Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Πρώτη μέρα στο σχολείο...



Την πρώτη ημέρα του σχολείου, η μικρή μαθήτρια δεν συνοδεύτηκε από τους γονείς της, παρά μόνο από τέσσερις οπλισμένους αστυνομικούς.

Την διαδρομή από το σπίτι της έως το σχολείο την έκανε ανάμεσα σε πλήθος που ήταν παρατεταγμένο στις δύο πλευρές του δρόμου, ανάμεσα σε ουρλιαχτά και σε αντικείμενα που της πετούσαν για να την χτυπήσουν.

Όταν μπήκε στην αίθουσα της τάξης της, αντιλήφθηκε ότι ήταν η μοναδική μαθήτρια παρούσα: Όλοι οι άλλοι μαθητές είχαν αποτραβηχτεί από τους γονείς τους. Και όχι μόνο. Και οι δάσκαλοι αρνήθηκαν να κάνουν το μάθημά τους: Όλοι εκτός μιας, που για ένα έτος ήταν η μοναδική της δασκάλα.

Για όλο έτος η μικρή μαθήτρια έπαιρνε μαζί της φαγητό από το σπίτι της για να αποφύγει απόπειρες δηλητηρίασης. Και η οικογένειά της υπέστη εκβιασμούς: Ο πατέρας της έχασε την εργασία του, στη μητέρα της απαγορεύτηκε να πραγματοποιεί τα ψώνια της στο γειτονικό μπακάλικο, οι παππούδες της εκδιώχθηκαν από τους αγρούς που καλλιεργούσαν, όπου κατείχαν μονάχα το μισό της παραγωγής τους.

Το μοναδικό φταίξιμο της Ruby Bridges ήταν το μαύρο χρώμα του δέρματός της. Ήταν η πρώτη έγχρωμη μαθήτρια που μπήκε σε ένα σχολείο, κάτι που έως εκείνη την στιγμή ήταν προνόμιο των λευκών.

Ήταν το 1960, στη Νέα Ορλεάνη.

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Άνοιξη


Καθώς βρισκόμαστε στην καρδιά της Άνοιξης...

Sandro Botticelli και "Primavera"

"Η Άνοιξη" ή "Η Αλληγορία της Άνοιξης", έργο τέμπερας μεγάλων διαστάσεων (203 x 314 cm), χρονολογείται περίπου το 1478.

Το θέμα του πίνακα: Ένα σκιερό άλσος, πιθανόν πορτοκαλεώνας, πλούσιο σε βλάστηση με θάμνους και φρούτα. Κάτω από τον γαλάζιο ουρανό εμφανίζονται εννέα φιγούρες συμμετρικά τοποθετημένες, ενώ το έδαφος είναι λιβάδι με πλούσια συλλογή από λουλούδια (έχουν αναγνωριστεί πάνω από 90 διαφορετικά είδη λουλουδιών απο βοτανολόγους, κυρίως από είδη που ανθίζουν στην περιοχή). 

Διαβάζοντας τον πίνακα από δεξιά προς τα αριστερά βλέπουμε:
- Τον θεό Ζέφυρο να φυσά ελαφρά και να κρατά στα χέρια του μια γυναικεία φιγούρα.
- Τη νύμφη Χλωρίδα, την οποία κρατά ο Ζέφυρος
- Την θεά των λουλουδιών και της Άνοιξης, Φλόρα. Είναι η ίδια η νύμφη Χλωρίδα, η οποία έχει πλέον ενωθεί με τον άνεμο και έχει ανθίσει.
- Στο μέσον η θεϊκή Αφροδίτη στέκεται μπροστά από θάμνο μυρτιάς και επιβλέπει τα γεγονότα.
- Ο μικρός θεός Έρωτας πετά πάνω από τη θεά με δεμένα τα μάτια του και σκοπεύει με το τόξο του.
- Οι τρεις γυναικείες φιγούρες που λικνίζονται απαλά και φορούν πέπλα με τα χρώματα της οικογενείας των Μεδίκων, καθώς και χαρακτηριστικά στολίδια, αντιπροσωπεύουν τις τρεις Χάριτες (εικόνα εμπνευσμένη από την "Θεία Κωμωδία" του Δάντη)
- Ο θεός Ερμής τελευταίος αριστερά έχει υψώσει το Κηρύκειο και διώχνει τα σύννεφα που εμφανίζονται, τα οποία θα μπορούσαν να σκοτεινιάσουν τον πίνακα.

Ο πίνακας φέρει αρκετά στιλιστικά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν την τέχνη του Μποτιτσέλι. Είναι σύνθεση που τονίζει τις ελικοειδείς γραμμές, έχει πολύ χρώμα και προσεγμένη λεπτομέρεια. 

Πρόκειται για μία περίτεχνη μυθολογική αλληγορία της άνθησης της γονιμότητας του κόσμου, ένα κλασικό αντιπροσωπευτικό έργο του Botticelli και συνολικά της Αναγέννησης. Ως θέμα για την εποχή του αντικατοπτρίζει μια ηθική αλήθεια, με αποτέλεσμα πολλοί κριτικοί να αντιληφθούν νεοπλατωνικές θεωρήσεις.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Τα Κούλουμα


Με την ονομασία Κούλουμα χαρακτηρίζεται ο υπαίθριος πανηγυρισμός της «Καθαράς Δευτέρας».

Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Μεγάλη Τεσσαρακοστή για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημαίνεται το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι διότι αυτή τη μέρα οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά. Είναι μέρα νηστείας αλλά και αργίας για τους Χριστιανούς. Η νηστεία διαρκεί 40 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο. Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν από την Κυριακή της Ανάστασης του Χριστού, το χριστιανικό Πάσχα.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί η αρχαία προέλευση της εορτής. Οι εορτάζοντες τα «Κούλουμα» τρώνε άζυμο άρτο («λαγάνες»), ενώ καταναλώνουν κυρίως νηστίσιμα φαγητά, τα λεγόμενα σαρακοστιανά, όπως π.χ. ταραμά, ταραμοσαλάτα, θαλασσινά, ελιές, κρεμμύδια, διάφορα λαχανικά, χαλβά κ.ά..

Η γιορτή αυτή είναι πανελλήνια και σύμφωνα με κάποιους, έχει αθηναϊκή καταγωγή, ενώ κατ' άλλους, βυζαντινή. Στην Κωνσταντινούπολη εορταζόταν έντονα από πλήθος κόσμου που συνέρρεε σε έναν από τους επτά λόφους της πόλης και συγκεκριμένα σε εκείνον του ελληνικότατου οικισμού των «Ταταούλων».

Στην Αθήνα, από πολλές δεκαετίες προ του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα Κούλουμα γιορταζόταν στις πλαγιές του λόφου του Φιλοπάππου, όπου οι Αθηναίοι «τρωγόπιναν» καθισμένοι στους βράχους από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι περισσότεροι χόρευαν υπό τους ήχους πλανόδιων μουσικών, κατά παρέες, είτε δημοτικούς είτε λαϊκούς χορούς υπό τους ήχους «λατέρνας».

Το σούρουπο όλοι οι Ρουμελιώτες γαλατάδες της Αθήνας έστηναν λαμπρό χορό κυρίως τσάμικο γύρω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός, παρουσία των Βασιλέων και πλήθους κόσμου.

Σήμερα τα Κούλουμα γιορτάζονται σχεδόν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, μαζί με το κύριο της ημέρας έθιμο του πετάγματος του «χαρταετού», αλλά και το γνωστό "γαϊτανάκι", που συνιστά έθιμο που έφεραν στην κυρίως Ελλάδα οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Ειδικότερα στην Αθήνα, με την ιστορική συνέχεια της παρουσίας του ανώτατου άρχοντα τονίζεται η λαογραφική αξία του εθίμου αυτού στον Λόφο του Φιλοπάππου.

Για την ετυμολογία του ονόματος, που παραμένει άγνωστη, όπως και η αρχή του εορτασμού, υπάρχουν πολλές απόψεις. Κατά μερικούς προήλθε από τον αναγραμματισμό της λατινικής λέξης cumulus, που σημαίνει σωρός, αφθονία ή επίλογος-κορύφωση, υποδηλώνοντας έτσι το πολύ "φαγοπότι" με πολύ χορό, ή το τέλος της εορταστικής περιόδου της αποκριάς. Ειδικότερα, όμως, ο Α. Καμπούρογλου σημειώνει ότι ο όρος είναι καθαρά αθηναϊκός και προέρχεται από τις κολώνες του ναού του Ολυμπίου Διός, που τις αποκαλούσαν στη νεότερη ιστορία οι Αθηναίοι columna, κόλουμνα, κούλoυμνα, κούλουμα, χωρίς όμως αυτό και να προσδιορίζει την αρχή της εορτής, που πιθανολογείται κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.Ο ίδιος όμως προσθέτει στις σημειώσεις του ότι ο λόφος επί του οποίου βρίσκεται το Θησείο ονομάζονταν στην αρχή της εποχής του Όθωνα, "τριανταδυό κολώνες". Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι στα τούρκικα η γιορτή ονομάζεται «Μπακλά χουράν» από τη λέξη «μπακλά», που σημαίνει κουκιά.
 
Σημείωση: Η λέξη "λαγάνα" προέρχεται ετυμολογικά από το αρχαίο λάγανον, το οποίο μάλλον ήταν πλατύ, άζυμο ψωμί από αλεύρι και λάδι χαλαρής/πλαδαρής υφής. Από τη ρίζαρίζα -λαγ (λάγος =χαλαρός) προέρχονται και οι λέξεις λαγαρός ή λάγνος. Στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη αναφέρεται η φράση: "λάγανα πέπεταιαν". Επίσης στη μετάφραση της Αγίας Γραφής (Έξοδος) των Ο΄ (Εβδομήκοντα), αναφέρεται: "και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω" .

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Η προσάρτηση της Αυστρίας



Στις 12 Μαρτίου 1938 οι μηχανοκίνητες μεραρχίες της Βέρμαχτ διέβησαν τα σύνορα Γερμανίας-Αυστρίας και κατέκτησαν αναίμακτα και πανηγυρικά τη γενέτειρα του Αδόλφου Χίτλερ, προσαρτώντας την στο Γερμανικό Ράιχ. Ήταν το λεγόμενο "Anschluss", που αποτέλεσε ένα από τα πρώτα κατακτητικά βήματα των εθνικοσοσιαλιστών, στην προσπάθειά τους για εξασφάλιση του λεγόμενου "ζωτικού χώρου".

