Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Ισοκράτης: Συμβουλές για μια χρηστή διακυβέρνηση


Η σημερινή ανάρτηση δεν αποτελεί ένα ακόμη αφιέρωμα. Περισσότερο πρόκειται για έναν ιστορικό σηματοδότη για όλους τους πολιτικούς άρχοντες Ο πάντα επίκαιρος Ισοκράτης, όσο αγοραφοβικός ήταν, τόσο πάθος και ευθυκρισεία τον χαρακτήριζαν, τα οποία και αποτύπωνε στα γραπτά του. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο μεγάλος ρητοροδιδάσκαλος αναλύει την έννοια της χρηστής διακυβέρνησης. Οι συμβουλές προς τον εκάστοτε ηγεμόνα όσον αφορά τον τρόπο επιλογής των ανθρώπων του στενού του περιβάλλοντος πρέπει να χαρακτηρίζονται, κατά τον Ισοκράτη, από τις αρετές της εγκράτειας, της σωφροσύνης και της τήρησης του ορθού μέτρου.

 [27] Φίλους κτῶ μὴ πάντας τοὺς βουλομένους, ἀλλὰ
τοὺς τῆς σῆς φύσεως ἀξίους ὄντας, μηδὲ μεθ’ ὧν ἥδιστα
συνδιατρίψεις, ἀλλὰ μεθ’ ὧν ἄριστα τὴν πόλιν διοικήσεις.
ἀκριβεῖς ποιοῦ τὰς δοκιμασίας τῶν συνόντων, εἰδὼς ὅτι
πάντες οἱ μή σοι πλησιάσαντες ὅμοιόν σε τοῖς χρωμένοις
εἶναι νομιοῦσιν. τοιούτους ἐφίστη τοῖς πράγμασιν τοῖς μὴ
διὰ σοῦ γιγνομένοις, ὡς αὐτὸς τὰς αἰτίας ἕξων ὧν ἂν ἐκεῖνοι
πράξωσιν. [28] πιστοὺς ἡγοῦ μὴ τοὺς ἅπαν ὅ τι ἂν λέγῃς ἢ
ποιῇς ἐπαινοῦντας, ἀλλὰ τοὺς τοῖς ἁμαρτανομένοις ἐπιτι-
μῶντας. δίδου παρρησίαν τοῖς εὖ φρονοῦσιν, ἵνα περὶ ὧν
ἂν ἀμφιγνοῇς, ἔχῃς τοὺς συνδοκιμάσοντας. διόρα καὶ τοὺς
τέχνῃ κολακεύοντας καὶ τοὺς μετ’ εὐνοίας θεραπεύοντας,
ἵνα μὴ πλέον οἱ πονηροὶ τῶν χρηστῶν ἔχωσιν. ἄκουε τοὺς
λόγους τοὺς περὶ ἀλλήλων, καὶ πειρῶ γνωρίζειν ἅμα τούς
τε λέγοντας, ὁποῖοί τινές εἰσι, καὶ περὶ ὧν ἂν λέγωσιν.
[29] ταῖς αὐταῖς κόλαζε ζημίαις τοὺς ψευδῶς διαβάλλοντας,
αἷσπερ τοὺς ἐξαμαρτάνοντας.

    Ἄρχε σαυτοῦ μηδὲν ἧττον ἢ τῶν ἄλλων, καὶ τοῦθ’
ἡγοῦ βασιλικώτατον, ἂν μηδεμιᾷ δουλεύῃς τῶν ἡδονῶν,
ἀλλὰ κρατῇς τῶν ἐπιθυμιῶν μᾶλλον ἢ τῶν πολιτῶν. μηδε-
μίαν συνουσίαν εἰκῇ προσδέχου μηδ’ ἀλογίστως, ἀλλ’ ἐπ’
ἐκείναις ταῖς διατριβαῖς ἔθιζε σαυτὸν χαίρειν, ἐξ ὧν αὐτός
τ’ ἐπιδώσεις καὶ τοῖς ἄλλοις βελτίων εἶναι δόξεις. [30] μὴ
φαίνου φιλοτιμούμενος ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἃ καὶ τοῖς κακοῖς
διαπράξασθαι δυνατόν ἐστιν, ἀλλ’ ἐπ’ ἀρετῇ μέγα φρονῶν,
ἧς οὐδὲν μέρος τοῖς πονηροῖς μέτεστιν. νόμιζε τῶν τιμῶν
ἀληθεστάτας εἶναι μὴ τὰς ἐν τῷ φανερῷ μετὰ δέους γιγνο-
μένας, ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ παρ’ αὑτοῖς ὄντες μᾶλλόν σου τὴν
γνώμην ἢ τὴν τύχην θαυμάζωσιν. λάνθανε μέν, ἢν ἐπί τῴ
σοι συμβῇ τῶν φαύλων χαίρειν, ἐνδείκνυσο δὲ περὶ τὰ
μέγιστα σπουδάζων.

    [31] Μὴ τοὺς μὲν ἄλλους ἀξίου κοσμίως ζῆν τοὺς δὲ
βασιλεῖς ἀτάκτως, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ σωφροσύνην παρά-
δειγμα τοῖς ἄλλοις καθίστη, γιγνώσκων ὅτι τὸ τῆς πόλεως
ὅλης ἦθος ὁμοιοῦται τοῖς ἄρχουσιν. σημεῖον ἔστω σοι τοῦ
καλῶς βασιλεύειν, ἂν τοὺς ἀρχομένους ὁρᾷς εὐπορωτέρους
καὶ σωφρονεστέρους γιγνομένους διὰ τὴν σὴν ἐπιμέλειαν.
[32] περὶ πλείονος ποιοῦ δόξαν καλὴν ἢ πλοῦτον μέγαν τοῖς
παισὶν καταλιπεῖν· ὁ μὲν γὰρ θνητός, ἡ δ’ ἀθάνατος, καὶ
δόξῃ μὲν χρήματα κτητά, δόξα δὲ χρημάτων οὐκ ὠνητή, καὶ
τὰ μὲν καὶ φαύλοις παραγίγνεται, τὴν δ’ οὐχ οἷόν τε ἀλλ’ ἢ
τοὺς διενεγκόντας κτήσασθαι. τρύφα μὲν ἐν ταῖς ἐσθῆσι καὶ
τοῖς περὶ τὸ σῶμα κόσμοις, καρτέρει δ’ ὡς χρὴ τοὺς βασιλεύ-
οντας ἐν τοῖς ἄλλοις ἐπιτηδεύμασιν, ἵν’ οἱ μὲν ὁρῶντες διὰ
τὴν ὄψιν ἄξιόν σε τῆς ἀρχῆς εἶναι νομίζωσιν, οἱ δὲ συνόντες
διὰ τὴν τῆς ψυχῆς ῥώμην τὴν αὐτὴν ἐκείνοις γνώμην ἔχωσιν.

     [33] Ἐπισκόπει τοὺς λόγους ἀεὶ τοὺς σαυτοῦ καὶ τὰς
πράξεις, ἵν’ ὡς ἐλαχίστοις ἁμαρτήμασιν περιπίπτῃς. κράτι-
στον μὲν τῆς ἀκμῆς τῶν καιρῶν τυγχάνειν, ἐπειδὴ δὲ δυσ-
καταμαθήτως ἔχουσιν, ἐλλείπειν αἱροῦ καὶ μὴ πλεονάζειν·
αἱ γὰρ μετριότητες μᾶλλον ἐν ταῖς ἐνδείαις ἢ ταῖς ὑπερβο-
λαῖς ἔνεισιν. [34] ἀστεῖος εἶναι πειρῶ καὶ σεμνός· τὸ μὲν
γὰρ τῇ τυραννίδι πρέπει, τὸ δὲ πρὸς τὰς συνουσίας ἁρμότ-
τει. χαλεπώτατον δὲ τοῦτο πάντων ἐστὶ τῶν προσταγμά-
των· εὑρήσεις γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τοὺς μὲν σεμνυνομένους
ψυχροὺς ὄντας, τοὺς δὲ βουλομένους ἀστείους εἶναι ταπει-
νοὺς φαινομένους. δεῖ δὲ χρῆσθαι μὲν ἀμφοτέραις ταῖς ἰδέαις
ταύταις, τὴν δὲ συμφορὰν τὴν ἑκατέρᾳ προσοῦσαν διαφεύ-
γειν. [35] ὅ τι ἂν ἀκριβῶσαι βουληθῇς ὧν ἐπίστασθαι προσή-
κει τοὺς βασιλεῖς, ἐμπειρίᾳ μέτιθι καὶ φιλοσοφίᾳ· τὸ μὲν γὰρ
φιλοσοφεῖν τὰς ὁδούς σοι δείξει, τὸ δ’ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἔργων
γυμνάζεσθαι δύνασθαί σε χρῆσθαι τοῖς πράγμασι ποιήσει.

