Michael Lee Lanning, Οι 100 Μεγαλύτερες Μάχες Όλων των Εποχών >> Νορμανδία (σελ. 74), Επιμέλεια: Ελένη Κεκροπούλου, Μετάφραση: Γ. Κουσουνέλος, Εκδόσεις Ενάλιος



Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, 1453

Στις 29 Μαΐου 1453 αλώθηκε η Βασιλεύουσα. Η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής και μετέπειτα Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για περισσότερα από χίλια χρόνια, έπεσε στα χέρια των Οθωμανών του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄. Η άλωση σηματοδότησε την ολοκλήρωση ενός μεγάλου κεφαλαίου για τον Ελληνισμό, που πλέον θα περνούσε για πάνω από τρεισήμισι αιώνες στο σκοτάδι της τουρκοκρατίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο χαρακτηρισμός που επικράτησε περισσότερο ήταν εκείνος του "Ρωμιού", γεγονός που δείχνει τον άρρηκτο δεσμό που επιθυμούσαν να διατηρήσουν οι υπόδουλοι με το Βυζάντιο, που πλέον είχε περάσει για τα καλά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Επιχειρώντας μια γενικότερη θεώρηση του γεγονότος της άλωσης, οι ιστορικοί συμφωνούν ότι στις 29 Μαΐου 1453 οι Τούρκοι νίκησαν σε μια μάχη που, ταυτόχρονα με το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άνοιξε την ανατολική Ευρώπη στην εξάπλωση του Ισλάμ.


Το πριν την άλωση σκηνικό

Πριν από την τελική μάχη των Βυζαντινών με τους Τούρκους η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε για πάνω από μία χιλιετία το ανάχωμα ανάμεσα στον μουσουλμανικό και τον χριστιανικό κόσμο. Η φυσική της οχύρωση με το νερό από τρεις πλευρές και το τριπλό τείχος στη χερσαία πρόσβασή της είχαν αντέξει σε περισσότερες από είκοσι επιθέσεις ανά τους αιώνες. Επιπλέον, η άμυνα της πόλης είχε ενισχυθεί από ένα τείχος κατά μήκος της ακτογραμμής της, καθώς και με μια χοντρή αλυσίδα που έκλεινε της είσοδο του Κερατίου Κόλπου. Πάνω από αυτό το φράγμα υπήρχαν 26 γαλέρες για περαιτέρω ενίσχυση της άμυνας. Τα έργα αυτά πραγματοποιήθηκαν λίγο πριν την τελική αναμέτρηση, με απόφαση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

Στα τελευταία χρόνια πριν την άλωση η άλλοτε κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε συρρικνωθεί δραματικά. Η πιο οδυνηρή μάχη για τους Βυζαντινούς υπήρξε η Μάχη του Ματζικέρτ το 1071 όπου απωλέσθηκαν όλες οι ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Το τελευταίο πριν την άλωση ισχυρό χτύπημα υπήρξε η άλωση από τους Φράγκους της 4ης Σταυροφορίας, το 1204. Για 57 χρόνια το Βυζάντιο ήταν στην κατοχή των Φράγκων. Το 1261 ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος κατάφερε να ανακτήσει τα τελευταία χαμένα εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Πόλης. Αλλά η αυτοκρατορία είχε αρχίσει να φθίνει και στα μέσα του 15ου αιώνα η Κωνσταντινούπολη δεν ξεπερνούσε πλέον τα όρια της ευρύτερης περιοχής της.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ διέθετε μόλις 5.000 άνδρες για να υπερασπιστεί την πόλη και την αυτοκρατορία. Η βοήθεια που έφθασε από τη Δύση ανερχόταν σε μόλις 3.000 στρατιώτες, δείγμα των εξαιρετικά κακών σχέσεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς η πρώτη θεωρούσε τη δεύτερη σχεδόν ένα και το αυτό με τους μουσουλμάνους. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ωστόσο το όνομα του Τζοβάνι Τζουστινιάνι, ενός Ιταλού τυχοδιώκτη ο οποίος ανταποκρίθηκε άμεσα στην έκκληση του Παλαιολόγου. Ήταν γνωστός για την ικανότητά του να υπερασπίζεται οχυρωμένες πόλεις.

