Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Σεπτέμβριος 1922: Κίνημα Πλαστήρα, Γονατά, Φωκά

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 ξεσπά στρατιωτικό και ναυτικό κίνημα με επίκεντρο τη Χίο και τη Λέσβο. Οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς, συνεπικουρούμενοι από τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά, τέθηκαν επικεφαλής των υπολειμμάτων του μόλις ηττημένου στη Μικρά Ασία ελληνικού στρατού, σχηματίζοντας Επαναστατική Επιτροπή.




Η στρατιωτική ήττα και η καταστροφή του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας είχαν συγκλονίσει το πανελλήνιο και είχαν προκαλέσει τη γενική κατακραυγή εναντίον των υπευθύνων. Η κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και στις 28 Αυγούστου τη διαδέχθηκε η κυβέρνηση του Νικολάου Τριανταφυλλάκου. Η μεταβολή δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Στα στρατιωτικά τμήματα που είχαν διασωθεί και είχαν περάσει στη Χίο και τη Λέσβο, καθώς και στις μονάδες του Ναυτικού της περιοχής, η αγανάκτηση είχε κορυφωθεί.

Στις 11 Σεπτεμβρίου οι κινηματίες κήρυξαν Επανάσταση. Την επόμενη μέρα, τα επαναστατημένα στρατεύματα επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και με τη συνοδεία πολεμικών έπλευσαν για την Αθήνα. Πριν ακόμη το αποβατικό σώμα φτάσει στην Αττική, στρατιωτικό αεροπλάνο έριξε στην πρωτεύουσα προκηρύξεις της Επαναστατικής Επιτροπής με τις οποίες οι κινηματίες ζητούσαν την παραίτηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ υπέρ του διαδόχου, τη διάλυση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, τον σχηματισμό πολιτικά αχρωμάτιστης κυβέρνησης, που θα είχε την εμπιστοσύνη των συμμάχων της Αντάντ και την άμεση ενίσχυση του Θρακικού Μετώπου.

Στις 13 Σεπτεμβρίου τα πλοία με τον στρατό έφτασαν στο Λαύριο και την επομένη ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε και έφυγε για την Ιταλία. Βασιλιάς ανακηρύχθηκε ο γιος του και διάδοχος, Γεώργιος Β΄. Στις 15 Σεπτεμβρίου τα επαναστατικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα, όπου ματαίωσαν την προσπάθεια του αποστρατευμένου υποστράτηγου Θεόδωρου Πάγκαλου να επωφεληθεί από την επανάσταση και να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Σύντομα σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Σωτήριο Κροκιδά. Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά η Επαναστατική Επιτροπή (Αρχηγός της ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας), που ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Με πρωτοβουλίες του Πλαστήρα, περιθάλφθηκαν και στεγάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και με νομοθετικό διάταγμα στις 14 Φεβρουαρίου 1923 δώθηκε λύση στο αγροτικό ζήτημα, με τη διανομή του μεγαλύτερου μέρους των τσιφλικιών στους ακτήμονες. Η Επαναστατική Επιτροπή φρόντισε για την αναδιοργάνωση του στρατού, ανασυντάσσοντας τη στρατιά του Έβρου, προσφέροντας έτσι στον Βενιζέλο ένα βοήθημα κατά τις δύσκολες διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη της Λωζάνης, γεγονός που περιόρισε τις απαιτήσεις του Κεμάλ. Η Επιτροπή υποστήριξε και ανέλαβε την ευθύνη για την εκτέλεση των «έξι», κατευνάζοντας τον λαό που ζητούσε την τιμωρία των υπευθύνων για τη μικρασιατική καταστροφή. Μετά τις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1923 η Επιτροπή παρέδωσε την εξουσία στα χέρια της εκλεγμένης κυβέρνησης. Τον Ιανουάριο του 1924 ο Πλαστήρας παραιτήθηκε και αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του αντιστρατήγου. Η Δ΄ Εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε «Άξιο της Πατρίδος».

Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Μάχη του Άουστερλιτς, 1805

Τον Αύγουστο του 1806 ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Β΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έχασε την αυτοκρατορία του μετά την ήττα που είχε υποστεί λίγους μήνες νωρίτερα από τον Ναπολέοντα στη Μάχη του Άουστερλιτς. Ήταν η λεγόμενη Μάχη των Τριών Αυτοκρατοριών, μια αληθινή τιτανομαχία των δυνάμεων της γηραιάς ηπείρου με τη Γαλλική Αυτοκρατορία να τα βάζει με τη Ρωσική και την Αυστριακή και να βγαίνει νικήτρια, χάρη στη στρατιωτική ιδιοφυΐα του Ναπολέοντα.

 


Ιστορικό υπόβαθρο και πρελούδιο της μάχης

Την άνοιξη του 1804 το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης βρισκόταν σε πόλεμο εναντίον της επέκτασης της Γαλλικής Αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα. Η Μεγάλη Βρετανία είχε εμποδίσει, ή τουλάχιστον αναβάλει, μια πιθανή εισβολή στα εδάφη της με τη νίκη της στο Τραφάλγκαρ στις 21 Οκτωβρίου 1805. Αφού ματαιώθηκε ο αντικειμενικός στόχος του για εισβολή στην Αγγλία, ο Ναπολέων στράφηκε προς την Κεντρική Ευρώπη. Οι Βρετανοί είχαν προβλέψει αυτή την κίνηση και γι' αυτό είχαν ήδη από τον Απρίλιο του 1805 σχηματίσει και χρηματοδοτήσει τον λεγόμενο Τρίτο Συνασπισμό σε συμμαχία με τη Ρωσία και την Αυστρία, ώστε να αναχαιτίσουν τη γαλλική προέλαση.

Ωστόσο τα σχέδιά τους μάλλον απέτυχαν παταγωδώς, καθώς ο γαλλικός στρατός κινήθηκε ταχύτερα από τα συνασπισμένα στρατεύματα και τον Νοέμβριο ο Ναπολέων κατέλαβε τη Βιέννη, συναντώντας ελάχιστη αντίσταση και συνεχίζοντας την πορεία του προς τα ανατολικά και τη Μοραβία.

Οι Αυστριακοί του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Β΄ και οι Ρώσοι του Αλέξανδρου Α΄ κινήθηκαν προς αναχαίτιση των Γάλλων. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στο χωριό Άουστερλιτς, περίπου 10 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης Μπρνο της Μοραβίας που τότε ανήκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία, ενώ σήμερα ανήκει στη Δημοκρατία της Τσεχίας.

Η Μάχη

Ο Ναπολέων έφτασε πρώτος στο πεδίο της μάχης και έτσι βρήκε τον χρόνο να μελετήσει την περιοχή και να καταστρώσει τα σχέδιά του πριν από τους αντιπάλους.