Ισοκράτης προς Νικοκλέα (2.27-35)


Μετάφραση Κ.Θ. Αραπόπουλος. 1950. Ισοκράτους Προς Δημόνικον, Προς Νικοκλέα, Νικοκλής ή Κύπριοι. Αρχαίον κείμενον, εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις. Αθήνα: Πάπυρος.

[27] Να αποκτάς φίλους όχι όλους όσοι θέλουν την φιλίαν σου, αλλ' εκείνους που προσαρμόζονται εις τον χαρακτήρα σου, ούτε εκείνους με τους οποίους θα περάσης ευχάριστα τον χρόνον, αλλά εκείνους μετά των οποίων θα διοικήσης άριστα την πόλιν. Να ελέγχης με ακρίβειαν εκείνους που σε συναναστρέφονται με την πεποίθησιν, ότι όλοι όσοι δεν δύνανται να σε πλησιάσουν, θα πιστεύσουν ότι είσαι όμοιος με εκείνους που απολαύουν την φιλίαν σου. Εις τας υποθέσεις, που δεν διεξάγονται υπό σού, να διορίζης προς διαχείρισίν των άλλους με την ιδέαν ότι συ ο ίδιος θα ευθύνεσαι δι' όσα εκείνοι θα πράξουν. [28] Να νομίζης ως τους πλέον πιστούς σου φίλους όχι εκείνους που επαινούν παν ό,τι ήθελες είπει ή πράξει, αλλ' εκείνους που σε επικρίνουν διά τα σφάλματά σου. Να παρέχης ελευθερίαν λόγου εις τους ορθώς σκεπτομένους, διά να έχης εκείνους με τους οποίους μαζί θα εξετάσης τα ζητήματα διά τα οποία αμφιβάλλεις. Να διακρίνης τους επιτηδείους κόλακας από εκείνους, οι οποίοι προσφέρουν τας υπηρεσίας των κινούμενοι από ευμενή διάθεσιν, διά να μη ευρίσκωνται πλησίον σου εις ανωτέραν μοίραν οι κακοί από τους εναρέτους. Άκουε τους λόγους τους οποίους λέγουν οι άνθρωποι περί αλλήλων και προσπάθει να διαφωτίζεσαι συγχρόνως και δι' εκείνους που ομιλούν ποίοι είναι και δι' εκείνους διά τους οποίους ούτοι ομιλούν. [29] Με τας ιδίας τιμωρίας να τιμωρής τους συκοφάντας με τας οποίας τιμωρείς τους εγκληματούντας.
Να κυριαρχής του εαυτού σου εξ ίσου όπως εξουσιάζεις τους άλλους, και τούτο να νομίζης ότι είναι το κατ' εξοχήν προτέρημα του βασιλέως, δηλαδή να μη εξουσιάζεσαι από καμμίαν ηδονήν, αλλά περισσότερον να είσαι κυρίαρχος των παθών σου, παρά των πολιτών. Να μη συνάπτης κανένα σύνδεσμον άνευ λόγου και απερισκέπτως, αλλά να συνηθίζης τον εαυτόν σου να ευχαριστήται με εκείνας εκ των ενασχολήσεων, εκ των οποίων και συ ο ίδιος θα προοδεύσης και εις τους άλλους θα φανής ότι είσαι καλύτερος.
[30] Να μη στηρίζης την φήμην σου εις τας τοιαύτας πράξεις τας οποίας και οι κακοί δύνανται να πράξουν, αλλά να φαίνεσαι ότι είσαι υπερήφανος διά την αρετήν σου, της οποίας ουδόλως μετέχουν οι κακοί. Να νομίζης ότι αληθέσταται εκ των τιμών είναι όχι εκείναι αι οποίαι αποδίδονται εις το φανερόν και εμπνέονται από φόβον, αλλ' αι τιμαί, αι οποίαι προέρχονται από ανθρώπους, οι οποίοι ευρισκόμενοι μόνοι των θαυμάζουν μάλλον τον χαρακτήρα σου παρά την περιουσίαν σου. Να προσπαθής να μη γίνεσαι αντιληπτός, αν σου συμβή να ευχαριστηθής διά κάτι ανάξιον λόγου, να φαίνεσαι δε ότι ασχολείσαι με τα ευγενή και μεγάλα. [31] Να μη έχεις την αξίωσιν οι μεν άλλοι να ζουν κοσμίως, οι δε βασιλείς χωρίς ευπρέπειαν, αλλά την ιδικήν σου σωφροσύνην να παρέχης παράδειγμα εις τους άλλους, έχων υπ' όψιν σου ότι ο χαρακτήρ ολοκλήρου της πόλεως διαμορφούται κατά τρόπον όμοιον προς τον χαρακτήρα των αρχόντων. Ας είναι εις σε ως σημείον ότι κυβερνάς με σωφροσύνην το ότι βλέπεις τους υπηκόους σου να γίνωνται ευπορώτεροι και χρηστότεροι το ήθος διά των φροντίδων σου. [32] Να θέτης εις ανωτέραν μοίραν το να αφήσης εις τα παιδιά σου καλόν όνομα παρά μεγάλην περιουσίαν· διότι ο μεν πλούτος είναι θνητός η δε καλή φήμη αθάνατος, και διά της καλής μεν φήμης δύνανται να αποκτηθούν τα χρήματα, αλλά η καλή φήμη δεν δύναται να εξαγορασθή διά των χρημάτων· και τα μεν χρήματα έρχονται εις τας χείρας και των κακών, την δε καλήν φήμην δεν είναι δυνατόν να αποκτήσουν παρά μόνον όσοι διεκρίθησαν. Να ενδύεσαι με μεγαλοπρέπειαν και να καλλωπίζεσαι, τουναντίον δε να τηρής το μέτρον εις τας άλλας συνηθείας της ζωής, όπως αρμόζει εις τους βασιλείς, ίνα εκείνοι μεν που σε βλέπουν σε νομίζουν άξιον της αρχής κρίνοντες από την καθόλου εξωτερικήν εμφάνισιν, όσοι δε σε συναναστρέφονται, βλέποντες την δύναμιν της ψυχής σου, να έχουν την ιδίαν γνώμην περί σού με όσους κρίνουν από την εξωτερικήν σου όψιν. [33] Να εξετάζης μετά προσοχής πάντοτε τους λόγους σου και τας πράξεις σου, διά να περιπίπτης όσον το δυνατόν εις ολιγώτερα σφάλματα. Διότι άριστον μεν είναι να επιτυγχάνη κανείς το προσήκον μέτρον, αλλ' επειδή δυσκόλως γίνεται τούτο αντιληπτόν, να προτιμάς να έχης ολιγώτερα του δέοντος και όχι περισσότερα· διότι το προσήκον μέτρον (το ορθόν) ενυπάρχει μάλλον εις την έλλειψιν παρά εις την υπερβολήν.
[34] Να είσαι ευγενής εις τους τρόπους σου και σοβαρός· διότι η μεν σοβαρότης αρμόζει εις την άσκησιν της απολύτου εξουσίας, η δε ευγένεια είναι το στόλισμα της εν τη κοινωνία αναστροφής· η συμβουλή αύτη είναι η δυσκολωτάτη από όλας τας συμβουλάς· διότι θα εύρης ως επί το πολύ εκείνους μεν που είναι σοβαροί να είναι ψυχροί, εκείνοι δε που θέλουν να είναι ευγενείς, να φαίνωνται ταπεινοί· πρέπει λοιπόν να μεταχειρίζεσαι μεν και τας δύο ταύτας ιδιότητας, να αποφεύγης δε το μειονέκτημα που υπάρχει εις εκάστην εκ τούτων. [35] Ό,τι θελήσης να εξακριβώσης εξ εκείνων τα οποία πρέπει να γνωρίζουν οι βασιλείς, να το επιδιώκης συνενώνων την πείραν με την θεωρίαν· διότι η μεν θεωρία θα σου δείξη την μέθοδον της ερεύνης, το να γυμνάζεσαι δε επάνω εις αυτά τα έργα (η εμπειρία) θα σε κάμη να δύνασαι να μεταχειρίζεσαι αυτά τα πράγματα.

Πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα - Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Θίοντορ Ρούζβελτ: Ο ακούραστος καταθλιπτικός πρόεδρος



Ο Θίοντορ Ρούζβελτ ήταν ένας πραγματικά ακούραστος άνθρωπος. Αντιπρόεδρος επί Γουίλιαμ ΜακΚίνλι, τον διαδέχθηκε στην προεδρία των ΗΠΑ όταν εκείνος δολοφονήθηκε, στις 14 Σεπτεμβρίου 1901. Ο Ρούζβελτ ήταν τότε μόλις 43 ετών. Επανεξελέγη το 1904 και παραιτήθηκε το 1909, στα 51 του χρόνια. Σήμερα, ο Ρούζβελτ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς προέδρους όλων των εποχών, αντάξιος του Λίνκολν και του Ουάσινγκτον. Για να περιγράψει τον φρενήρη χαρακτήρα του, ο τιμημένος με Πούλιτζερ βιογράφος του, Έντμουντ Μόρις, δανείστηκε μια φράση από ένα σύντομο αλλά διεισδυτικό δοκίμιο του Γάλλου συγγραφέα Λεόν Μπαζαλζέτ: "Αυτά τα ξεχειλίσματα φαινομενικής επιθετικότητας, βίαια και παιχνιώδη ταυτόχρονα, ήταν περισσότερο ενδεικτικά ενεργητικότητας, παρά σοβαρής σκέψης. Το φράγμα έπρεπε να ξεχειλίζει διαρκώς, για να παραμείνει καθαρό και γαλήνιο το νερό στον πυθμένα".

Εκτός από την παροιμιώδη ενεργητικότητά του, ο Αμερικανός πρόεδρος υπέφερε από περιοδικές κρίσεις κατάθλιψης. Η πολιτική του ανέλιξη ήταν σχεδόν μυθιστορηματική.

Ύστερα από αρκετές πιέσεις, ο Ρούζβελτ κατάφερε να διοριστεί βοηθός υπουργός Ναυτικών, στις 19 Απριλίου 1887. Δεν άργησε να αφήσει τη σφραγίδα του στο υπουργείο, θέτοντάς το ουσιαστικά σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση. Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, το Κογκρέσο ψήφισε υπέρ της κουβανικής ανεξαρτησίας. Την επόμενη μέρα, ο πρόεδρος ΜακΚίνλι υπέγραψε το ψήφισμα και δεσμεύτηκε για παραχωρήσει τη διακυβέρνηση της χώρας στον κουβανικό λαό μετά την απελευθέρωση. Στις 23 Απριλίου, ο ΜακΚίνλι έκανε έκκληση για την κατάταξη 125.000 εθελοντών στον τακτικό αμερικανικό στρατό, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αριθμούσε 28.000 άνδρες. Ο Ρούζβελτ ανέλαβε δράση. Μέσα σε λίγες μέρες, η πρώτη ίλη ιππικού, οι περίφημοι "Θυελλώδεις Ιππείς", ήταν γεγονός και ο Τίθαντορ (Teethadore), όπως τον αποκαλούσε η New York Press για τα πεταχτά του δόντια, ετοιμαζόταν να γράψει ιστορία. Ως συνταγματάρχης, οδήγησε τους άνδρες του στη νίκη στη μάχη του Λόφου του Σαν Χουάν, την 1η Ιουλίου 1888, στον ισπανοαμερικανικό πόλεμο. Κατόπιν, εξελέγη κυβερνήτης της Νέας Υόρκης με άνετη πλειοψηφία και στη συνέχεια υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση του αντιπροέδρου με τους Ρεπουμπλικανούς.

Από τα παιδικά του χρόνια ο Ρούζβελτ υπέφερε από κρίσεις άσθματος και διάρροιες, αλλά αγνοούσε τους γιατρούς του που του συνιστούσαν να προσέχει. Στις 14 Φεβρουαρίου 1884 η μητέρα του πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Έντεκα ώρες αργότερα, την ίδια μέρα, πέθανε και η σύζυγός του, η Άλις Λη, από τη νόσο του Μπράιτ, κάποια μορφή εντερίτιδας, λίγο μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Ο Ρούζβελτ έγινε ράκος. Η καταχώριση στο ημερολόγιό του εκείνη την ημέρα αποτελείται από μία μόνο φράση: "Έσβησε το φως της ζωής μου". Ήταν μόλις 25 ετών. Κατέφυγε στο αγρόκτημά του και άρχισε να γυμνάζεται και να κάνει ιππασία εντατικά, για να ξεχάσει τη θλίψη του. Αργότερα, ταλαιπωρήθηκε και από άλλες κρίσεις άσθματος, απόρροια του υπερβολικού άγχους του. Πολλοί ψυχολόγοι και βιογράφοι θεωρούν πλέον ότι ο Ρούζβελτ έπασχε από διπολική διαταραχή.

Ο Ρούζβελτ έκανε ορειβασία στην ψηλότερη κορυφή της οροσειράς Αντιροντάκ, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όταν πληροφορήθηκε ότι ο ΜακΚίνλι είχε δολοφονηθεί. Ευθύς αμέσως ανέλαβε τα προεδρικά καθήκοντα, διατηρώντας τα για επτά χρόνια. Στο διάστημα της προεδρίας του οι κρίσεις άγχους και άσθματος πέρασαν στο περιθώριο και δεν στάθηκαν εμπόδιο στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι ιστορικοί: "Η έμφυτη επιθετικότητά του κυριαρχούσε στα νεανικά του χρόνια, αλλά στην ωριμότητά του είχε πλέον σμιλέψει τον χαρακτήρα του και κατάφερνε να δείξει αυτοσυγκράτηση, σαν ηφαίστειο σκεπασμένο με στερεοποιημένη λάβα. Δεν υπήρξαν σοβαρές ρωγμές για τρία χρόνια - πριν από την ανάληψη της προεδρίας". Ως πρόεδρος, ο Ρούζβελτ επιδιδόταν με πάθος στο μποξ, προφανώς για να εκτονώσει την επιθετικότητά του. Κατά τη διάρκεια φιλικού πυγμαχικού αγώνα τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα να χάσει οριστικά την όραση από το αριστερό του μάτι, γεγονός που αποσιωπήθηκε τότε από την κοινή γνώμη.

Παρά τις επιθετικές του τάσεις, ο Ρούζβελτ διέγραψε μία άκρως επιτυχημένη πορεία στο "οβάλ γραφείο". Διασφάλισε τη διάνοιξη της Διώρυγας του Παναμά, αναγνωρίζοντας τη στραγητική αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας διόδου ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Δίνοντας μία διαφορετική ερμηνεία στο περίφημο "Δόγμα Μονρόε", απέκλεισε την ίδρυση ξένων βάσεων στην Καραϊβική, εξασφαλίζοντας έτσι για τις Ηνωμένες Πολιτείες το αποκλειστικό δικαίωμα παρέμβασης στη Λατινική Αμερική. Η Κούβα απελευθερώθηκε και οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ενισχύθηκαν.

Το 1905 ο Ρούζβελτ πέτυχε την υπογραφή ειρηνευτικής συνθήκης ανάμεσα στην Ιαπωνία και τη Ρωσία, για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Επίσης, επιδόθηκε σε μια επιχείρηση εκκαθάρισης της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα περιστατικά δημόσιου ξυλοδαρμού. Ακόμα, έθεσε το θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, επαναφέροντας τον νόμο κατά των τραστ.