Ιστορικό υπόβαθρο

Το 1918, εξαιτίας του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία διαλύθηκε. Πολλοί Αυστριακοί πίστεψαν (και ίσως επιθυμούσαν) την προσχώρηση των γερμανόφωνων περιοχών της Αυστρίας στη Γερμανία ή τον σχηματισμό μιας μορφής ομοσπονδίας. Όμως η Συνθήκη των Βερσαλλιών ρητά απαγόρευε κάτι τέτοιο και σύμφωνα με αυτήν, η Αυστρία όφειλε να παραμείνει ανεξάρτητη, καθώς τόσο η Γαλλία όσο και η Βρετανία είχαν πάντα τον φόβο μιας εκ νέου ισχυροποιημένης Γερμανίας. Ωστόσο, και παρά την θρησκευτική διαφορά των γερμανόφωνων πληθυσμών στις δύο χώρες (η Αυστρία είχε πλειοψηφία Καθολικών, ενώ η Γερμανία Διαμαρτυρόμενων), τόσο η νεοϊδρυθείσα Πρώτη Αυστριακή Δημοκρατία όσο και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης υποστήριζαν ένα είδος συνένωσης. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 η επιθυμία αυτή παρέμενε κυρίαρχη και η αυστριακή κυβέρνηση επιζητούσε την επίτευξη ενός είδους τελωνειακής ένωσης με την Γερμανία.

Το πρελούδιο της προσάρτησης

Ωστόσο, στις 21 Μαΐου 1935 ο Χίτλερ δήλωνε, σε λόγο του στο Ράιχσταγκ: "Η Γερμανία ούτε προτίθεται ούτε επιθυμεί να παρέμβει στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυστρίας, να προσαρτήσει την Αυστρία ή να προκαλέσει την προσάρτησή της". Παρά τις δηλώσεις του, ναζιστικός δάκτυλος, σε συνεργασία με το φασιστικό κόμμα της Αυστρίας, είχε δολοφονήσει τον Αυστριακό Καγκελάριο Ένγκελμπερτ Ντόλφους. Η ενέργεια αυτή αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση της επανεγκατάστασης της δυναστείας των Αψβούργων, κάτι που φοβόταν το ναζιστικό καθεστώς, καθώς η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι ήταν προστάτιδα δύναμη της Αυστρίας, όπως είχε συμφωνηθεί στις 7 Ιανουαρίου 1935. Ο Μουσολίνι δεν επιθυμούσε να δει την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και αμέσως μετά τη δολοφονία του Ντόλφους η Ιταλία έστειλε στα ιταλοαυστριακά σύνορα ισχυρά στρατεύματα, υπό τύπον προειδοποίησης. Αυτή η ενέργεια ματαίωσε τα σχέδια του Χίτλερ για πραξικοπηματική προσάρτηση της Αυστρίας. Μετά το σύμφωνο Βερολίνου - Ρώμης η Ιταλία αποσύρθηκε από την προστασία της Αυστρίας. Μάλιστα, ο Μουσολίνι, είχε δηλώσει στον Γερμανό πρέσβη ότι δεν έχει πρόβλημα να γίνει η Αυστρία δορυφόρος της Γερμανίας και αργότερα πίεσε με διπλωματικά μέσα τον Αυστριακό καγκελάριο για να γίνει αυτό.

Τον Ντόλφους διαδέχθηκε ο Κουρτ φον Σούσνιγκ, ηγέτης του Κόμματος "Πατριωτικό Μέτωπο", χριστιανοφασιστικών αποχρώσεων. Και αυτός, όμως, επιθυμούσε την ανεξαρτησία της χώρας του. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει ο καγκελάριος ήταν η ισχύς που, με την υποστήριξη του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, είχε αποκτήσει η αντίστοιχη αυστριακή παράταξη. Η Ιταλία, προφανώς πεπεισμένη από τον Χίτλερ και τη μεταξύ τους σύσφιξη των σχέσεων, δεν υποστήριζε πλέον την αυστριακή ανεξαρτησία με την ίδια ζέση. Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του είχαν καταστρώσει έξυπνα το σχέδιό τους και φρόντιζαν για την ενδυνάμωση του φυσικού τους συμμάχου, του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η Αυστρία αποδυναμωμένη απο την μη εμπλοκή και των άλλων μεγάλων δυνάμεων, έλαβε την απόφαση να υπογράψει σύμφωνο με τη Γερμανία. Στο σύμφωνο του Ιουλίου του 1935, στο 3 άρθρο, η Αυστρία αποδεχόταν ότι είναι προέκταση του γερμανικού κράτους.

Τον Νοέμβριο του 1937, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, Λόρδος Χάλιφαξ, συναντήθηκε με τον Χίτλερ και τόνισε ότι υπήρχαν σφάλματα στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, που έπρεπε να διορθωθούν, καθώς και ότι οι μεταβολές στην Ευρώπη σχετικά με το Ντάντσιχ, την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία ήταν αποδεκτές από την Αγγλία, υπογραμμίζοντας ότι αυτές οι μεταβολές έπρεπε να γίνουν με ειρηνικές λύσεις και μεθόδους. Με αυτόν τον τρόπο ο Χίτλερ έγινε ακόμη πιο επιθετικός.