Ο Γάλλος αυτοκράτορας αποφάσισε να αποσύρει τα στρατεύματά του σκόπιμα στα δυτικά του οροπεδίου Πράτσεν, σε μια θέση όπου μπορούσε να κρύψει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του από τις εχθρικές παρατηρήσεις και να παρασύρει τους αντιπάλους του στην παγίδα.

Την 1η Δεκεμβρίου τα στρατεύματα του Συνασπισμού προχώρησαν στο οροπέδιο. Στο τέλος της ημέρας 85.000 Αυστριακοί και Ρώσοι, με 278 κανόνια, βρέθηκαν μπροστά σε 70.000 Γάλλους και 140 κανόνια του Ναπολέοντα.

Στη δεξιά του πτέρυγα ο Ναπολέων είχε τοποθετήσει επίτηδες ελάχιστους άνδρες στο μέρος που φαινόταν ως το πιο αδύναμο της άμυνάς του. Ωστόσο, ακριβώς σε εκείνο το σημείο, επικεφαλής των 10.000 Γάλλων στρατιωτών ήταν ο στρατάρχης Λουί Νταβού, ένας από τους καλύτερους στρατηγούς του Ναπολέοντα. Νωρίς το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου, πάνω από 40.000 Ρώσοι υπό τον κόμη Φρίντριχ φον Μπουξχόουντεν βάδισαν εναντίον του Νταβού κάτω από πυκνή ομίχλη.

Ο Νταβού άντεξε στην πίεση. Στις 8:00 π.μ. ο Ναπολέων διέταξε προώθηση άλλων 20.000 ανδρών που ήταν κρυμμένοι κάτω από την ομίχλη και τους καπνούς της μάχης. Καθώς βάδισαν εναντίον του εχθρικού κέντρου, η ομίχλη άρχισε να καθαρίζει και φάνηκε ο ήλιος. Οι Γάλλοι εμψυχώθηκαν πολύ από το γεγονός αυτό και θεώρησαν τον "ήλιο του Άουστερλιτς" ως σημάδι μιας επικείμενης νίκης.

Ο Συνασπισμός αιφνιδιάστηκε από την επίθεση που δέχθηκε στο κέντρο του και προσπάθησε να απαντήσει ρίχνοντας στη μάχη τις εφεδρείες του, οι οποίες ανέκοψαν για λίγο τους Γάλλους, αλλά δεν κατάφεραν να τους σταματήσουν.

Στον βορρά τα ναπολεόντεια στρατεύματα προωθήθηκαν πολύ, ενώ ο Νταβού έκανε αντεπίθεση στον χείμαρρο Γκόλντμπαχ. Η μάχη ήταν άγρια και πολύωρη, με το γαλλικό πεζικό να αποδεκατίζει όποιον τραυματία συναντούσε στο πέρασμά του και τους στρατιώτες να φωνάζουν "Να μη γλυτώσει κανείς!", ενώ άνοιγαν δρόμο μέσα από ρωσικές και αυστριακές γραμμές με τα όπλα και τις ξυφολόγχες τους.



Θρίαμβος και συνέπειες της μάχης

Γύρω στις 10:00 π.μ. οι Γάλλοι διέσπασαν πλήρως το εχθρικό κέντρο και όρμησαν στον οπισθοφυλακή του. Αργά το απόγευμα όλα είχαν τελειώσει. Οι δυνάμεις του Συνασπισμού είχαν τραπεί σε άτακτη, ανοργάνωτη φυγή προς τα ανατολικά. Άφησαν πίσω τους 15.000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ είχαν 11.000 αιχμαλώτους. Μάλιστα μεταξύ των νεκρών κείτονταν και 200 από τους προσωπικούς φρουρούς του τσάρου. Ο Ναπολέων παρατήρησε τα πτώματα των νεκρών, η πλειονότητα των οποίων ήταν Ρώσοι, και είπε: "Πολλές όμορφες κυρίες στην Αγία Πετρούπολη θα θρηνήσουν πικρά αυτή τη μέρα".

Το Άουστερλιτς - γνωστό και ως η Μάχη των Τριών Αυτοκρατοριών - έδωσε στον Ναπολέοντα τον πλήρη έλεγχο της ανατολικής Ευρώπης και διέλυσε τον Τρίτο Συνασπισμό με την επίσημη παράδοση των εδαφών της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον Αύγουστο του 1806. Ήδη στις 26 Δεκεμβρίου του 1805 ο Φραγκίσκος Β΄ της Αυστρίας είχε υπογράψει τη Συνθήκη του Πρέσμπουργκ, με την οποία παραχωρούσε τεράστιες εκτάσεις στη Γαλλία. Η Πρωσία, που σκεφτόταν να εισέλθει στον Συνασπισμό, μόλις έμαθε το αποτέλεσμα της Μάχης του Άουστερλιτς, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Ναπολέοντα.

Ο τσάρος Αλέξανδρος επέστρεψε με τα εναπομείναντα στρατεύματά του στη Ρωσία. Πριν φύγει όμως φρόντισε να αναγνωρίσει γραπτώς το στρατιωτικό μέγεθος του Ναπολέοντα με μια επιστολή που άφησε στους στρατιώτες του Γάλλου αυτοκράτορα:  

"Πείτε στον ηγέτη σας ότι φεύγω. Πείτε του ότι έκανε θαύματα... Ότι η μάχη αύξησε τον θαυμασμό μου προς το πρόσωπό του. Ότι είναι σταλμένος από τους ουρανούς. Ότι θα χρειαστούν εκατό χρόνια για να μπορέσει ο στρατός μου να γίνει ίσος με τον δικό του".

Η ισχύς του Ναπολέοντα, όπως είναι γνωστό, δεν διήρκεσε εκατό χρόνια, αλλά μόνο δέκα. Οι εχθροί του επανενώθηκαν και κατάφεραν να τον νικήσουν στη Λειψία το 1813 και να τον εξορίσουν. Αν ο Ναπολέων είχε καταφέρει μέσα από τις μάχες να επεκτείνει την αυτοκρατορία του, σήμερα η μάχη του Άουστερλιτς θα είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία για το μέλλον της Γαλλίας και θα κατείχε σίγουρα δεσπόζουσα θέση μέσα στην παγκόσμια ιστοριογραφία. Τελικά ο Ναπολέων ηττήθηκε παταγωδώς στο Βατερλό το 1815  κι έτσι η προσπάθειά του τερματίστηκε οριστικά. 

Κατά τον Michael Lee Lanning, μπορεί πράγματι να λεχθεί ότι η μεγαλύτερη συνέπεια του Άουστερλιτς ήταν να υπάρξει άλλη μια δεκαετία αιματηρών και θανατηφόρων πολέμων, η οποία γέμισε τα κοιμητήρια και άδειασε τα θησαυροφυλάκια ολόκληρης της Ευρώπης.