Το 1906 χειρίστηκε με υπερβολική αυστηρότητα την απειθαρχία κάποιων μαύρων στρατιωτών στο Μπράουνσβιλ του Τέξας, κάτι που παραδέχθηκε αργότερα και ο ίδιος. Επίσης, ο Ρούζβελτ ήταν από τους πρώτους πολιτικούς που ασχολήθηκαν με την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ίδρυσε πέντε εθνικά πάρκα και δεκαοκτώ εθνικά μνημεία. Ήταν ευερέθιστος, κυριαρχικός, ανυπόμονος, συχνά εριστικός, αλλά και τρομερά αγαπητός σε μεγάλες μερίδες του κόσμου.

Όταν ο Ρούζβελτ παραιτήθηκε από την προεδρία, όρισε διάδοχό του τον Χάουαρντ Ταφτ. Εκτός από ανεπαρκής, ο Ταφτ υπέφερε από αποφρακτική υπνική άπνοια, μια διαταραχή του ύπνου, που, σε συνδυασμό με την παχυσαρκία του, τον έκανε ληθαργικό και ακατάλληλο για το προεδρικό αξίωμα. Στις εκλογές του 1912 ο Ρούζβελτ έκανε το λάθος να έρθει σε απευθείας σύγκρουση τόσο με τον Ταφτ όσο και με τον Δημοκρατικό υποψήφιο Γούντροου Γουίλσον, καθώς έβαλε υποψηφιότητα με το Κόμμα των Προοδευτικών, που είχε πρόσφατα συστήσει. Κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας, δέχθηκε έναν πυροβολισμό, αλλά σώθηκε χάρη στη μεταλλική θήκη των γυαλιών που είχε στην τσέπη του σακακιού του. Παρά το ματωμένο πουκάμισό του και τη σφαίρα στο στήθος του, ο Ρούζβελτ συνέχισε να μιλάει και διακήρυξε: "Δεν αρκεί αυτό για να σκοτώσετε την αλκή!". Τελικά, ο Γουίλσον νίκησε εύκολα το διασπασμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ο Ρούζβελτ κέρδισε περισσότερες ψήφους από τον Ταφτ, αλλά έχασε την πολυπόθητη προεδρία. Μετά από αυτή την ήττα δεν ήταν πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Κλείστηκε στον εαυτό του και δήλωνε: "Είμαι ανείπωτα μόνος. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο μόνος νιώθει ο άνθρωπος που έχει βιώσει την απόρριψη από τους δικούς του".

Για να καταπολεμήσει τη μοναξιά και την κατάθλιψη, ο Ρούζβελτ στράφηκε και πάλι στη σωματική άσκηση και τις περιπέτειες, λαμβάνοντας μέρος σε επιχείρηση χαρτογράφησης του ποταμού Ντούβιντα, που σήμερα φέρει το όνομά του. Αργότερα, υπέβαλε αίτηση για να υπηρετήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Γαλλία, αλλά ο πρόεδρος Γουίλσον την απέρριψε.

Ο Θίοντορ Ρούζβελτ πέθανε στις 6 Ιανουαρίου 1919, στα 60 του χρόνια, εξουθενωμένος από τη διπολική διαταραχή με την οποία έζησε για όλη του τη ζωή. Μια ζωή γεμάτη δράση, ρίσκο και..."λαβωμένο πνεύμα".

ΠΗΓΗ: David Owen, "Ασθενείς ηγέτες στην εξουσία" (σελ. 39-44)

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Στηλιτικά 1875


Με την ονομασία στηλιτικά, φέρονται διάφορα πολιτικά επεισόδια που συνέβησαν στην Αθήνα το 1875, με προπηλακισμούς βουλευτών, λόγω παρατεινόμενων συνταγματικών παραβάσεων κατά τη λήψη αποφάσεων στη Βουλή, χωρίς δηλαδή την απαιτούμενη απαρτία. Οι δε κυβερνητικοί βουλευτές που συμμετείχαν σε αυτές τις συνεδριάσεις αποκαλούνταν στηλίτες.

Συγκεκριμένα κατά την ΣΤ΄ Βουλευτική Περίοδο και ειδικότερα στις 4 Φεβρουαρίου του 1874 μετά την παραίτηση της κυβέρνησης του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη που είχε μετρήσει μόλις 20 ημέρες βίου, κλήθηκε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας ο κομματάρχης Δημήτριος Βούλγαρης, ο επιλεγόμενος "τζουμπές", που είχε πλειοψηφήσει, ο οποίος και σχημάτισε κυβέρνηση στις 9 Φεβρουαρίου. Επελθούσης διαφωνίας μεταξύ αυτού και των άλλων αρχηγών κομμάτων, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί. Επειδή όμως δεν κατέστη τότε δυνατόν να σχηματιστεί κυβέρνηση, παρέμεινε ο ίδιος στην εξουσία και διέλυσε τη Βουλή. Στις 25 Ιουλίου συνήλθε η νέα Βουλή όπου η μεν πλειοψηφία αποτελούταν από οπαδούς του Βούλγαρη, πλην όμως δεν συγκροτούσαν την απαραίτητη απαρτία για νομοθετικό έργο. Κατά το άρθρο 56 του τότε Συντάγματος, επί συνόλου 190 βουλευτών απαρτία λογιζόταν η παρουσία τουλάχιστον 96 βουλευτών. Οι δε προσκείμενοι βουλευτές στον Βούλγαρη ήταν μόνο 85.

Παρά ταύτα, στις 30 Νοεμβρίου του 1874 η κυβέρνηση με παρουσία 85 βουλευτών προχώρησε στην ψήφιση του προϋπολογισμού του έτους. Οι αντιπολιτευόμενοι τότε θεώρησαν την απόφαση αυτή αντισυνταγματική και αποχώρησαν, ενώ η κυβέρνηση κήρυξε τη λήξη της συνόδου. Στις 5 Μαρτίου του 1875 συγκλήθηκε η Βουλή σε έκτακτη σύνοδο. Επειδή όμως και τότε η κυβερνώσα παράταξη δεν ευρέθηκε σε απαρτία, παρισταμένων μόνο 81 βουλευτών, η κυβέρνηση, δίνοντας άλλη ερμηνεία στο σχετικό άρθρο του συντάγματος, συνέχισε το νομοθετικό της έργο. Τότε όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί συνασπίστηκαν σε κοινό αγώνα κατά της κυβέρνησης, δημιουργώντας πορείες και έκτροπα, προπηλακίζοντας τους κυβερνητικούς βουλευτές όπου βρίσκονταν ή εμφανίζονταν. Όλος ο αντιπολιτευόμενος τότε τύπος ξεσήκωσε την κοινή γνώμη, απαιτώντας να γράφονται καθημερινά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τα ονόματα των βουλευτών αυτών, προκειμένου έτσι ο λαός να γνωρίζει με ποιους και χωρίς απαρτία η Βουλή ψήφιζε σοβαρά νομοσχέδια, κατά το πρότυπο που εφαρμοζόταν στην Αρχαία Αθήνα, με τις ατιμωτικές στήλες στις οποίες αναγράφονταν τα ονόματα των προδοτών της πόλης. Εξ αυτού τα γεγονότα αυτά έμειναν στη νεότερη ιστορία με το όνομα στηλιτικά.

Τελικά, τα έκτροπα, μετά και από παρέμβαση του Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ ανάγκασαν τον Βούλγαρη σε παραίτηση. Στις 27 Απριλίου του 1875 ο Χαρίλαος Τρικούπης σχημάτισε κυβέρνηση και διέλυσε τη Βουλή, αποκαθιστώντας την τάξη.