Ο Σούσνιγκ αντελήφθη τον κίνδυνο. Τον Ιανουάριο του 1938 η αυστριακή αστυνομία εισέβαλε στα κεντρικά γραφεία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (με τις ευλογίες του Σούσνιγκ) και τα έκλεισε, θέτοντας ταυτόχρονα το κόμμα εκτός νόμου. Ο Σούσνιγκ υπολόγιζε στην υποστήριξη της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας, κάτι που, όμως, τελικά δεν έγινε. Στις 12 Φεβρουαρίου 1938 ο Χίτλερ κάλεσε τον Σούσνιγκ σε συνάντηση στο Μπερχτεσγκάντεν (Βαυαρία), όπου είχε ένα από τα αρχηγεία του, και απαίτησε από τον Αυστριακό Καγκελάριο να άρει την απαγόρευση του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, να του αποδώσει τις πλήρεις πολιτικές του ελευθερίες και να απελευθερώσει όσα μέλη του είχαν φυλακισθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η Γερμανία θα ήταν υποχρεωμένη σε στρατιωτική επέμβαση.

Ωστόσο, ο Χίτλερ, πριν προχωρήσει ανοικτά στην επέμβαση στην Αυστρία, έπρεπε να φροντίσει μερικά άλλα θέματα στη Γερμανία: Οι δύο αναμορφωτές του γερμανικού στρατού, ο Στρατάρχης Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, Υπουργός Πολέμου και Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και ο Στρατηγός Βέρνερ φον Φριτς, Αρχηγός του Στρατού, εκδιώχθηκαν από τις θέσεις τους, καθώς ειδικά ο φον Φριτς είχε ανοιχτά αντιταχθεί στο σχέδιο του Χίτλερ για την προσάρτηση της Αυστρίας. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύθηκε εμπλοκές τους σε σκάνδαλα και τους απέπεμψε μαζί με ικανό αριθμό στρατηγών, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την αρχηγία των Ενόπλων Δυνάμεων. Με τις ενέργειες αυτές κατάφερε να θέσει ολόκληρο το στράτευμα υπό τον έλεγχό του. Παράλληλα, αντικατέστησε τον Υπουργό Εξωτερικών Κόνσταντιν φον Νόιρατ με τον Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ και έπαυσε και τον Φραντς φον Πάπεν, ο οποίος τον είχε βοηθήσει να πάρει την εξουσία. Με τις εκκαθαρίσεις αυτές ο Χίτλερ έλυσε τα εσωτερικά του προβλήματα και μπόρεσε να προχωρήσει στο σχέδιο προσάρτησης της Αυστρίας, το οποίο αποτελούσε το πρώτο βήμα για την επεκτατική εξωτερική πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει.

Ο Σούσνινγκ, στην προσπάθειά του να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του, προκήρυξε δημοψήφισμα στις 9 Μαρτίου δημοψήφισμα, στο οποίο, μάλιστα, είχε θέσει κατώτερο όριο ηλικίας τα 24 χρόνια, για να αποφύγει τη συμμετοχή των νεότερων, για τους οποίους γνώριζε ότι η συντριπτική πλειοψηφία ήταν οπαδοί του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Στις 10 Μαρτίου κάλεσε σε επιστράτευση τη σειρά του 1915, κάτι που έφερε την οργισμένη αντίδραση του Χίτλερ, ενώ η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ορίστηκε για τις 13 Μαρτίου. Ωστόσο, σχεδόν αμέσως έγινε προφανές ότι ο Χίτλερ δεν θα περιοριζόταν να παρατηρεί πώς η Αυστρία θα διατηρούσε, μέσω λαϊκής ψήφου, την ανεξαρτησία της. Ο Γερμανός δικτάτορας ανακοίνωσε ότι το δημοψήφισμα θα διεξαγόταν υπό καθεστώς εκφοβισμού, γεγονός που η Γερμανία δεν επρόκειτο να δεχτεί και απαίτησε την αναβολή του. Επιπλέον, ο Υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ, Γιόζεφ Γκέμπελς, εξέδωσε δελτία τύπου, σύμφωνα με τα οποία είχαν ξεσπάσει ταραχές και διαδηλώσεις, και μεγάλο ποσοστό Αυστριακών ζητούσαν την επέμβαση γερμανικών στρατευμάτων για την αποκατάσταση της τάξης. Ο Σούσνινγκ απάντησε αμέσως και δημόσια ότι τα περί ταραχών ήταν ψεύδη. Η Αυστρία ζήτησε τη βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων ως προς την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, εκείνες όμως παρέμειναν απλοί παρατηρητές των εξελίξεων.

Η προσάρτηση

Στις 11 Μαρτίου ο Χίτλερ απέστειλε τελεσίγραφο στον Σούσνινγκ, με το οποίο του ζητούσε να παραδώσει την εξουσία στους Εθνικοσοσιαλιστές, διαφορετικά θα επακολουθούσε εισβολή στη χώρα. Το τελεσίγραφο εξέπνεε στις 12 το μεσημέρι, ωστόσο παρατάθηκε επί δίωρο. Χωρίς, βέβαια, να περιμένει απάντηση σε αυτό, ο Χίτλερ υπέγραψε την εντολή αποστολής στρατευμάτων στην Αυστρία στις 13:00΄ και την επέδωσε λίγη ώρα αργότερα στον Χέρμαν Γκέρινγκ. Ο Σούσνινγκ, διαβλέποντας ότι δεν μπορούσε να διαφυλάξει την ανεξαρτησία της χώρας του, την απροθυμία παροχής οιασδήποτε βοήθειας από Βρετανία και Γαλλία και την απουσία της "δυνάμει" συμμάχου (λόγω συμφερόντων στο Τιρόλο) Ιταλίας, η οποία είχε λάβει ήδη σχετικές διαβεβαιώσεις και ανταλλάγματα από τη Γερμανία και κάτω από την πίεση της Βέρμαχτ που είχε παραταχθεί στα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών, υπέβαλε το ίδιο βράδυ την παραίτησή του.