ΠΗΓΗ

Michael Lee Lanning, Οι 100 Μεγαλύτερες Μάχες Όλων των Εποχών >> Άουστερλιτς (σ. 324), Εκδόσεις Ενάλιος, 2003
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Η άνοδος των Ναζί

Στις 31 Ιουλίου του 1932 το Ναζιστικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ πήρε για πρώτη φορά μεγάλο ποσοστό στις γερμανικές εκλογές. Με 32% οι Ναζί αναδείχθηκαν σε πρώτη δύναμη στο Ράιχσταγκ, μη μπορώντας ωστόσο να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Οι εξελίξεις που θα ακολουθούσαν όμως θα τους έφερναν στην εξουσία τον αμέσως επόμενο χρόνο.



Ιστορικό πλαίσιο

Το 1931 και το 1932 η πολιτική κρίση στη Γερμανία βαθαίνει, καθώς η οικονομική κρίση είναι στο απόγειό της. Το 1932 ο Χίτλερ βάζει υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αντίπαλο τον παλιό ήρωα, στρατάρχη Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Στον πρώτο γύρο καταφέρνει να συγκεντρώσει το 30% έναντι 49% του Χίντενμπουργκ και στον δεύτερο συγκεντρώνει περίπου 37%, χάνοντας την εκλογή από τον Χίντενμπουργκ, που συγκεντρώνει το 53%. Οι εκλογές αυτές αποτελούν ένα είδος δημοσκόπησης τόσο για το Κόμμα όσο και για τον Ηγέτη του. Από τον πολιτικό λόγο του Κόμματος έχει πέσει σε δεύτερη μοίρα ο έντονος αντισημιτισμός (χωρίς, φυσικά, να εκλείψει ποτέ εντελώς). Οι Γερμανοί δίνουν την ψήφο τους στον Χίτλερ κατά κύριο λόγο επειδή υπόσχεται να αναθερμάνει την οικονομία (παρ' ότι δεν έχει εξαγγείλει συγκεκριμένα μέτρα) και επειδή υπόσχεται να αποκαταστήσει τον νόμο και την τάξη. Αυτό είναι σημαντικό για τους πολίτες, καθώς τα SA, αριθμώντας ήδη 400.000 μέλη, είναι μια από τις αντιμαχόμενες οργανώσεις (και τα άλλα μεγάλα Κόμματα, SPD και KPD, διαθέτουν αντίστοιχες ομάδες κρούσης), που μετατρέπουν πολλές γερμανικές πόλεις κυριολεκτικά σε πεδία μάχης. Κυρίως, όμως, υπόσχεται να αποκαταστήσει το γερμανικό γόητρο, το οποίο είχε ταπεινωθεί από τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών και του Σεν Ζερμέν. Κανένα στέλεχός του, βεβαίως, δεν παραλείπει να αναφέρει ότι το Κόμμα θα προστατεύσει (η έκφραση που χρησιμοποιείται είναι "θα σώσει") τη χώρα από την "κομμουνιστική απειλή".

Πρώτη δύναμη στις εκλογές

Νέες εκλογές διεξάγονται τον Ιούλιο του 1932. Ο επικεφαλής της Προπαγάνδας του Κόμματος, δρ. Γκέμπελς, και η ρητορική δεινότητα του Χίτλερ, καταφέρνουν να εκτοξεύσουν το ποσοστό του NSDAP στο 37,4% και στις 230 έδρες στο Ράιχσταγκ, φέρνοντάς το στην πρώτη θέση στη Γερμανία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παίρνει 14,6% αλλά, όπως είναι φυσικό, ο σχηματισμός κυβέρνησης συνασπισμού είναι αδύνατος, καθώς οι ιδεολογικές διαφορές των δύο κομμάτων είναι αγεφύρωτες. Σχηματίζονται, έτσι, κυβερνήσεις μειοψηφίας, που αδυνατούν να επιλύσουν τα οξύτατα προβλήματα της οικονομίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αναγνωρίζει ως κύριο αντίπαλο το NSDAP αλλά το Σοσιαλιστικό Κόμμα και αυτό κάνει χαλαρότερη την αντιπολίτευση απέναντι στους Ναζιστές.

Άνοδος και απόλυτη εξουσία

Ο Καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν προκηρύσσει νέες εκλογές για τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ελπίζοντας να επιτύχει συσχετισμούς που να επιτρέπουν τον σχηματισμό ισχυρής κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα για το NSDAP προκαλεί έκπληξη: Το ποσοστό του πέφτει στο 33% και στις 196 έδρες. Σε αυτό συνέβαλε η μερική υποχώρηση της οικονομικής κρίσης αλλά και ο φόβος των ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης, που το είχαν υποστηρίξει στις προηγούμενες εκλογές, ότι πράγματι το NSDAP μπορεί να ερχόταν στην εξουσία. Οι Ναζιστές, από την άλλη, έλαβαν το μήνυμα των εκλογών: Έπρεπε να πάρουν την εξουσία τώρα, πριν τα ποσοστά του Κόμματος μειωθούν ακόμη περισσότερο. Απαιτούν από τον Πρόεδρο να ονομάσει τον Χίτλερ Καγκελάριο, αφού είναι ο ηγέτης του πρώτου κόμματος στις εκλογές. Ο φον Πάπεν, ο διάδοχός του Κουρτ φον Σλάιχερ, και πολλοί μεγαλοεπιχειρηματίες, όπως οι Κρουπ, πιέζουν τον - σφοδρά αντιτιθέμενο - Χίντενμπουργκ προς αυτή την κατεύθυνση. Τελικά, ο Πρόεδρος ενδίδει και ονομάζει τον Χίτλερ Καγκελάριο στις 30 Ιανουαρίου 1933. Η Κυβέρνηση που συγκροτείται περιλαμβάνει πολύ λίγους Ναζιστές, αλλά το Κόμμα ξέρει πολύ καλά τη δουλειά του: Στις 27 Φεβρουαρίου ξεσπά η πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ και οι Ναζί κατηγορούν τους Κομμουνιστές, καθώς συλλαμβάνεται στον τόπο της πυρκαγιάς ως υπεύθυνος ο νεαρός Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη θέση του και πείθει τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να εκδώσει το "Διάταγμα της Εξουσιοδοτήσεως" (γερμ. Ermächtigungsgesetz), με το οποίο αναστέλλονται οι δημοκρατικές ελευθερίες που είχε επιφέρει η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το πλήρες και ορθό όνομα του νόμου είναι «Νόμος για την σωτηρία του λαού και του Ράιχ, 24.03.1933». Το Κομμουνιστικό Κόμμα κηρύσσεται εκτός νόμου, οι ηγέτες του συλλαμβάνονται και τα μέλη του διώκονται.