Ο Γεώργιος Σουρής, καυτηριάζοντας τα στηλιτικά, έγραψε, μεταξύ άλλων:
"Και άρχισε να γίνεται των νόμων λειτουργία
και ανεβοκατέβαιναν τα τότε Υπουργεία.
Και ήλθαν τα Στηλιτικά και οι Μαραθωνομάχοι
εις τον Μεγαλειότατον εγύρισαν τη ράχη
και όλοι εμελέτησαν κι΄ εσκέφθησαν καινά,
κι΄ εσείσθησαν κι΄ ετράνταξαν κοιλάδες και βουνά".
"Υπουργεία": Έτσι λέγονταν τότε οι κυβερνήσεις,
"Μαραθωνομάχοι": Έτσι αποκαλεί ο Σουρής τους βουλευτές, από τους μαραθώνιους λόγους τους,
"εσκέφθησαν καινά": Είτε με νέες ερμηνείες, είτε χωρίς απαρτία.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Πρώτη μέρα στο σχολείο...



Την πρώτη ημέρα του σχολείου, η μικρή μαθήτρια δεν συνοδεύτηκε από τους γονείς της, παρά μόνο από τέσσερις οπλισμένους αστυνομικούς.

Την διαδρομή από το σπίτι της έως το σχολείο την έκανε ανάμεσα σε πλήθος που ήταν παρατεταγμένο στις δύο πλευρές του δρόμου, ανάμεσα σε ουρλιαχτά και σε αντικείμενα που της πετούσαν για να την χτυπήσουν.

Όταν μπήκε στην αίθουσα της τάξης της, αντιλήφθηκε ότι ήταν η μοναδική μαθήτρια παρούσα: Όλοι οι άλλοι μαθητές είχαν αποτραβηχτεί από τους γονείς τους. Και όχι μόνο. Και οι δάσκαλοι αρνήθηκαν να κάνουν το μάθημά τους: Όλοι εκτός μιας, που για ένα έτος ήταν η μοναδική της δασκάλα.

Για όλο έτος η μικρή μαθήτρια έπαιρνε μαζί της φαγητό από το σπίτι της για να αποφύγει απόπειρες δηλητηρίασης. Και η οικογένειά της υπέστη εκβιασμούς: Ο πατέρας της έχασε την εργασία του, στη μητέρα της απαγορεύτηκε να πραγματοποιεί τα ψώνια της στο γειτονικό μπακάλικο, οι παππούδες της εκδιώχθηκαν από τους αγρούς που καλλιεργούσαν, όπου κατείχαν μονάχα το μισό της παραγωγής τους.

Το μοναδικό φταίξιμο της Ruby Bridges ήταν το μαύρο χρώμα του δέρματός της. Ήταν η πρώτη έγχρωμη μαθήτρια που μπήκε σε ένα σχολείο, κάτι που έως εκείνη την στιγμή ήταν προνόμιο των λευκών.

Ήταν το 1960, στη Νέα Ορλεάνη.

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Άνοιξη


Καθώς βρισκόμαστε στην καρδιά της Άνοιξης...

Sandro Botticelli και "Primavera"

"Η Άνοιξη" ή "Η Αλληγορία της Άνοιξης", έργο τέμπερας μεγάλων διαστάσεων (203 x 314 cm), χρονολογείται περίπου το 1478.

Το θέμα του πίνακα: Ένα σκιερό άλσος, πιθανόν πορτοκαλεώνας, πλούσιο σε βλάστηση με θάμνους και φρούτα. Κάτω από τον γαλάζιο ουρανό εμφανίζονται εννέα φιγούρες συμμετρικά τοποθετημένες, ενώ το έδαφος είναι λιβάδι με πλούσια συλλογή από λουλούδια (έχουν αναγνωριστεί πάνω από 90 διαφορετικά είδη λουλουδιών απο βοτανολόγους, κυρίως από είδη που ανθίζουν στην περιοχή). 

Διαβάζοντας τον πίνακα από δεξιά προς τα αριστερά βλέπουμε:
- Τον θεό Ζέφυρο να φυσά ελαφρά και να κρατά στα χέρια του μια γυναικεία φιγούρα.
- Τη νύμφη Χλωρίδα, την οποία κρατά ο Ζέφυρος
- Την θεά των λουλουδιών και της Άνοιξης, Φλόρα. Είναι η ίδια η νύμφη Χλωρίδα, η οποία έχει πλέον ενωθεί με τον άνεμο και έχει ανθίσει.
- Στο μέσον η θεϊκή Αφροδίτη στέκεται μπροστά από θάμνο μυρτιάς και επιβλέπει τα γεγονότα.
- Ο μικρός θεός Έρωτας πετά πάνω από τη θεά με δεμένα τα μάτια του και σκοπεύει με το τόξο του.
- Οι τρεις γυναικείες φιγούρες που λικνίζονται απαλά και φορούν πέπλα με τα χρώματα της οικογενείας των Μεδίκων, καθώς και χαρακτηριστικά στολίδια, αντιπροσωπεύουν τις τρεις Χάριτες (εικόνα εμπνευσμένη από την "Θεία Κωμωδία" του Δάντη)
- Ο θεός Ερμής τελευταίος αριστερά έχει υψώσει το Κηρύκειο και διώχνει τα σύννεφα που εμφανίζονται, τα οποία θα μπορούσαν να σκοτεινιάσουν τον πίνακα.

Ο πίνακας φέρει αρκετά στιλιστικά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν την τέχνη του Μποτιτσέλι. Είναι σύνθεση που τονίζει τις ελικοειδείς γραμμές, έχει πολύ χρώμα και προσεγμένη λεπτομέρεια. 

Πρόκειται για μία περίτεχνη μυθολογική αλληγορία της άνθησης της γονιμότητας του κόσμου, ένα κλασικό αντιπροσωπευτικό έργο του Botticelli και συνολικά της Αναγέννησης. Ως θέμα για την εποχή του αντικατοπτρίζει μια ηθική αλήθεια, με αποτέλεσμα πολλοί κριτικοί να αντιληφθούν νεοπλατωνικές θεωρήσεις.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Κούλουμα


Με την ονομασία Κούλουμα χαρακτηρίζεται ο υπαίθριος πανηγυρισμός της «Καθαράς Δευτέρας».

Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Μεγάλη Τεσσαρακοστή για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημαίνεται το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι διότι αυτή τη μέρα οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά. Είναι μέρα νηστείας αλλά και αργίας για τους Χριστιανούς. Η νηστεία διαρκεί 40 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο. Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν από την Κυριακή της Ανάστασης του Χριστού, το χριστιανικό Πάσχα.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί η αρχαία προέλευση της εορτής. Οι εορτάζοντες τα «Κούλουμα» τρώνε άζυμο άρτο («λαγάνες»), ενώ καταναλώνουν κυρίως νηστίσιμα φαγητά, τα λεγόμενα σαρακοστιανά, όπως π.χ. ταραμά, ταραμοσαλάτα, θαλασσινά, ελιές, κρεμμύδια, διάφορα λαχανικά, χαλβά κ.ά..

Η γιορτή αυτή είναι πανελλήνια και σύμφωνα με κάποιους, έχει αθηναϊκή καταγωγή, ενώ κατ' άλλους, βυζαντινή. Στην Κωνσταντινούπολη εορταζόταν έντονα από πλήθος κόσμου που συνέρρεε σε έναν από τους επτά λόφους της πόλης και συγκεκριμένα σε εκείνον του ελληνικότατου οικισμού των «Ταταούλων».

Στην Αθήνα, από πολλές δεκαετίες προ του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα Κούλουμα γιορταζόταν στις πλαγιές του λόφου του Φιλοπάππου, όπου οι Αθηναίοι «τρωγόπιναν» καθισμένοι στους βράχους από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι περισσότεροι χόρευαν υπό τους ήχους πλανόδιων μουσικών, κατά παρέες, είτε δημοτικούς είτε λαϊκούς χορούς υπό τους ήχους «λατέρνας».

Το σούρουπο όλοι οι Ρουμελιώτες γαλατάδες της Αθήνας έστηναν λαμπρό χορό κυρίως τσάμικο γύρω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός, παρουσία των Βασιλέων και πλήθους κόσμου.