Σε ραδιοφωνικό του διάγγελμα, μαζί με την ανακοίνωση της παραίτησής του, ανακοίνωσε ότι δεν αποδεχόταν την αλλαγή καθεστώτος ούτε επέτρεψε την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί, για να αποφύγει τυχόν αιματοχυσία. Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Αυστρίας, Βίλχελμ Μίκλας αρνήθηκε να ονομάσει τον Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ, Καγκελάριο της Αυστρίας και, αντίθετα, κάλεσε άλλους Αυστριακούς πολιτικούς, όπως τους Μίχαελ Σκουμπλ και Ζίγκμουντ Σιλάβσκι να αναλάβουν την Καγκελαρία. Οι Ναζιστές, όμως, ήταν πολύ καλά οργανωμένοι: Μέσα σε λίγες ώρες κατάφεραν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους πολλές περιοχές της χώρας και της πρωτεύουσας, Βιέννης, καθώς και δημόσιες υπηρεσίες, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, στον έλεγχο του οποίου υπαγόταν η Αστυνομία. Ωστόσο, ο Πρόεδρος εξακολούθησε να αρνείται κι έτσι ο Ζάις-Ίνκβαρτ στερείτο της νομιμοφάνειας να ζητήσει την παρέμβαση γερμανικών στρατευμάτων. Ο Χίτλερ με τον Γκέρινγκ, έχοντας απηυδήσει να περιμένουν την αποστολή νομιμοποιημένου μηνύματος, απέστειλαν κίβδηλο τηλεγράφημα, με το οποίο ζητείτο η γερμανική παρέμβαση στη χώρα. Οι Ναζιστές ανέλαβαν σχεδόν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας, συλλαμβάνοντας τους πολιτικούς όλων των κομμάτων και τα μέλη της κυβέρνησης. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη, ο Πρόεδρος ενέδωσε και όρισε τον Ζάις-Ίνκβαρτ Καγκελάριο.

Στις 12 Μαρτίου η 8η Στρατιά της Βέρμαχτ πέρασε τα σύνορα της Αυστρίας (επιχείρηση OTTO), όπου την ανέμενε μια μεγάλη έκπληξη: Αντί να αντιμετωπίσει την αντίσταση του αυστριακού στρατού, έγινε δεκτή με ναζιστικές σημαίες, χιτλερικούς χαιρετισμούς και λουλούδια, επονομάζοντας, έτσι, την εκστρατεία Blumenkrieg ("Πόλεμο των λουλουδιών"). Για την Βέρμαχτ η εκστρατεία αυτή αποτελούσε μια γενική δοκιμή του νέου της υλικού, πράγμα που δεν έγινε, καθώς δεν υπήρξαν συμπλοκές. Εντοπίστηκαν, όμως, προβλήματα επικοινωνιών και συντονισμού, που αποδείχθηκαν πολύτιμα για την επόμενη εισβολή, που επρόκειτο να γίνει στην Τσεχοσλοβακία.

Το ίδιο απόγευμα ο Χίτλερ μπήκε με το αυτοκίνητό του στην Αυστρία, περνώντας από το Μπράουναου, τη γενέτειρά του, και κατέφθασε το βράδυ στο Λιντς, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Η περιοδεία του στη χώρα κατέληξε σε πορεία θριάμβου, ο οποίος κλιμακώθηκε με την άφιξή του στη Βιέννη, στις 2 Απριλίου: Εκεί ο Χίτλερ, στην Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz), διακήρυξε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ράιχ, μπροστά σε πλήθος 200.000 περίπου ενθουσιασμένων Αυστριακών. Ανάμεσα στα άλλα ανέφερε: "Μερικές ξένες εφημερίδες έκαναν λόγο για επίπτωσή μας στην Αυστρία με βάρβαρες μεθόδους. Μπορώ μόνο να πω ότι ακόμη και νεκροί θα ψεύδονται. Αγωνίστηκα για να κερδίσω την αγάπη του λαού μου, αλλά, όταν διέσχισα τα μέχρι προχτές σύνορα, συνάντησα ένα ρεύμα αγάπης που όμοιό του δεν είχα δοκιμάσει ποτέ. Δεν ήρθαμε ως τύραννοι, αλλά ως απελευθερωτές.".

Νομικά, η προσάρτηση έγινε άμεσα, ήδη από τις 13 Μαρτίου με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η οποία υπέκειτο σε επικύρωση με δημοψήφισμα. Η Αυστρία έγινε η επαρχία Όστμαρκ και ο Ζάις-Ίνκβαρτ, Κυβερνήτης της. Το δημοψήφισμα έγινε στις 10 Απριλίου και το ποσοστό υπέρ της προσάρτησης ανήλθε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σε 99,73%.