Έχοντας απαλλαγεί από έναν βασικό ιδεολογικό αντίπαλο, ο Χίτλερ προκαλεί νέες εκλογές για τον Μάρτιο του 1933, με σκοπό να αποκτήσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Οι εκλογές διεξάγονται με τον Χίτλερ Καγκελάριο και το αποτέλεσμα δίνει το 44% των ψήφων και 288 έδρες στο NSDAP. Έχοντας υποστηρικτή το μικρό Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP), οι Εθνικοσοσιαλιστές επιτυγχάνουν την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, με 52%. Η κυριαρχία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος αρχίζει. Θα λήξει μόνον με τον τερματισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, τον Μάιο του 1945.

Βιβλιογραφία

  • William Shirer, The Rise and Fall of the 3rd Reich, Touchstone Books (Simon and Schuster), New York, 1981.
  • Ian Kershaw, Hitler, 1889-1936: Hubris, W.W. Norton, 2000
  • Ian Kershaw, The Hitler Myth: Image and Reality in the Third Reich, Oxford University Press, 2001
  • Richard J. Evans, The Coming of the Third Reich, Penguin, 2004

Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Μάχη των Λεύκτρων, 371 π.Χ.

Τον Ιούλιο του 371 π.Χ. έλαβε χώρα στα Λεύκτρα της Βοιωτίας μια καθοριστική μάχη, το αποτέλεσμα της οποίας μετέβαλε τους συσχετισμούς δυνάμεων ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις-κράτη. Θηβαίοι και Σπαρτιάτες συγκρούστηκαν σκληρά και το αποτέλεσμα ήταν να καταρριφθεί ο μύθος του αήττητου των Λακεδαιμονίων. Στη μάχη αυτή, πέρα από τα πολιτικά αποτελέσματα, αναδείχθηκαν και άλλα δύο στοιχεία: Η στρατιωτική μεγαλοφυΐα του Θηβαίου στρατηγού Επαμεινώνδα, αλλά και οι νεωτερισμοί που εφαρμόστηκαν στη χρησιμοποίηση του ιππικού και της πολεμικής τακτικής.


Πρελούδιο της μάχης

Αφορμή στον μεταξύ Σπάρτης και Θηβών πόλεμο έδωσε η στάση του θηβαίου στρατηγού Επαμεινώνδα στο συνέδριο των ελληνικών πόλεων-κρατών που είχε συνέλθει στη Σπάρτη μετά την Ανταλκίδειο Ειρήνη. Ο Επαμεινώνδας επέμενε να αναγνωρισθεί ως αντιπρόσωπος όλων των βοιωτικών πόλεων και όχι μόνο της Θήβας, πράγμα που όχι μόνο δεν δέχθηκαν οι αντιπρόσωποι των άλλων πόλεων αλλά απέκλεισαν τους Θηβαίους από το συνέδριο. Τότε οι Έφοροι της Σπάρτης διέταξαν επιπρόσθετα, προκειμένου να πτοήσουν τους Θηβαίους, τον ευρισκόμενο στη Φωκίδα και κοντά στη περιοχή, Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεόμβροτο, να εισβάλει στη Βοιωτία. Οι Σπαρτιάτες αριθμούμενοι σε 10.000 έφθασαν στην περιοχή και στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα των Λεύκτρων, ανατολικά του Ελικώνα, 15 χιλιόμετρα έξω από τη Θήβα. Οι Θηβαίοι ανερχόμενοι σε 6.000 έφθασαν στην περιοχή από τα βόρεια και στην αρχή δείλιασαν. Ο στρατηγός τους Επαμεινώνδας τούς ενθάρρυνε και εφάρμοσε για πρώτη φορά στην ιστορία των μέχρι τότε πολέμων μια νέα στρατιωτική τακτική, η οποία και τον ανέδειξε σε έναν από τους ευφυέστερους στρατηγούς όλων των εποχών.


Η πολεμική τακτική του Επαμεινώνδα

Εκείνη την εποχή οι περισσότερες ελληνικές πόλεις-κράτη είχαν υιοθετήσει τη φάλαγγα ως κύριο τον στρατιωτικό σχηματισμό τους. Οι φάλαγγες, τετράγωνα βάθους οκτώ ή δέκα στρατιωτών με θώρακες, ασπίδες και μακρά δόρατα, μπορούσαν να διασπάσουν τις παραδοσιακές αμυντικές γραμμές του πεζικού και, με την πάροδο δεκαετιών εφαρμογής τους, είχαν αποδειχθεί άκρως αποτελεσματικό μέσο μάχης. Όταν συγρκούονταν στρατοί που χρησιμοποιούσαν αμφότεροι τη φάλαγγα, οι σχηματισμοί τους πίεζαν ο ένας τον άλλο μέχρι να υποχωρήσει κάποιος. Η εκπαίδευση των στρατιωτών ήταν σημαντική, αλλά συνήθως οι φάλαγγες καθόριζαν τον νικητή.

Μολονότι υστερούσε αριθμητικά, ο Επαμεινώνδας γνώριζε καλύτερα το έδαφος της περιοχής και είχε το πλεονέκτημα αρκετών καινοτομιών στην οργάνωση και την τακτική του στρατού του. Για να υπερκεράσει την αριθμητική κατωτερότητά του, αύξησε σε 50 τον αριθμό των σειρών της φάλαγγας στην αριστερή πτέρυγα. Επίσης, για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή την "καλύτερη φάλαγγα", ο Θηβαίος ηγέτης τοποθέτησε στο κέντρο της μια επίλεκτη μονάδα από 300 στρατιώτες, που έγινε γνωστή ως Ιερός Λόχος, ενώ στα μετόπισθεν τοποθέτησε τη μικρότερη δεξιά φάλαγγα. Μια επίθεση στην αδύναμη δεξιά φάλαγγα θα άφηνε εκτεθειμένη την εχθρική πτέρυγα στην πανίσχυρη θηβαϊκή δύναμη που βρισκόταν στα αριστερά.

Ως προς το ιππικό, οι Θηβαίοι σχεδίασαν μια νεωτεριστική χρήση του που δεν είχε εφαρμοστεί ξανά, καθώς μέχρι τότε οι ιππείς χρησίμευταν περισσότερο ως ανιχνευτές παρά ως πολεμιστές. Ο Επαμεινώνδας αποφάσισε να αρχίσει τη μάχη με το ιππικό του εναντίον των Σπαρτιατών ιππέων ώστε να τους απομακρύνει από το πεδίο της μάχης και να δημιουργήσει σύγχυση στις τάξεις του πεζικού.