Σήμερα τα Κούλουμα γιορτάζονται σχεδόν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, μαζί με το κύριο της ημέρας έθιμο του πετάγματος του «χαρταετού», αλλά και το γνωστό "γαϊτανάκι", που συνιστά έθιμο που έφεραν στην κυρίως Ελλάδα οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Ειδικότερα στην Αθήνα, με την ιστορική συνέχεια της παρουσίας του ανώτατου άρχοντα τονίζεται η λαογραφική αξία του εθίμου αυτού στον Λόφο του Φιλοπάππου.

Για την ετυμολογία του ονόματος, που παραμένει άγνωστη, όπως και η αρχή του εορτασμού, υπάρχουν πολλές απόψεις. Κατά μερικούς προήλθε από τον αναγραμματισμό της λατινικής λέξης cumulus, που σημαίνει σωρός, αφθονία ή επίλογος-κορύφωση, υποδηλώνοντας έτσι το πολύ "φαγοπότι" με πολύ χορό, ή το τέλος της εορταστικής περιόδου της αποκριάς. Ειδικότερα, όμως, ο Α. Καμπούρογλου σημειώνει ότι ο όρος είναι καθαρά αθηναϊκός και προέρχεται από τις κολώνες του ναού του Ολυμπίου Διός, που τις αποκαλούσαν στη νεότερη ιστορία οι Αθηναίοι columna, κόλουμνα, κούλoυμνα, κούλουμα, χωρίς όμως αυτό και να προσδιορίζει την αρχή της εορτής, που πιθανολογείται κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.Ο ίδιος όμως προσθέτει στις σημειώσεις του ότι ο λόφος επί του οποίου βρίσκεται το Θησείο ονομάζονταν στην αρχή της εποχής του Όθωνα, "τριανταδυό κολώνες". Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι στα τούρκικα η γιορτή ονομάζεται «Μπακλά χουράν» από τη λέξη «μπακλά», που σημαίνει κουκιά.
 
Σημείωση: Η λέξη "λαγάνα" προέρχεται ετυμολογικά από το αρχαίο λάγανον, το οποίο μάλλον ήταν πλατύ, άζυμο ψωμί από αλεύρι και λάδι χαλαρής/πλαδαρής υφής. Από τη ρίζαρίζα -λαγ (λάγος =χαλαρός) προέρχονται και οι λέξεις λαγαρός ή λάγνος. Στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη αναφέρεται η φράση: "λάγανα πέπεταιαν". Επίσης στη μετάφραση της Αγίας Γραφής (Έξοδος) των Ο΄ (Εβδομήκοντα), αναφέρεται: "και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω" .

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Η προσάρτηση της Αυστρίας



Στις 12 Μαρτίου 1938 οι μηχανοκίνητες μεραρχίες της Βέρμαχτ διέβησαν τα σύνορα Γερμανίας-Αυστρίας και κατέκτησαν αναίμακτα και πανηγυρικά τη γενέτειρα του Αδόλφου Χίτλερ, προσαρτώντας την στο Γερμανικό Ράιχ. Ήταν το λεγόμενο "Anschluss", που αποτέλεσε ένα από τα πρώτα κατακτητικά βήματα των εθνικοσοσιαλιστών, στην προσπάθειά τους για εξασφάλιση του λεγόμενου "ζωτικού χώρου".

Ιστορικό υπόβαθρο

Το 1918, εξαιτίας του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία διαλύθηκε. Πολλοί Αυστριακοί πίστεψαν (και ίσως επιθυμούσαν) την προσχώρηση των γερμανόφωνων περιοχών της Αυστρίας στη Γερμανία ή τον σχηματισμό μιας μορφής ομοσπονδίας. Όμως η Συνθήκη των Βερσαλλιών ρητά απαγόρευε κάτι τέτοιο και σύμφωνα με αυτήν, η Αυστρία όφειλε να παραμείνει ανεξάρτητη, καθώς τόσο η Γαλλία όσο και η Βρετανία είχαν πάντα τον φόβο μιας εκ νέου ισχυροποιημένης Γερμανίας. Ωστόσο, και παρά την θρησκευτική διαφορά των γερμανόφωνων πληθυσμών στις δύο χώρες (η Αυστρία είχε πλειοψηφία Καθολικών, ενώ η Γερμανία Διαμαρτυρόμενων), τόσο η νεοϊδρυθείσα Πρώτη Αυστριακή Δημοκρατία όσο και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης υποστήριζαν ένα είδος συνένωσης. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 η επιθυμία αυτή παρέμενε κυρίαρχη και η αυστριακή κυβέρνηση επιζητούσε την επίτευξη ενός είδους τελωνειακής ένωσης με την Γερμανία.

Το πρελούδιο της προσάρτησης

Ωστόσο, στις 21 Μαΐου 1935 ο Χίτλερ δήλωνε, σε λόγο του στο Ράιχσταγκ: "Η Γερμανία ούτε προτίθεται ούτε επιθυμεί να παρέμβει στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυστρίας, να προσαρτήσει την Αυστρία ή να προκαλέσει την προσάρτησή της". Παρά τις δηλώσεις του, ναζιστικός δάκτυλος, σε συνεργασία με το φασιστικό κόμμα της Αυστρίας, είχε δολοφονήσει τον Αυστριακό Καγκελάριο Ένγκελμπερτ Ντόλφους. Η ενέργεια αυτή αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση της επανεγκατάστασης της δυναστείας των Αψβούργων, κάτι που φοβόταν το ναζιστικό καθεστώς, καθώς η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι ήταν προστάτιδα δύναμη της Αυστρίας, όπως είχε συμφωνηθεί στις 7 Ιανουαρίου 1935. Ο Μουσολίνι δεν επιθυμούσε να δει την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και αμέσως μετά τη δολοφονία του Ντόλφους η Ιταλία έστειλε στα ιταλοαυστριακά σύνορα ισχυρά στρατεύματα, υπό τύπον προειδοποίησης. Αυτή η ενέργεια ματαίωσε τα σχέδια του Χίτλερ για πραξικοπηματική προσάρτηση της Αυστρίας. Μετά το σύμφωνο Βερολίνου - Ρώμης η Ιταλία αποσύρθηκε από την προστασία της Αυστρίας. Μάλιστα, ο Μουσολίνι, είχε δηλώσει στον Γερμανό πρέσβη ότι δεν έχει πρόβλημα να γίνει η Αυστρία δορυφόρος της Γερμανίας και αργότερα πίεσε με διπλωματικά μέσα τον Αυστριακό καγκελάριο για να γίνει αυτό.

Τον Ντόλφους διαδέχθηκε ο Κουρτ φον Σούσνιγκ, ηγέτης του Κόμματος "Πατριωτικό Μέτωπο", χριστιανοφασιστικών αποχρώσεων. Και αυτός, όμως, επιθυμούσε την ανεξαρτησία της χώρας του. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει ο καγκελάριος ήταν η ισχύς που, με την υποστήριξη του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, είχε αποκτήσει η αντίστοιχη αυστριακή παράταξη. Η Ιταλία, προφανώς πεπεισμένη από τον Χίτλερ και τη μεταξύ τους σύσφιξη των σχέσεων, δεν υποστήριζε πλέον την αυστριακή ανεξαρτησία με την ίδια ζέση. Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του είχαν καταστρώσει έξυπνα το σχέδιό τους και φρόντιζαν για την ενδυνάμωση του φυσικού τους συμμάχου, του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η Αυστρία αποδυναμωμένη απο την μη εμπλοκή και των άλλων μεγάλων δυνάμεων, έλαβε την απόφαση να υπογράψει σύμφωνο με τη Γερμανία. Στο σύμφωνο του Ιουλίου του 1935, στο 3 άρθρο, η Αυστρία αποδεχόταν ότι είναι προέκταση του γερμανικού κράτους.

Τον Νοέμβριο του 1937, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, Λόρδος Χάλιφαξ, συναντήθηκε με τον Χίτλερ και τόνισε ότι υπήρχαν σφάλματα στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, που έπρεπε να διορθωθούν, καθώς και ότι οι μεταβολές στην Ευρώπη σχετικά με το Ντάντσιχ, την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία ήταν αποδεκτές από την Αγγλία, υπογραμμίζοντας ότι αυτές οι μεταβολές έπρεπε να γίνουν με ειρηνικές λύσεις και μεθόδους. Με αυτόν τον τρόπο ο Χίτλερ έγινε ακόμη πιο επιθετικός.