Συνέπειες

Ελάχιστο χρονικό διάστημα μετά την προσάρτηση, ο Ναζισμός επιβλήθηκε πλήρως και σε κάθε έκφανσή του στην Αυστρία. Ξεκίνησαν μαζικές συλλήψεις των αντιναζιστικών στοιχείων της χώρας, ενώ πολλοί Αυστριακοί προσπάθησαν να διαφύγουν από τη χώρα. Από την άλλη, πολλοί Αυστριακοί πολιτικοί συντάχθηκαν με το νέο καθεστώς και εξέφρασαν δημόσια την ικανοποίησή τους τόσο για την προσάρτηση όσο και για το ότι αυτή επιτεύχθηκε αναίμακτα. Αρκετοί καθολικοί επίσκοποι, με προεξάρχοντα τον καρδινάλιο Ίννιτζερ, εξέφρασαν, επίσης, την ικανοποίησή τους για το γεγονός, αλλά το Βατικανό άμεσα εξέφρασε δριμείες επικρίσεις για την προσάρτηση με ραδιοφωνικό διάγγελμα του "υπουργού εσωτερικών" του κράτους, καρδιναλίου Πατσέλι, ενώ ο καρδινάλιος Ίννιτζερ (Innitzer), ο πρώτος που χαιρέτισε την προσάρτηση, κλήθηκε να αναφερθεί στην Αγία Έδρα. Ως αποτέλεσμα επήλθε ανάκληση των δηλώσεων του Ίννιτζερ και η υπογραφή μιας διακήρυξης, στην οποία αναφερόταν ότι "... η ανακοίνωση των Αυστριακών επισκόπων δεν είχε ως στόχο την επιδοκιμασία μιας πράξεως, η οποία δεν ήταν και δεν είναι σύμφωνη με τον Νόμο του Θεού...". Αντίθετα, ο εκπρόσωπος της Προτεσταντικής Εκκλησίας της χώρας, Ρόμπερτ Κάουερ (Robert Kauer), στις 13 Μαρτίου, χαιρέτισε τον Χίτλερ ως "Σωτήρα των 350.000 Γερμανών Προτεσταντών της Αυστρίας και ελευθερωτή από μια πενταετή καταπίεση". Ο εξέχων σοσιαλδημοκράτης Καρλ Ρέννερ (Karl Renner) εξέφρασε την υποστήριξή του στην προσάρτηση και έκανε έκκληση στους Αυστριακούς να την υπερψηφίσουν στις 10 Απριλίου.

Στο εξωτερικό, παρά το γεγονός ότι η προσάρτηση ήταν απαγορευμένη από την Συνθήκη των Βερσαλλιών, η προσάρτηση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη: Η Ιταλία δεν αντέδρασε καθόλου, όπως αναμενόταν, η Βρετανία επίσης αντέδρασε χαλαρά - χαρακτηριστικό δημοσίευμα των Times ανέφερε ότι πριν 200 χρόνια η Αγγλία προσάρτησε με τον ίδιο τρόπο την Σκωτία και τα δύο γεγονότα δεν εμφανίζουν σημαντικές διαφορές. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων, στις 14 Μαρτίου, ότι "η Κυβέρνηση παρακολουθεί στενά το θέμα".

Μία από τις πρώτες προτεραιότητες του καθεστώτος ήταν η εφαρμογή της αντιεβραϊκής πολιτικής του και στην προσαρτημένη Αυστρία. Στη χώρα δεν είχε αναπτυχθεί ισχυρός αντισημιτισμός και οι Εβραίοι μπορούσαν να ζουν όπως όλοι οι πολίτες. Η Βιέννη από μόνη της διέθετε εβραϊκή κοινότητα 200.000 ατόμων, ενώ πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της Αυστρίας ήταν Εβραίοι ή εβραϊκής καταγωγής. Ωστόσο, η ναζιστική προπαγάνδα ανέπτυξε αντισημιτικά αισθήματα στη χώρα, τα οποία όμως δεν είχαν ισχυρά ερείσματα. Η κατάσταση άλλαξε αμέσως μετά την προσάρτηση: Διώξεις και μαζικές συλλήψεις Εβραίων προηγήθηκαν της ίδρυσης του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν (καλοκαίρι 1938) σε μια παρόχθια περιοχή του Δούναβη κοντά στο Λιντς.

Το 1943, στη Διακήρυξη της Μόσχας, γινόταν μνεία της προσαρτημένης Αυστρίας: Η χώρα δεν θα παρέμενε προσαρτημένη στη Γερμανία και θα της αποδιδόταν η ανεξαρτησία της. Η Αυστρία παρέμεινε τμήμα του Γ΄ Ράιχ μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν έγινε εμφανές ότι η Γερμανία είχε πλέον καταρρεύσει, στην Αυστρία ανέλαβε προσωρινή κυβέρνηση, η οποία, στις 27 Απριλίου 1945 κήρυξε την προσάρτηση άκυρη και άνευ ισχύος (null und nicthig). Η Αυστρία περιήλθε υπό συμμαχική κατοχή, η οποία αναγνώρισε τη χώρα ως ανεξάρτητη (σε σχέση με τη Γερμανία) και παρέμεινε ως κατεχόμενη μέχρι το 1955, οπότε και τέθηκαν σε ισχύ η Συνθήκη του Αυστριακού Κράτους και η Διακήρυξη της Ουδετερότητας.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Ο ανδρικός χαιρετισμός στις γυναίκες και οι κανόνες συμπεριφοράς

Με αφορμή τη χθεσινή ημέρα της γυναίκας, αναδημοσιεύουμε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο από τον "Μικρό Ρωμηό", που παρουσιάζει τα ήθη μιας άλλης εποχής:




Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ο χαιρετισμός στον δρόμο ήταν κάποτε ζήτημα ανατροφής. Στην νεοελληνική κοινωνία που αναζητούσε τον αστικό της χαρακτήρα μέχρι ειδικοί κώδικες για τον τρόπο που έπρεπε να χαιρετιούνται οι άνθρωποι στον δρόμο εκδίδονταν. Σε έναν εξ αυτών διαβάζουμε πως όταν ο άνδρας συναντούσε γυναίκα σε δημόσιο μέρος έπρεπε να αποκαλύπτεται, να βγάζει το καπέλο του τελείως και να τη χαιρετά. Εάν της μιλούσε, έπρεπε να παραμένει ασκεπής μέχρι εκείνη να του πει να φορέσει το καπέλο του. Αν η γυναίκα ήταν πάνω σε άμαξα, ο άνδρας έπρεπε να χαιρετήσει πρώτος, εάν ήταν πεζή, έπρεπε να περιμένει βλέμμα της που να σημαίνει ότι ήθελε να χαιρετηθεί.

Όταν ο άνδρας συναντούσε γυναίκα σε σκάλα, σε οποιαδήποτε κοινωνική τάξη και αν ανήκε εκείνη, έπρεπε να κάνει στην άκρη για να περάσει και να βγάλει το καπέλο του. Αν συναντούσε γυναίκα που κρατιόταν από τον βραχίονα κάποιου, δεν έπρεπε να τη χαιρετήσει, εκτός και εάν εκείνη έδειχνε πως ήθελε να χαιρετηθεί. Σε αυτήν την περίπτωση ο άνδρας χαιρετούσε χωρίς να σταθεί. Αν περπατούσαν δύο άνδρες και ο ένας εξ αυτών χαιρετούσε κάποια γυναίκα, ο άλλος δεν έπρεπε να χαιρετήσει διότι έτσι θα έδειχνε την αδιάκριτη επιθυμία να τη γνωρίσει. Ένας άνδρας καλής αγωγής έπρεπε να χαιρετά όλες τις γυναίκες με τον ίδιο τρόπο και όταν συνόδευε κάποια κυρία δεν έπρεπε να χαιρετά παρά μόνον όσες γυναίκες γνώριζε η συνοδός του, εκτός εάν ήταν συγγενείς του.

Πιο δύσκολα ήταν τα πράγματα σε κλειστούς χώρους. Ο άνδρας έπρεπε να χαιρετά τη γυναίκα «όσο το δυνατόν βαθύτερον», δηλαδή υποκλινόμενος, και να περιμένει να του προτείνει το χέρι της. Όσο για τον χαιρετισμό μεταξύ ανδρών, έπαιζε ρόλο η ηλικία. Ο νεότερος όφειλε να χαιρετά πρώτος.
ΠΗΓΕΣ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Είναι γνωστό πως το μεγαλύτερο μέρος των δημοσιεύσεων στην εφημερίδα μας αλλά και στον ιστότοπο www.mikros-romios.gr στηρίζεται σε αδημοσίευτες πηγές και είναι προϊόν πρωτογενούς έρευνας.
Επειδή δεν είναι δυνατόν να παρατίθενται παραπομπές, λόγω του δημοσιογραφικού χαρακτήρα των δημοσιεύσεων, οι ερευνητές που επιθυμούν να εντρυφήσουν περισσότερο στα δημοσιευόμενα θέματα μπορούν να επικοινωνούν με το Τμήμα Αρχειακών Μελετών του «Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών - Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία» (Tηλ: 210-3426833 και 210-3231397) ή ηλεκτρονικά (info@mikros-romios.gr), ώστε να ενημερώνονται για παραπομπές ή να συλλέγουν συμπληρωματικές πληροφορίες.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Η δολοφονία του Γεωργίου Α΄

Στις 5 Μαρτίου 1913 (ν.η. 18 Μαρτίου) ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αφήνει την τελευταία του πνοή κοντά στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου της Θεσσαλονίκης. Μόλις τον είχε πυροβολήσει από μικρή απόσταση ο Αλέξανδρος Σχινάς, ένας αναρχικός αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ήταν μια από τις πιο παράξενες και σκιερές δολοφονίες στη νεοελληνική ιστορία, καθώς πιστεύεται μέχρι σήμερα ότι ο δράστης ήταν όργανο ξένων συμφερόντων. Το μυστήριο δεν διαλευκάνθηκε ποτέ, καθώς τα στοιχεία της υπόθεσης καταστράφηκαν και ο δολοφόνος αυτοκτόνησε.


Το 1913 βρίσκει την Ελλάδα νικήτρια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και κυριαρχούσα στον βορρά, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Οι στρατιωτικές επιτυχίες και ο διπλασιασμός της εδαφικής έκτασης και του πληθυσμού της χώρας είχαν προκαλέσει εθνική ανάταση και ήταν σημάδια μιας νέας εποχής ελευθερίας και ευημερίας, ύστερα από αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας.

Στις 5 Μαρτίου 1913 ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, θέλοντας να επισκεφτεί για εθιμοτυπικούς λόγους τον Γερμανό ναύαρχο Γκόπφεν, κατέβηκε στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου. Μαζί του ήταν και ο υπασπιστής του ταγματάρχης Φραγκούδης. Στην συμβολή της οδού Β. Όλγας, ο Αλέξανδρος Σχινάς πλησίασε και από μικρή απόσταση πυροβόλησε καίρια τον Γεώργιο Α΄. Έπειτα προσπάθησε να πυροβολήσει και τον υπασπιστή του αλλά εκείνος πρόλαβε και τον αφόπλισε. Πίσω από την δολοφονία του Βασιλιά, πιστεύεται ότι κρυβόταν η Γερμανία, αφού ο Γεώργιος δεν ήταν υποστηρικτής των Γερμανών, αλλά των Άγγλων. Η θεωρία αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι οι Γερμανοί επιθυμούσαν να ανεβεί στον ελληνικό θρόνο ο νεαρός γερμανόφιλος διάδοχος Κωνσταντίνος, σύζυγος της αδελφής του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄, Σοφίας. 