Οι παρατάξεις των αντιπάλων

Η Μάχη

Στις 6 Ιουλίου του 371 π.Χ. οι δυο στρατιές βρέθηκαν αντιμέτωπες στην πεδιάδα των Λεύκτρων. Ο Επαμεινώνδας ξεκίνησε τη μάχη όπως είχε σχεδιάσει, με επίθεση του ιππικού του, καταφέρνοντας να απομακρύνει εύκολα τους Σπαρτιάτες. Ορισμένα άλογα των Θηβαίων εισχώρησαν στις φάλαγγες των Σπαρτιατών και διέσπασαν τον σχηματισμό τους. Ο Ιερός Λόχος προήλασε και απώθησε εύκολα τον μικρότερο σχηματισμό στην αριστερή πτέρυγα. Άλλες σπαρτιατικές φάλαγγες προσπάθησαν να επωφεληθούν από τη θηβαϊκή διείσδυση για να περικυκλώσουν τους επιτιθέμενους, αλλά αποκόπηκαν από την εχθρική δεξιά πτέρυγα. Καθώς οι δυο θηβαϊκές δυνάμεις κινήθηκαν προς τα εμπρός, οι πιεζόμενες σπαρτιατικές μονάδες διαλύθηκαν. Μερικοί Σπαρτιάτες πεζοί πολέμησαν σκληρά για να φθάσουν στο πίσω μέρος, αλλά πάνω από 2.000 έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

Οι θηβαϊκές απώλειες ήταν μόλις μερικές εκατοντάδες άνδρες, αλλά ο εξαντλημένος στρατός δεν μπορούσε να συνεχίσει την επίθεση. Άλλωστε δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο καθώς το καταρακωμένο ηθικό των Σπαρτιατών δεν επέτρεψε στον στρατό τους να διακριθεί ποτέ ξανά.


Στα επόμενα χρόνια

Αθήνα και Θήβα μονομάχησαν στα επόμενα χρόνια για το ποια θα κέρδιζε την απόλυτη ηγεμονία στις ελληνικές πόλεις-κράτη. Μοναδικό αποτέλεσμα της αδηφάγου φιλονικείας ήταν η αμοιβαία εξασθένιση των στρατών τους. Έτσι, το 338 π.Χ. ο Φίλιππος της Μακεδονίας, επωφελούμενος από την κόπωση των δύο ηγεμονικών πόλεων, νίκησε μια κοινή δύναμη Αθηναίων και Θηβαίων στη Χαιρώνεια. Πλέον οι Μακεδόνες έγιναν οι απόλυτοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και πέτυχαν αυτό που οι τρεις προηγούμενες διαδοχικά αναδειχθείσες δυνάμεις (Αθήνα, Σπάρτη, Θήβα) δεν είχαν καταφέρει: Να ενώσουν όλους τους Έλληνες ("πλην Λακεδαιμονίων" βεβαίως). Με τον Φίλιππο η Ελλάδα επεξέτεινε τα όριά της και διέδωσε τον πολιτισμό της σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Μετά τον θάνατό του, ο γιος του, ο Μέγας Αλέξανδρος, επεξέτεινε κι άλλο τα ελληνικά σύνορα, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη και πιο κραταιά αυτοκρατορία της εποχής εκείνης. Στο στρατιωτικό σκέλος, Φίλιππος και Αλέξανδρος χρησιμοποίησαν ευρύτατα και τελειοποίησαν τη φάλαγγα, ενώ καθιέρωσαν το ιππικό ως αναπόσπαστο τμήμα στις εκστρατείες τους, μέσα από τις οποίες συνέβαλαν στη διαιώνιση του θαυμαστού πολιτισμού και της πολιτικής των Ελλήνων.


ΠΗΓΗ

Michael Lee Lanning, Οι 100 Μεγαλύτερες Μάχες Όλων των Εποχών >> Λεύκτρα (σελ. 308), Επιμέλεια: Ελένη Κεκροπούλου, Μετάφραση: Γ. Κουσουνέλος, Εκδόσεις Ενάλιος


Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Πάντειο Πανεπιστήμιο: 84 χρόνια ιστορίας σε ένα μουσείο!

Στις 18 Νοεμβρίου του 1930 τελέστηκαν τα εγκαίνια της τότε Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Ήταν η πρώτη σχολή πολιτικών επιστημών που ιδρύθηκε στην Ελλάδα, στο πρότυπο της Ελευθέρας Σχολής Πολιτικών Επιστημών των Παρισίων, στην οποία είχαν φοιτήσει -σε άλλη χρονική στιγμή ο καθένας- οι δύο ιδρυτές της Παντείου, ο Αλέξανδρος Πάντος και ο Γεώργιος Φραγκούδης.



Στις 30 Ιουνίου 2014 η πολυετής ιστορία προσφοράς στην ακαδημαϊκή ζωή της χώρας και στην εξέλιξη των πολιτικών επιστημών βρήκε επιτέλους τη θέση που της αναλογεί, στο νέο Μουσείο Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου "Γεώργιος Φραγκούδης", το οποίο εγκαινιάστηκε σε μια ιδιαίτερα συγκινητική και μεστή τελετή. Το μουσείο βρίσκεται στον πρώτο όροφο του παλαιού κτηρίου της σχολής, ενώ φιλοδοξία των παρουσών πρυτανικών αρχών είναι όλο το παλαιό κτήριο να μετατραπεί κάποια στιγμή σε βιβλιοθήκη και οι διοικητικές υπηρεσίες να μεταφερθούν στην Πτέρυγα Στασινόπουλου.

Πάντος και Φραγκούδης

Ο Αλέξανδρος Πάντος ήταν εκείνος που με τη διαθήκη του κληροδότησε την περιουσία του στο ελληνικό κράτος ώστε να ιδρυθεί ανώτατη σχολή πολιτικών επιστημών που θα φέρει το όνομά του. Εκείνος όμως που συνέλαβε, οργάνωσε και υλοποίησε το όλο εγχείρημα ήταν ο Κύπριος Γεώργιος Φραγκούδης. Καταγόμενος από ιστορική οικογένεια της Λεμεσού, Σπούδασε Νομι­κά στην Αθήνα και Πολιτικές Επι­στήμες στο Παρίσι. Κοσμογυρισμένος, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα δημοσιογραφεί και εμπλέκεται στην πολιτική. Το Δεκέμβριο του 1923 εκλέγεται πληρεξούσιος Αθηνών και Πειραιώς. Μέσα στην Εθνοσυνέλευση ήταν αρχηγός ομάδας μεταρρυθμιστών. Εξέδιδε άλλωστε- μαζί με τον Κουτούπη- την εφημερίδα η «Μεταρρύθμισις». Υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Ελ. Βενιζέλου και του Γ. Παπανδρέου.