Ο Σούσνιγκ αντελήφθη τον κίνδυνο. Τον Ιανουάριο του 1938 η αυστριακή αστυνομία εισέβαλε στα κεντρικά γραφεία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (με τις ευλογίες του Σούσνιγκ) και τα έκλεισε, θέτοντας ταυτόχρονα το κόμμα εκτός νόμου. Ο Σούσνιγκ υπολόγιζε στην υποστήριξη της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας, κάτι που, όμως, τελικά δεν έγινε. Στις 12 Φεβρουαρίου 1938 ο Χίτλερ κάλεσε τον Σούσνιγκ σε συνάντηση στο Μπερχτεσγκάντεν (Βαυαρία), όπου είχε ένα από τα αρχηγεία του, και απαίτησε από τον Αυστριακό Καγκελάριο να άρει την απαγόρευση του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, να του αποδώσει τις πλήρεις πολιτικές του ελευθερίες και να απελευθερώσει όσα μέλη του είχαν φυλακισθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η Γερμανία θα ήταν υποχρεωμένη σε στρατιωτική επέμβαση.

Ωστόσο, ο Χίτλερ, πριν προχωρήσει ανοικτά στην επέμβαση στην Αυστρία, έπρεπε να φροντίσει μερικά άλλα θέματα στη Γερμανία: Οι δύο αναμορφωτές του γερμανικού στρατού, ο Στρατάρχης Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, Υπουργός Πολέμου και Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και ο Στρατηγός Βέρνερ φον Φριτς, Αρχηγός του Στρατού, εκδιώχθηκαν από τις θέσεις τους, καθώς ειδικά ο φον Φριτς είχε ανοιχτά αντιταχθεί στο σχέδιο του Χίτλερ για την προσάρτηση της Αυστρίας. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύθηκε εμπλοκές τους σε σκάνδαλα και τους απέπεμψε μαζί με ικανό αριθμό στρατηγών, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την αρχηγία των Ενόπλων Δυνάμεων. Με τις ενέργειες αυτές κατάφερε να θέσει ολόκληρο το στράτευμα υπό τον έλεγχό του. Παράλληλα, αντικατέστησε τον Υπουργό Εξωτερικών Κόνσταντιν φον Νόιρατ με τον Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ και έπαυσε και τον Φραντς φον Πάπεν, ο οποίος τον είχε βοηθήσει να πάρει την εξουσία. Με τις εκκαθαρίσεις αυτές ο Χίτλερ έλυσε τα εσωτερικά του προβλήματα και μπόρεσε να προχωρήσει στο σχέδιο προσάρτησης της Αυστρίας, το οποίο αποτελούσε το πρώτο βήμα για την επεκτατική εξωτερική πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει.

Ο Σούσνινγκ, στην προσπάθειά του να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του, προκήρυξε δημοψήφισμα στις 9 Μαρτίου δημοψήφισμα, στο οποίο, μάλιστα, είχε θέσει κατώτερο όριο ηλικίας τα 24 χρόνια, για να αποφύγει τη συμμετοχή των νεότερων, για τους οποίους γνώριζε ότι η συντριπτική πλειοψηφία ήταν οπαδοί του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Στις 10 Μαρτίου κάλεσε σε επιστράτευση τη σειρά του 1915, κάτι που έφερε την οργισμένη αντίδραση του Χίτλερ, ενώ η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ορίστηκε για τις 13 Μαρτίου. Ωστόσο, σχεδόν αμέσως έγινε προφανές ότι ο Χίτλερ δεν θα περιοριζόταν να παρατηρεί πώς η Αυστρία θα διατηρούσε, μέσω λαϊκής ψήφου, την ανεξαρτησία της. Ο Γερμανός δικτάτορας ανακοίνωσε ότι το δημοψήφισμα θα διεξαγόταν υπό καθεστώς εκφοβισμού, γεγονός που η Γερμανία δεν επρόκειτο να δεχτεί και απαίτησε την αναβολή του. Επιπλέον, ο Υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ, Γιόζεφ Γκέμπελς, εξέδωσε δελτία τύπου, σύμφωνα με τα οποία είχαν ξεσπάσει ταραχές και διαδηλώσεις, και μεγάλο ποσοστό Αυστριακών ζητούσαν την επέμβαση γερμανικών στρατευμάτων για την αποκατάσταση της τάξης. Ο Σούσνινγκ απάντησε αμέσως και δημόσια ότι τα περί ταραχών ήταν ψεύδη. Η Αυστρία ζήτησε τη βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων ως προς την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, εκείνες όμως παρέμειναν απλοί παρατηρητές των εξελίξεων.

Η προσάρτηση

Στις 11 Μαρτίου ο Χίτλερ απέστειλε τελεσίγραφο στον Σούσνινγκ, με το οποίο του ζητούσε να παραδώσει την εξουσία στους Εθνικοσοσιαλιστές, διαφορετικά θα επακολουθούσε εισβολή στη χώρα. Το τελεσίγραφο εξέπνεε στις 12 το μεσημέρι, ωστόσο παρατάθηκε επί δίωρο. Χωρίς, βέβαια, να περιμένει απάντηση σε αυτό, ο Χίτλερ υπέγραψε την εντολή αποστολής στρατευμάτων στην Αυστρία στις 13:00΄ και την επέδωσε λίγη ώρα αργότερα στον Χέρμαν Γκέρινγκ. Ο Σούσνινγκ, διαβλέποντας ότι δεν μπορούσε να διαφυλάξει την ανεξαρτησία της χώρας του, την απροθυμία παροχής οιασδήποτε βοήθειας από Βρετανία και Γαλλία και την απουσία της "δυνάμει" συμμάχου (λόγω συμφερόντων στο Τιρόλο) Ιταλίας, η οποία είχε λάβει ήδη σχετικές διαβεβαιώσεις και ανταλλάγματα από τη Γερμανία και κάτω από την πίεση της Βέρμαχτ που είχε παραταχθεί στα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών, υπέβαλε το ίδιο βράδυ την παραίτησή του.

Σε ραδιοφωνικό του διάγγελμα, μαζί με την ανακοίνωση της παραίτησής του, ανακοίνωσε ότι δεν αποδεχόταν την αλλαγή καθεστώτος ούτε επέτρεψε την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί, για να αποφύγει τυχόν αιματοχυσία. Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Αυστρίας, Βίλχελμ Μίκλας αρνήθηκε να ονομάσει τον Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ, Καγκελάριο της Αυστρίας και, αντίθετα, κάλεσε άλλους Αυστριακούς πολιτικούς, όπως τους Μίχαελ Σκουμπλ και Ζίγκμουντ Σιλάβσκι να αναλάβουν την Καγκελαρία. Οι Ναζιστές, όμως, ήταν πολύ καλά οργανωμένοι: Μέσα σε λίγες ώρες κατάφεραν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους πολλές περιοχές της χώρας και της πρωτεύουσας, Βιέννης, καθώς και δημόσιες υπηρεσίες, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, στον έλεγχο του οποίου υπαγόταν η Αστυνομία. Ωστόσο, ο Πρόεδρος εξακολούθησε να αρνείται κι έτσι ο Ζάις-Ίνκβαρτ στερείτο της νομιμοφάνειας να ζητήσει την παρέμβαση γερμανικών στρατευμάτων. Ο Χίτλερ με τον Γκέρινγκ, έχοντας απηυδήσει να περιμένουν την αποστολή νομιμοποιημένου μηνύματος, απέστειλαν κίβδηλο τηλεγράφημα, με το οποίο ζητείτο η γερμανική παρέμβαση στη χώρα. Οι Ναζιστές ανέλαβαν σχεδόν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας, συλλαμβάνοντας τους πολιτικούς όλων των κομμάτων και τα μέλη της κυβέρνησης. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη, ο Πρόεδρος ενέδωσε και όρισε τον Ζάις-Ίνκβαρτ Καγκελάριο.