Ο Σχινάς συνελήφθη από δύο χωροφύλακες που βρίσκονταν στο σημείο και ανακρίθηκε. Στις 6 Μαΐου, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο του τμήματος της χωροφυλακής, όπου εκρατείτο.

Το κίνητρο παραμένει ακόμα και σήμερα αδιευκρίνιστο, όπως παραμένει άγνωστο το τι κατέθεσε ο Σχινάς στις αρχές. Οι φάκελοι της ανάκρισης φαίνεται πως κάηκαν, όταν στο ατμόπλοιο που τους μετέφερε στον Πειραιά εκδηλώθηκε πυρκαγιά. Η πυρκαγιά κατέστρεψε κυρίως την καμπίνα όπου φυλάσσονταν οι προανακριτικοί φάκελοι. Η επικρατούσα άποψη της ιστορικής έρευνας είναι ότι ο δράστης υπήρξε πράκτορας ξένων συμφερόντων (πιθανότερα γερμανικών, όπως υπονοούν πηγές του Γεώργιου Φιλάρετου και του Πάγκαλου στα Βαλκάνια.


Ο τάφος του Γεωργίου Α' στο Τατόι

Ο τραυματισμένος Γεώργιος μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο «Παπάφειο Ίδρυμα», αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν καμία βοήθεια, αφού ήταν ήδη νεκρός. Αμέσως, η πόλη τέθηκε σε κατάσταση επιφυλακής, τα καταστήματα έκλεισαν και οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν πένθιμα.

Η σορός του Γεωργίου ταριχεύθηκε και για πολλές ημέρες εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Μεταφέρθηκε στον Πειραιά και στις 20 Μαρτίου κηδεύτηκε στο βασιλικό ανάκτορο του Τατοΐου.


Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Διάσκεψη της Γιάλτας




Στις 4 Φεβρουαρίου 1945 αρχίζει η Διάσκεψη της Γιάλτας μεταξύ των "Τριών Μεγάλων" (Ουίνστον Τσώρτσιλ, Φραγκλίνου Ρούζβελτ και Ιωσήφ Στάλιν). Είχε προηγηθεί ανάλογη διάσκεψη στην Τεχεράνη, από τις 28 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 1943.

Η διάσκεψη αυτή έμεινε στην ιστορία ως «Η Διάσκεψη της Γιάλτας» καθώς πραγματοποιήθηκε στο μέγαρο της Λιβάντια (Livadia), που βρίσκεται κοντά στην πόλη της Γιάλτας. Η σύνοδος αυτή θεωρείται μεγάλης σπουδαιότητας, κυρίως λόγω των θεμάτων που διαπραγματεύτηκαν οι "Τρεις Μεγάλοι" (The big three, όπως ήταν τότε το προσωνύμιό τους) και οι συζητήσεις περιεστράφησαν γύρω από τη μεταπολεμική πολιτική που θα ακολουθούσαν οι τρεις απέναντι στις χώρες που είχε καταλάβει η Ναζιστική Γερμανία, αλλά και απέναντι σε όσες είχαν συμμαχήσει με αυτήν. 

Ο Ρούσβελτ επιθυμούσε η σύνοδος να πραγματοποιηθεί σε κάποιο σημείο της Μεσογείου, αλλά ο Στάλιν επέμενε ότι οι γιατροί του δεν του επέτρεπαν μεγάλα ταξίδια και ο Ρούζβελτ υποχώρησε, αν και η υγεία του ήταν πολύ περισσότερο κλονισμένη. Έτσι, επί επτά ημέρες οι αρχηγοί των κρατών - νικητών καθόριζαν τη μορφή που θα είχε ο μεταπολεμικός κόσμος. Για καθέναν από τους ηγέτες η διάσκεψη είχε εξαιρετική σημασία. Ο πόλεμος όδευε προς το τέλος του καθώς ο Κόκκινος Στρατός απείχε μόλις 100 χλμ. από το Βερολίνο και η κατάρρευση της γερμανικής κυριαρχίας ήταν ζήτημα χρόνου. Οι Βρετανοί ήθελαν να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν από την προπολεμική "υγειονομική ζώνη" γύρω από την ΕΣΣΔ. Τις ΗΠΑ απασχολούσε κυρίως ο παράγοντας Ιαπωνία, ο Ειρηνικός Ωκεανός και η είσοδος της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, κάτι που επιθυμούσαν διακαώς. 

Έτσι, λοιπόν, στη Διάσκεψη της Γιάλτας:
  • Επισημοποιήθηκε η πρόθεση για τη δημιουργία του Ο.Η.Ε.
  • Απορρίφθηκε η πρόταση των Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ για διαμελισμό της Γερμανίας
  • Αποφασίστηκε η εκμηδένιση του γερμανικού μιλιταρισμού και ναζισμού, για να μην μπορέσει ξανά η Γερμανία να απειλήσει την παγκόσμια ειρήνη.