Ο ίδιος έγραψε:
"Τον Οκτώβριο του 1891 γράφτηκα στην Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών [στο Παρίσι], όπου ακολούθησα διάφορα μαθήματα όλων των τμημάτων...

Από τότε που ήρθα στην Αθήνα είχα την ιδέα της εθνικής αποστολής. Κατάλαβα όμως ότι με την πολιτική και με τον χαρακτήρα που είχα δεν μπορούσα να φτάσω εκεί που ήθελα. Κατέληξα στην ιδέα ότι έπρεπε να ιδρύσουμε μία Σχολή Πολιτικών Επιστημών για τη μόρφωση της 'ιθυνούσης τάξεως'...

...Κατώρθωσα ένα απίστευτο πράγμα. Να ιδρύσω σε λίγα χρόνια την πρώτη στην Ελλάδα Ανώτερη Σχολή μορφώσεως, την Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών...

Κατάγινα ιδιαίτερα στην διακόσμησι του κτηρίου. Πήρα την γνώμη όλων των ειδικών για να διορθώσωμεν τα σφάλματα και να διακοσμήσωμεν εσωτερικά το κτήριο κατά τρόπον ελληνοπρεπή....

Επειδή χρήματα για βιβλιοθήκη δεν περίσσευαν, δάνεισα τη δική μου βιβλιοθήκη και μάζεψα απ' εκεί κι απ' εδώ ό,τι μπόρεσα βιβλία...

Την 18ην Νοεμβρίου 1930 ετελέσαμεν τα εγκαίνια της Σχολής...

Η συρροή των μαθητών ήτο αρκετά ενθαρρυντική, μα τα χρήματά μας όλα είχαν τελειώσει. Στο μεταξύ είχεν αποθάνει ένας καλός Βολιώτης, ο Αλέξανδρος Πάντος, ο οποίος είχε την ευτυχή έμπνευσι, προαισθανόμενος τον θάνατό του, αν και πολύ νέος, να γράψη διαθήκη και ν' αφήση όλην του την περιουσίαν για την ίδρυσι Σχολής Πολιτικών Επιστημών σαν εκείνη του Παρισιού που είχε σπουδάσει...

Η Σχολή λειτούργησε σαν αγγλικό Κολλέγιο, με τάξι, αυστηρότητα κι επιστήμη.

...Δεν κατώρθωσα να γίνω πλούσιος. Όχι γιατί δεν μου δόθηκαν οι ευκαιρίες, μα γιατί η ιδέα που με βασάνιζε ήταν αντίθετη προς την ιδέα του πλουτισμού. Ο σκοπός της ζωής βρίσκεται στον αγώνα και στον προορισμό που τάσσει κάθε άνθρωπος τον εαυτό του, ή όπου η φύσις τον τάσσει.

Είχα βάλει για την ίδρυση και οργάνωση της Σχολής αυτής όλην την ικανότητα και την αρετήν μου. Έπρεπε αυτό να είναι το τελευταίον έργον μου".

Την εκτέλεση της διαθήκης του Αλεξάνδρου Πάντου ανέλαβε προσωπικά ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος και τέλεσε τα εγκαίνια της σχολής και έγινε επίτιμος διδάκτοράς της.

Η Ιστορία της Σχολής

Οι καθηγητές της πρώτης περιόδου έβαλαν τις βάσεις για την Σχολή, που είχε από την πρώτη στιγμή ένα πολύ πλούσιο και ασυνήθιστο για τα δεδομένα της εποχής πρόγραμμα: Διεθνές δίκαιο δίδασκαν οι διεθνούς φήμης διεθνολόγοι Καλογερόπουλος – Στράτης, Στέλιος Σεφεριάδης και αργότερα Γ. Τενεκίδης. Φιλοσοφία δίδασκε ο Ι. Θεοδωρακόπουλος και ο Λούβαρις, Διοικητικό Δίκαιο ο Μ. Στασινόπουλος και ο Γ. Παπαχατζής, Δημόσιο Δίκαιο ο Γ. Βεζανής και αργότερα ο Γ. Δασκαλάκης. Διδασκόταν όμως και οικονομική γεωγραφία από τον Αριστ. Καλλιαβά, με ιδαίτερη έμφαση  σε θέματα όπως η γεωπολιτική, που τότε δεν ήταν κοινής χρήσεως όρος. Οικονομία  δίδασκε ο Άγγελος Αγγελόπουλος και αγροτική οικονομία ο Χρυσός Ευελπίδης. Κοινωνική βιολογία δίδασκε ο γιατρός Δημοσθένης Ελευθεριάδης και το περιεχόμενο του μαθήματος αφορούσε στους νόμους της κληρονομικότητας, την γενετική, το δημογραφικό πρόβλημα και τον γενετικό εκφυλισμό – ήταν, ίσως το πιο ασυνήθιστο μάθημα. Ιστορία σε ιδιαίτερη έκταση και πολιτισμό δίδασκε ο Ζακυθηνός. Εγκληματολογία  ο Γαρδίκας και αργότερα ο Παπαζαχαρίου, ο οποίος την συνέδεσε με την ιατροδικαστική, που διδασκόταν στην ιατρική του Πανεπιστημίου Αθηνών, και με την ανακριτική, που διδασκόταν από αξιωματικό της Αστυνομίας. Η Σχολή δείχνει γρήγορα την διάθεσή της για εξάπλωση: Ήδη το  1952 αποφασίζει τη ίδρυση δημοσιογραφικού τμήματος, το οποίο θα ιδρυθεί πενήντα χρόνια αργότερα. Το έτος  1954-55 λειτουργούν δύο τμήματα: Το πολιτικο - ιστορικό και το οικονομικο-κοινωνικό. Η δια βίου μάθηση αποτελεί επιδίωξη της Σχολής ήδη κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας της. Ήδη το έτος 1954 λειτουργούν ελεύθερα φροντιστήρια:
 ► Δημοσιογραφικών Σπουδών
► Κοινωνικής πρόνοιας
► Δημόσιας Διοίκησης και
► Διεθνών Σπουδών,