Στις 12 Μαρτίου η 8η Στρατιά της Βέρμαχτ πέρασε τα σύνορα της Αυστρίας (επιχείρηση OTTO), όπου την ανέμενε μια μεγάλη έκπληξη: Αντί να αντιμετωπίσει την αντίσταση του αυστριακού στρατού, έγινε δεκτή με ναζιστικές σημαίες, χιτλερικούς χαιρετισμούς και λουλούδια, επονομάζοντας, έτσι, την εκστρατεία Blumenkrieg ("Πόλεμο των λουλουδιών"). Για την Βέρμαχτ η εκστρατεία αυτή αποτελούσε μια γενική δοκιμή του νέου της υλικού, πράγμα που δεν έγινε, καθώς δεν υπήρξαν συμπλοκές. Εντοπίστηκαν, όμως, προβλήματα επικοινωνιών και συντονισμού, που αποδείχθηκαν πολύτιμα για την επόμενη εισβολή, που επρόκειτο να γίνει στην Τσεχοσλοβακία.

Το ίδιο απόγευμα ο Χίτλερ μπήκε με το αυτοκίνητό του στην Αυστρία, περνώντας από το Μπράουναου, τη γενέτειρά του, και κατέφθασε το βράδυ στο Λιντς, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Η περιοδεία του στη χώρα κατέληξε σε πορεία θριάμβου, ο οποίος κλιμακώθηκε με την άφιξή του στη Βιέννη, στις 2 Απριλίου: Εκεί ο Χίτλερ, στην Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz), διακήρυξε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ράιχ, μπροστά σε πλήθος 200.000 περίπου ενθουσιασμένων Αυστριακών. Ανάμεσα στα άλλα ανέφερε: "Μερικές ξένες εφημερίδες έκαναν λόγο για επίπτωσή μας στην Αυστρία με βάρβαρες μεθόδους. Μπορώ μόνο να πω ότι ακόμη και νεκροί θα ψεύδονται. Αγωνίστηκα για να κερδίσω την αγάπη του λαού μου, αλλά, όταν διέσχισα τα μέχρι προχτές σύνορα, συνάντησα ένα ρεύμα αγάπης που όμοιό του δεν είχα δοκιμάσει ποτέ. Δεν ήρθαμε ως τύραννοι, αλλά ως απελευθερωτές.".

Νομικά, η προσάρτηση έγινε άμεσα, ήδη από τις 13 Μαρτίου με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η οποία υπέκειτο σε επικύρωση με δημοψήφισμα. Η Αυστρία έγινε η επαρχία Όστμαρκ και ο Ζάις-Ίνκβαρτ, Κυβερνήτης της. Το δημοψήφισμα έγινε στις 10 Απριλίου και το ποσοστό υπέρ της προσάρτησης ανήλθε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σε 99,73%.

Συνέπειες

Ελάχιστο χρονικό διάστημα μετά την προσάρτηση, ο Ναζισμός επιβλήθηκε πλήρως και σε κάθε έκφανσή του στην Αυστρία. Ξεκίνησαν μαζικές συλλήψεις των αντιναζιστικών στοιχείων της χώρας, ενώ πολλοί Αυστριακοί προσπάθησαν να διαφύγουν από τη χώρα. Από την άλλη, πολλοί Αυστριακοί πολιτικοί συντάχθηκαν με το νέο καθεστώς και εξέφρασαν δημόσια την ικανοποίησή τους τόσο για την προσάρτηση όσο και για το ότι αυτή επιτεύχθηκε αναίμακτα. Αρκετοί καθολικοί επίσκοποι, με προεξάρχοντα τον καρδινάλιο Ίννιτζερ, εξέφρασαν, επίσης, την ικανοποίησή τους για το γεγονός, αλλά το Βατικανό άμεσα εξέφρασε δριμείες επικρίσεις για την προσάρτηση με ραδιοφωνικό διάγγελμα του "υπουργού εσωτερικών" του κράτους, καρδιναλίου Πατσέλι, ενώ ο καρδινάλιος Ίννιτζερ (Innitzer), ο πρώτος που χαιρέτισε την προσάρτηση, κλήθηκε να αναφερθεί στην Αγία Έδρα. Ως αποτέλεσμα επήλθε ανάκληση των δηλώσεων του Ίννιτζερ και η υπογραφή μιας διακήρυξης, στην οποία αναφερόταν ότι "... η ανακοίνωση των Αυστριακών επισκόπων δεν είχε ως στόχο την επιδοκιμασία μιας πράξεως, η οποία δεν ήταν και δεν είναι σύμφωνη με τον Νόμο του Θεού...". Αντίθετα, ο εκπρόσωπος της Προτεσταντικής Εκκλησίας της χώρας, Ρόμπερτ Κάουερ (Robert Kauer), στις 13 Μαρτίου, χαιρέτισε τον Χίτλερ ως "Σωτήρα των 350.000 Γερμανών Προτεσταντών της Αυστρίας και ελευθερωτή από μια πενταετή καταπίεση". Ο εξέχων σοσιαλδημοκράτης Καρλ Ρέννερ (Karl Renner) εξέφρασε την υποστήριξή του στην προσάρτηση και έκανε έκκληση στους Αυστριακούς να την υπερψηφίσουν στις 10 Απριλίου.

Στο εξωτερικό, παρά το γεγονός ότι η προσάρτηση ήταν απαγορευμένη από την Συνθήκη των Βερσαλλιών, η προσάρτηση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη: Η Ιταλία δεν αντέδρασε καθόλου, όπως αναμενόταν, η Βρετανία επίσης αντέδρασε χαλαρά - χαρακτηριστικό δημοσίευμα των Times ανέφερε ότι πριν 200 χρόνια η Αγγλία προσάρτησε με τον ίδιο τρόπο την Σκωτία και τα δύο γεγονότα δεν εμφανίζουν σημαντικές διαφορές. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων, στις 14 Μαρτίου, ότι "η Κυβέρνηση παρακολουθεί στενά το θέμα".

Μία από τις πρώτες προτεραιότητες του καθεστώτος ήταν η εφαρμογή της αντιεβραϊκής πολιτικής του και στην προσαρτημένη Αυστρία. Στη χώρα δεν είχε αναπτυχθεί ισχυρός αντισημιτισμός και οι Εβραίοι μπορούσαν να ζουν όπως όλοι οι πολίτες. Η Βιέννη από μόνη της διέθετε εβραϊκή κοινότητα 200.000 ατόμων, ενώ πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της Αυστρίας ήταν Εβραίοι ή εβραϊκής καταγωγής. Ωστόσο, η ναζιστική προπαγάνδα ανέπτυξε αντισημιτικά αισθήματα στη χώρα, τα οποία όμως δεν είχαν ισχυρά ερείσματα. Η κατάσταση άλλαξε αμέσως μετά την προσάρτηση: Διώξεις και μαζικές συλλήψεις Εβραίων προηγήθηκαν της ίδρυσης του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν (καλοκαίρι 1938) σε μια παρόχθια περιοχή του Δούναβη κοντά στο Λιντς.

Το 1943, στη Διακήρυξη της Μόσχας, γινόταν μνεία της προσαρτημένης Αυστρίας: Η χώρα δεν θα παρέμενε προσαρτημένη στη Γερμανία και θα της αποδιδόταν η ανεξαρτησία της. Η Αυστρία παρέμεινε τμήμα του Γ΄ Ράιχ μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν έγινε εμφανές ότι η Γερμανία είχε πλέον καταρρεύσει, στην Αυστρία ανέλαβε προσωρινή κυβέρνηση, η οποία, στις 27 Απριλίου 1945 κήρυξε την προσάρτηση άκυρη και άνευ ισχύος (null und nicthig). Η Αυστρία περιήλθε υπό συμμαχική κατοχή, η οποία αναγνώρισε τη χώρα ως ανεξάρτητη (σε σχέση με τη Γερμανία) και παρέμεινε ως κατεχόμενη μέχρι το 1955, οπότε και τέθηκαν σε ισχύ η Συνθήκη του Αυστριακού Κράτους και η Διακήρυξη της Ουδετερότητας.