Το 1400, μετά από πλήθος συγκρούσεων, ο έλεγχος των ανατολικών της αυτοκρατορίας περιοχών περιήλθε οριστικά στους Οθωμανούς Τούρκους. Οι τελευταίοι συγκρούστηκαν με τον Ταμερλάνο και τους Μογγόλους του Τσένγκις Χαν μισό αιώνα πριν επιτεθούν στην Κωνσταντινούπολη. Αυτές ήταν και οι τελευταίες συγκρούσεις πριν την επίθεση στο Βυζάντιο.

Προετοιμασία, τελική αναμέτρηση και άλωση

Το 1451 ο Μωάμεθ Β΄ ανέλαβε την ηγεσία των Οθωμανών και αποφάσισε να καταστρέψει τα υπολείμματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τον Απρίλιο του 1453 στράφηκε κατά της Κωνσταντινούπολης, επικεφαλής στρατού 80.000 ανδρών και ενισχυόμενος με περισσότερα από 300 πλοία και 70 κανόνια που ήταν λάφυρα από τα Βαλκάνια. Ανάμεσα σε αυτά βρισκόταν και ένα μεγάλο κανόνι μήκους 9 μέτρων που είχε τη δυνατότητα να εξακοντήσει βλήματα βάρους 270 κιλών.

Στις 6 Απριλίου το οθωμανικό πυροβολικό άρχισε καταιγισμό πυρός εναντίον των τειχών της πόλης. Μετά από δώδεκα ημέρες κανονιοβολισμών, ο Μωάμεθ διέταξε το πεζικό του να επιτεθεί. Οι Βυζαντινοί και οι Δυτικοί σύμμαχοί τους πολέμησαν με κάθε ικμάδα των δυνάμεών τους, σε μια ύστατη προσπάθεια να σώσουν τις ζωές, τις περιουσίες και την πατρίδα τους. Ακολούθησαν σκληρές συγκρούσεις μέχρι οι μουσουλμάνοι να υποχωρήσουν. Τότε δράση ανέλαβαν οι Ευρωπαίοι μηχανικοί του Μωάμεθ, οι οποίοι ανέλαβαν να σκάψουν στοές κάτω από τα τείχη για να τοποθετήσουν εκρηκτικά και να ανατινάξουν το εμπόδιο. Το σχέδιο αντιλήφθηκαν οι στρατηγοί του Παλαιολόγου και πλημμύρισαν τις στοές με νερό ή τις ανατίναξαν πρώτοι με εκρηκτικά. Την 1η, τη 12η και την 21η Μαΐου ο Μωάμεθ διέταξε αδιάκοπο καταιγισμό από το πυροβολικό, το οποίο ακολούθησαν χερσαίες επιθέσεις. Και πάλι οι Βυζαντινοί αντιστάθηκαν σθεναρά, υπό την ηγεσία του Τζουστινιάνι. Άντεξαν και επιδιόρθωσαν τις ζημιές που είχε υποστεί το τείχος.

Τότε ο Μωάμεθ αποφάσισε ότι ήταν η ώρα του ναυτικού. Καθώς ο Κεράτιος ήταν φραγμένος από τη χοντρή αλυσίδα, ο Οθωμανός σουλτάνος έσυρε τα 70 πλοία του διά της ξηράς κοντά στο Πέραν και τα έριξε στον Κεράτιο πίσω από το εμπόδιο της αλυσίδας. Έχοντας έτσι αποκλείσει πλήρως την πόλη, διέταξε άλλον ένα καταιγισμό πυροβολικού μαζί με επίθεση του πεζικού του. Την εμπροσθοφυλακή της επίθεσης αποτελούσαν 12.000 γενίτσαροι, δηλαδή επίλεκτοι στρατιώτες, οι περισσότεροι των οποίων ανήκαν σε χριστιανικές οικογένειες και είχαν ενταχθεί με τη βία στον οθωμανικό στρατό από μικρά παιδιά, εξαναγκαζόμενοι να γίνουν φανατικοί μουσουλμάνοι.