Ήδη το 1931 η Πάντειος Σχολή έχει εκδώσει Ψήφισμα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Οι φοιτητές της συμμετέχουν στα γεγονότα του 1954, με την Ένωση Φοιτητών της Σχολής να συνδέεται με την Πανσπουδαστική Ένωση Κυπριακού Αγώνος.  Το 1956 γίνεται εκδήλωση μνήμης για τους εθνομάρτυρες Καραολή και Δημητρίου.Η Σχολή είναι παρούσα σε όλα τα πολιτικά γεγονότα με τους φοιτητές και τους καθηγητές της. Η στήλη για τον πεσόντα φοιτητή στα γεγονότα του Πολυτεχνείου βρίσκεται έξω το Αμφιθέατρο «Σάκη Καράγιωργα» και αποτελεί κατάθεση μνήμης για τον αείμνηστο καθηγητή, που υπερασπίστηκε με λόγια και έργα τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις και επέστρεψε από τη φυλακή με τη μεταπολίτευση.  Η πλακέτα στον πεζόδρομο θυμίζει τη νεαρή παντειακή φοιτήτρια Σωτηροπούλου  και τα ιδανικά της.  Την τελευταία τριακονταετία η Σχολή και ως Πανεπιστήμιο έκανε πολλά βήματα για να συνδεθεί με την διεθνή κοινότητα.  Το Πανεπιστήμιο εισήγαγε πρώτο το πρόγραμμα Erasmus και συνεργάσθηκε με άλλα πανεπιστήμια στο πλαίσιο ερευνών. Ειδικότερα στον τομέα της ανθρωπολογίας. Το προσωπικό της Σχολής συνεχίζει να έχει παρουσία σε διεθνείς οργανισμούς, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στην Ευρωπαίκή Ένωση, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στην Διεθνή Οργάνωση Υγείας, στην UNESCO.


Το Μουσείο


Στο μουσείο που εγκαινιάστηκε στις 30 Ιουνίου 2014 από τις πρυτανικές αρχές βρίσκει κανείς σπάνια εκθέματα από την πορεία φοιτητών και ακαδημαϊκών που πέρασαν και άφησαν το στίγμα τους στο ίδρυμα. Πορτραίτα επιφανών ακαδημαϊκών, παλαιά πτυχία, επετηρίδες, αιτήσεις εγγραφής εν καιρώ πολέμου (!) και πάρα πολλά άλλα μικρότερα και μεγαλύτερα ιστορικά αντικείμενα. Τον εξωτερικό χώρο του μουσείου κοσμούν οι προτομές των ιδρυτών Πάντου και Φραγκούδη, καθώς και εκείνη του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια.

Το μουσείο ιδρύθηκε επί Πρυτανείας Γρηγόρη Τσάλτα και Αντιπρυτάνεων: Ισμήνης Κριάρη, Ευάγγελου Πρόντζα και Στυλιανού Περράκη, στις 30 Ιουνίου 2014.

Φωτογραφικό υλικό από το Μουσείο:









Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Ξενοδοχείο "Ακταίον": Ένα στολίδι που έγινε σκόνη

Το κτήριο της εικόνας που ακολουθεί δεν βρισκόταν στη Βενετία, τη Φλωρεντία, τη Βιέννη ή σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή πόλη. Ήταν το «κόσμημα» της περιοχής του Φαλήρου στην Αθήνα και αυτή ακριβώς ήταν και η ατυχία του...




Το 1903 ο τραπεζίτης Ιωάννης Πεσμαζόγλου εγκαινίασε το θαυμάσιο ξενοδοχείο «Ακταίον», στο Νέο Φάληρο. Το ξενοδοχείο χτίστηκε σε σχέδιο των αρχιτεκτόνων Ερνέστου Τσίλερ και Καραθανασόπουλου, κατά τα πρότυπα των «Palace» των ευρωπαϊκών λουτροπόλεων.

Ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτήρια της εποχής, με 160 υπνοδωμάτια και μεγάλες πολυτελέστατες αίθουσες υποδοχής και δεξιώσεων. Για την ανέγερση, την εσωτερική διακόσμηση και τον εξοπλισμό του δαπανήθηκε το τεράστιο για την εποχή ποσό των 2.000.000 δραχμών.

Όπως ήταν φυσικό, το εμβληματικό ξενοδοχείο υπήρξε ο πυρήνας της κοσμικής ζωής τόσο της λουτρόπολης του Φαλήρου όσο και των αστικών κέντρων των Αθηνών και του Πειραιά.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου εγκαταλείφθηκε για να ακολουθήσει η κατεδάφισή του από τον διαβόητο για τις κατεδαφίσεις -διορισμένο από τη Χούντα- δήμαρχο Πειραία Αριστείδη Στ. Σκυλίτση. Κατά τη διάρκεια της θητείας του (1967-1974), κατεδαφίστηκαν, μεταξύ άλλων, η Ράλλειος Σχολή, το ιστορικό Ρολόι του Πειραιά, το Θεατράκι του Τσίλερ στο νέο Φάληρο, η βίλα Ζαχαρίου κ.ά.

Μαζί με αυτά εξαφανίσθηκε και το μικρό τμήμα του κτηρίου που είχε διασωθεί και άξιζε να διατηρηθεί σαν τεκμήριο μιας εποχής που χάθηκε οριστικά. Ένα αρχιτεκτονικό έγκλημα, ανάμεσα στα τόσα που έγιναν στις ελληνικές πόλεις, που ακόμη περιμένει δικαίωση...


ΠΗΓΗ: «Ξενοδοχείον Ακταίον» : Το κτίριο-κόσμημα του Φαλήρου που έγινε σκόνη [εικόνες] | Ειδήσεις και νέα με άποψη http://www.iefimerida.gr/node/61239#ixzz34WTPYAtY
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

Στις 12 Ιουνίου 1942 η Άννα Φρανκ έκανε την πρώτη καταχώρηση στο -διάσημο σήμερα- ημερολόγιό της. Το έργο αυτό, που εκδώθηκε μετά τον πόλεμο με πρόνοια του πατέρα της Άννας, Όττο Φρανκ, του μόνου διασωθέντος από την οικογένεια, αποτελεί ίσως την πιο ζωντανή και συνάμα τραγική γραπτή μαρτυρία του Ολοκαυτώματος και της ναζιστικής φρίκης.



Η Άννα Φρανκ ήταν Γερμανίδα Εβραιοπούλα που έγραψε ένα ημερολόγιο ενώ κρυβόταν, μαζί με τους δικούς της και τέσσερις οικογενειακούς φίλους, σε ένα σπίτι στο Άμστερνταμ κατά τη διάρκεια της κατοχής της Ολλανδίας από τους Γερμανούς. Η οικογένειά της είχε μετακομίσει στο Άμστερνταμ όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία στη Γερμανία (1933), αλλά παγιδεύτηκε όταν η κατοχή επεκτάθηκε και στην Ολλανδία.