Οι Βυζαντινοί έδωσαν έναν εξαντλητικό και γενναίο αγώνα, η ορμή και η συντριπτική αριθμητική υπεροχή των εχρθών τούς λύγισαν. Έτσι οι γενίτσαροι κατάφεραν να περάσουν το τείχος και να μπουν στην πόλη στις 29 Μαΐου. Ακολούθησαν χιλιάδες μουσουλμάνοι στρατιώτες. Ο Κωνσταντίνος ρίχτηκε σαν απλός στρατιώτης πάνω τους, με το σπαθί του στο χέρι και, όπως έχει γραφτεί, φώναξε: "Ο Θεός δεν μου επιτρέπει να είμαι αυτοκράτωρ χωρίς αυτοκρατορία! Αν πέσει η πόλη μου, θα πεθάνω μαζί της !" Πράγματι ο αυτοκράτορας σκοτώθηκε μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του, λαμβάνοντας το θανάσιμο χτύπημα στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Οι ελάχιστοι επιζήσαντες και οι κάτοικοι της πόλης είτε εκτελέστηκαν είτε πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Ο Μωάμεθ επέτρεψε στον στρατό του να βιάζει και να λεηλατεί την πόλη επί τρεις ημέρες πριν αποκατασταθεί η τάξη και ακολούθως έγιναν προσευχές στον Αλλάχ στον θρυλικό ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας. Ο μουσουλμάνος ηγέτης διέσωσε τα περισσότερα κτήρια της πόλης από την καταστροφή. Δεν το έκανε από οίκτο, αλλά από πολιτική φιλοδοξία καθώς σκόπευε να κάνει την Κωνσταντινούπολη κέντρο της νέας αυτοκρατορίας, της Οθωμανικής. Αυτός έμελλε να είναι ο ρόλος της πόλης για περισσότερο από 4,5 αιώνες, μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923.

Οι συνέπεις της άλωσης

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης ήταν το τέλος της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στη θέση της εδραιώθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία στα αμέσως μετά την άλωση χρόνια επεκτεινόταν διαρκώς μέχρι να σταματήσει οριστικά έξω από τη Βιέννη το 1683.

Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης είναι φυσικό οι τέχνες και τα γράμματα να βρεθούν σε τέλμα σε όλη την ευρύτερη περιοχή, μετά και την κατάληψη της Ελλάδας. Η τελευταία περιοχή που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς ήταν η Τραπεζούντα του Πόντου, το 1461. Ωστόσο, ο πολιτισμός των Ελλήνων εξακολούθησε να ανθεί, με φιλοσόφους, δασκάλους, εμπόρους και καλλιτέχνες να διαφεύγουν στη Δύση και να έχουν εκεί σημαντική συμβολή στην Αναγέννηση του 15ου αιώνα.

Η άλωση της Πόλης είχε και εμπορικές συνέπειες. Με την Κωνσταντινούπολη σε μουσουλμανικά χέρια, τα χριστιανικά ευρωπαϊκά κράτη αναγκάστηκαν να αναζητήσουν νέες εμπορικές οδούς. Μέσα σε πενήντα χρόνια οι Ευρωπαίοι θαλασσοπόροι πέρασαν το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στην Αφρική και διέσχισαν τον Ατλαντικό για να εξερευνήσουν τον Νέο Κόσμο, ανακαλύπτοντας την Αμερική το 1492. Οι εξελίξεις αυτές είναι ιστορικά βέβαιο ότι θα συνέβαιναν και δίχως το γεγονός της άλωσης. Η καταστροφή του Βυζαντίου όμως είναι επίσης βέβαιο ότι τις επέσπευσε.


ΠΗΓΗ

Michael Lee Lanning, Οι 100 Μεγαλύτερες Μάχες Όλων των Εποχών (> Κωνσταντινούπολη) (σελ. 198), Μετάφραση. Γ. Κουσουνέλος, Επιμέλεια: Ελένη Κεκροπούλου, Εκδόσεις Ενάλιος, 2003


Διαβάστε περισσότερα »