Καθώς οι διώξεις των Εβραίων εντάθηκαν, η οικογένεια άρχισε τον Ιούλιο του 1942 να κρύβεται σε μυστικά δωμάτια του γραφείου του πατέρα, Όττο Φρανκ. Μετά από δύο χρόνια τούς κατέδωσαν και η οικογένεια στάλθηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Γκεστάπο λεηλάτησε τη σοφίτα όπου κρυβόταν η οικογένεια Φρανκ, αφήνοντας ανάκατα στο πάτωμα περιοδικά, βιβλία, εφημερίδες κ.ά. Λίγες μέρες αργότερα, μια καθαρίστρια βρήκε ανάμεσά τους το ημερολόγιο της Άννας. Χωρίς να ξέρει τι ήταν, το παρέδωσε στη Μιπ και την Έλλη, δύο κορίτσια η βοήθεια των οποίων προς τις εβραϊκές οικογένειες δεν αποκαλύφθηκε ποτέ. Η Άννα και η αδελφή της, Μαργκότ, μεταφέρθηκαν, δύο μήνες πριν το θάνατο της μητέρας τους, στο γερμανικό στρατόπεδο Μπέργκεν – Μπέλζεν. Εκεί η Άννα έδειξε το ίδιο κουράγιο και καρτερικότητα που την είχαν κάνει γνωστή στο Άουσβιτς. Τον Φεβρουάριο του 1945 και τα δύο κορίτσια αρρώστησαν από τύφο. Μια μέρα η Μαργκότ, προσπαθώντας να σηκωθεί από το κρεβάτι της, που βρισκόταν ακριβώς πάνω από το κρεβάτι της Άννας, έχασε την ισορροπία της και έπεσε κάτω. Στην κατάσταση που βρισκόταν, ο οργανισμός της δεν άντεξε το σοκ. Ο θάνατος της αδελφής της προκάλεσε στην Άννα αυτό που όλα τα προηγούμενα βάσανά της δεν μπόρεσαν να προκαλέσουν: Έσπασε το ηθικό της. Λίγες μέρες αργότερα, στις αρχές Μαρτίου, πέθανε. Ο πατέρας της, Όττο, ο μόνος που επέζησε από τους οκτώ της σοφίτας, γύρισε μετά το τέλος του πολέμου στο Άμστερνταμ, όπου ανακάλυψε ότι το ημερολόγιό της είχε διασωθεί. Πεπεισμένος ότι αποτελούσε μοναδική μαρτυρία, προχώρησε στην έκδοσή του. Το ημερολόγιο εκδόθηκε στην ολλανδική γλώσσα, με τον τίτλο Het Achterhuis ("Το πίσω σπίτι").

Την άνοιξη του 1946 το χειρόγραφο έφθασε στα χέρια του Δανού ιστορικού Dr. Jan Romein, ο οποίος έγραψε αμέσως άρθρο για την εφημερίδα Het Parool:
Τούτο το φαινομενικά ασυνεχές ημερολόγιο ενός παιδιού, αυτή η de profundis αποκάλυψη με τη φωνή ενός παιδιού, ενσωματώνει τη φρίκη του φασισμού περισσότερο από οποιοδήποτε στοιχείο της Νυρεμβέργης. Jan Romein
Το άρθρο διέγειρε το ενδιαφέρον του εκδοτικού οίκου Contact Publishing, που προσέγγισε τον Όττο Φρανκ. Προσφέρθηκε να εκδώσει το βιβλίο, αλλά συμβούλευσε τον Φρανκ να αποφύγει τις αφηγήσεις εκείνες που υποδείκνυαν την αναδυόμενη σεξουαλικότητα της Άννα, εξαιτίας πιθανών αντιδράσεων συντηρητικών, και πρότεινε περικοπές. Αρκετές από τις καταχωρήσεις του ημερολογίου διαγράφηκαν πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο στις 25 Ιουνίου 1947.

Προς τα τέλη του 1950 βρέθηκε ο μεταφραστής της αγγλικής γλώσσας, η Barbara Mooyaart-Doubleday, που συνήψε συμβόλαιο με την Vallentine, Mitchell & Co. στην Αγγλία και κατά το επόμενο έτος η μετάφρασή της, που περιλάμβανε τα τμήματα που είχε αφαιρέσει ο Όττο Φρανκ, εκδόθηκε στις ΗΠΑ και το 1952 στη Μεγάλη Βρετανία. Έγινε μπεστ-σέλερ και ακολούθησαν μεταφράσεις στη γερμανική, την ιταλική, την ισπανική, τη ρωσική, την ιαπωνική και την ελληνική γλώσσα.

Επί του παρόντος, αναμένεται να εκδοθούν άλλες πέντε σελίδες που μεταβίβασε ο Όττο Φρανκ στην κατοχή υπαλλήλου του Οίκου Άννα Φρανκ και οι οποίες είχαν αφαιρεθεί πιθανόν εξαιτίας της ωμής κριτικής που ασκούσε η Άννα Φρανκ στον γάμο των γονέων της.

Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο Νίνα-Μαρία Πασχαλίδου, το συγκεκριμένο βιβλίο σημάδεψε το τέλος του Ολοκαυτώματος
 
Το ημερολόγιο, που είχε δοθεί στην Άννα ως δώρο για τα 13α γενέθλιά της, περιγράφει τα γεγονότα της ζωής της από τις 12 Ιουνίου 1942 μέχρι την τελευταία μέρα πουν έγραψε σ' αυτό, την 1η Αυγούστου 1944. Γραμμένο στα ολλανδικά, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και έγινε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του κόσμου. Διασκευάστηκε για την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, το θέατρο, ακόμα και για την όπερα. Το βιβλίο δίνει μια λεπτομερή περιγραφή της καθημερινής ζωής κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής· μέσω των γραπτών της, η Άννα Φρανκ έγινε ένα από τα πιο γνωστά θύματα του Ολοκαυτώματος.

Ελληνικές μεταφράσεις του ημερολογίου

Het Achterhuis είναι ο πρωτότυπος τίτλος του έργου.
  • Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, μετάφραση και πρόλογος: Κωνσταντίνος Καλλιγάς, Αθήναι, Ενωμένοι Εκδότες, 1956.
  • 8 παραμύθια, μετάφραση Εὐδοκία Παπαγκίκα, Ἀθήνα, Μπογιάτης, 1980.
  • Ιστορίες και συμβάντα στο πίσω σπίτι: Διηγήματα, μετάφραση Έρση Λάγκε, Αθήνα: Ζαχαρόπουλος, 1983.
  • Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, μετάφραση Φώντας Κονδύλης, Αθήνα, Πέλλα, 1985.
  • Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, μετάφραση Γιάννης Θωμόπουλος, Αθήνα, Μίνωας, 1992.
  • Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ: Επιστολές από τη 14η Ιουνίου 1942 έως την 1η Αυγούστου 1944: Οριστική έκδοση των αυθεντικών χειρογράφων χωρίς περικοπές, με προσθήκες της Άννας Φρανκ και επιμέλεια του Otto Η. Frank και της Mirjam Pressler, μετάφραση Ρένα Χατχούτ, Αθήνα, Πατάκης, 1997.

 

Παραπομπές


Διαβάστε περισσότερα »